ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ

Δυσαρέσκεια για εμβολιασμούς στη Γερμανία

Δυσαρέσκεια για εμβολιασμούς στη Γερμανία

ΒΕΡΟΛΙΝΟ. Τηλεδιάσκεψη με τους πρωθυπουργούς των 16 κρατιδίων, με εκπροσώπους της φαρμακευτικής βιομηχανίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής συγκάλεσε, χθες, η καγκελάριος Μέρκελ, αντιδρώντας στην αργή πορεία των εμβολιασμών, για την οποία εκφράζει δυσαρέσκεια το 70% των Γερμανών. Στη χώρα όπου ανακαλύφθηκε η πρωτοποριακή τεχνολογία εμβολίων m-RNA, έχει εμβολιαστεί μόλις το 3% του πληθυσμού. Εν συγκρίσει, στη Βρετανία έχει εμβολιαστεί το 13%, ενώ στη χώρα με τα υψηλότερα ποσοστά εμβολιασμού, το Ισραήλ, έχει εμβολιαστεί ένας στους δύο κατοίκους. 

Λίγο πριν ξεκινήσει η τηλεδιάσκεψη, οι εταιρείες ενημέρωσαν τη γερμανική κυβέρνηση ότι ώς τα τέλη της χρονιάς θα έχουν παραδοθεί στη χώρα πάνω από δύο δόσεις εμβολίου ανά κάτοικο. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις ανακοινώσεις, ώς τα τέλη Μαρτίου θα έχουν παραδοθεί συνολικά 18,3 εκατομμύρια δόσεις, ώς τα τέλη Ιουνίου άλλες 77,1 εκατομμύρια δόσεις και το δεύτερο εξάμηνο επιπλέον 226,8 εκατομμύρια δόσεις. Υπάρχουν αρκετοί αστάθμητοι παράγοντες στις ανακοινώσεις αυτές, όπως το γεγονός ότι συμπεριλαμβάνουν εμβόλια που δεν έχουν εγκριθεί ακόμη, π.χ. αυτό της εταιρείας Johnson&Johnson. Κυρίως, όμως, η ανακοίνωση επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει άμεση λύση για την επίσπευση των εμβολιασμών στη χώρα και ότι τα προβλήματα θα συνεχιστούν τουλάχιστον ώς τον Απρίλιο.

Σύμφωνα με πληροφορίες της ιστοσελίδας Spiegel, ένα από τα μέτρα που επρόκειτο να ανακοινωθούν μετά τη λήξη της τηλεδιάσκεψης είναι η δημιουργία εθνικού συντονιστικού οργάνου για τα αναλώσιμα των εμβολιασμών (σύριγγες, πεταλούδες) στα πρότυπα του κέντρου διαχείρισης των αντισηπτικών, που δημιουργήθηκε για την ορθολογική κατανομή των αποθεμάτων πέρυσι την άνοιξη, όταν παρατηρήθηκαν ελλείψεις σε αντισηπτικά. Οι εκτιμήσεις αναφέρουν ότι οι ελλείψεις αναλώσιμων θα ενταθούν όταν το πρόγραμμα εμβολιασμών επιταχυνθεί, ως εκ τούτου το ζήτημα με τα αναλώσιμα πρέπει να λυθεί επειγόντως.  

Για την ώρα, τα παράπονα εστιάζονται στη δυσκολία ανεύρεσης ραντεβού για εμβολιασμό σε κάποια κρατίδια, καθώς η αβεβαιότητα γύρω από το πόσα εμβόλια θα παραδοθούν και πότε έχει δημιουργήσει σοβαρά ζητήματα προγραμματισμού. Ενδεικτικά, σύμφωνα με τη μέτρηση του ινστιτούτου Civey, η δυσαρέσκεια με το πρόγραμμα του εμβολιασμού πέρασε από το 50% τα Χριστούγεννα στο 70% σήμερα. Πάντως, παράλληλα με την ανυπομονησία για τη χορήγηση εμβολίων αυξάνονται και τα ποσοστά όσων διάκεινται θετικά απέναντι στους εμβολιασμούς, με το ποσοστό των αντιεμβολιαστών να έχει πέσει στο 20%. 

Οι υγειονομικές και οικονομικές επιπτώσεις των καθυστερήσεων έχουν εντείνει τις εκκλήσεις για μέτρα έκτακτου χαρακτήρα. Ενδεικτικά, χθες, ο συντηρητικός πρωθυπουργός της Βαυαρίας Μάρκους Ζέντερ δήλωσε ότι η κρατική παρέμβαση στην παραγωγή εμβολίων είναι θεμιτή σε περιπτώσεις εκτάκτου ανάγκης. «Πρέπει να εξαντλήσουμε όλες τις παραγωγικές δυνατότητες» είπε ο Ζέντερ, επισημαίνοντας ότι αυτό δεν έχει συμβεί ώς τώρα. Παράλληλα, προέτρεψε τις ευρωπαϊκές αρχές να εξετάσουν την αδειοδότηση περισσότερων εμβολίων, που παρασκευάζονται σε άλλες χώρες, ασκώντας έμμεση πίεση στις δυτικές εταιρείες ότι θα υπάρξει ρωσικός ή κινεζικός ανταγωνισμός. Νωρίτερα, ο επικεφαλής του φιλελεύθερου FDP, Κρίστιαν Λίντνερ, είχε ζητήσει «παραγωγή προσαρμοσμένη στις έκτακτες συνθήκες κρίσης», ενώ το κόμμα της Αριστεράς ζητάει σπάσιμο των πατεντών και αναγκαστική αδειοδότηση των εμβολίων και οι Σοσιαλδημοκράτες ζητούν από τις εταιρείες να μετατρέψουν άμεσα τις εγκαταστάσεις τους σε γραμμές παραγωγής εμβολίων.   

Στην πράξη αυτό συμβαίνει με τις διάφορες συμφωνίες μεταξύ εταιρειών, που συμφωνούν με τους ανταγωνιστές τους για κοινή παραγωγή εμβολίων. Μια τέτοια συμφωνία ανακοινώθηκε χθες ανάμεσα στην εταιρεία Curevac, που έχει αναπτύξει το τρίτο εμβόλιο mRna μετά την BioNTech/Pfizer και τη Moderna. Εκπρόσωπος της Curevac υποστήριξε ότι η μεταφορά τεχνογνωσίας είναι «περίπλοκη υπόθεση» και ότι για τη δημιουργία γραμμής παραγωγής από το μηδέν απαιτούνται 12 ώς 18 μήνες. Εν τω μεταξύ, η Γερμανία επέβαλε χθες απαγόρευση αφίξεων από δύο ακόμη χώρες, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία. Απαγορεύονται ήδη οι αφίξεις στη Γερμανία από τη Μεγάλη Βρετανία, τη Νότια Αφρική και τη Βραζιλία.