ΚΟΣΜΟΣ

Οι διατλαντικές σχέσεις στην εποχή του Μπάιντεν

Οι προτεραιότητες και τα «αγκάθια»

Οι διατλαντικές σχέσεις στην εποχή του Μπάιντεν

«Η Αμερική επέστρεψε», διακήρυξε στην πρώτη ομιλία του για την εξωτερική πολιτική ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν, διαψεύδοντας όσους εκτιμούσαν ότι η πανδημία θα τον υποχρεώσει να επικεντρωθεί πρώτα στην εσωτερική πολιτική προτού στρέψει το βλέμμα του στη διπλωματία. Πράγματι, αυτή την εβδομάδα ο Μπάιντεν απέδειξε έμπρακτα ότι η Αμερική επέστρεψε. Η χώρα επανεντάχθηκε επισήμως στη συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή και ο Αμερικανός πρόεδρος έδωσε «το παρών» προχθές στη σύνοδο του G7 και στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου.

Επιπλέον, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ διεμήνυσε ότι οι ΗΠΑ θα δεχθούν πρόσκληση της Ευρωπαϊκής Ενωσης για συμμετοχή τους σε συνάντηση των χωρών που υπέγραψαν τη συμφωνία του 2015 για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Γαλλία, Βρετανία, Ιράν, Γερμανία). 

Τα προηγούμενα χρόνια, κατά την προεδρία του προκατόχου του Ντόναλντ Τραμπ, οι συσχετισμοί στη διατλαντική σχέση ήταν δεδομένοι. Από τη μία πλευρά του Ατλαντικού ήταν ο Τραμπ με το σύνθημα «Πρώτα η Αμερική», και το εμμονικό αίτημά του για αύξηση των αμυντικών δαπανών των ευρωπαϊκών χωρών στο 2% του ΑΕΠ, και από την άλλη οι Ευρωπαίοι με επικεφαλής την ηγέτιδα του ελεύθερου κόσμου, Αγκελα Μέρκελ, άοκνοι υπερασπιστές της διεθνούς συνεργασίας αλλά και διστακτικοί απέναντι στο Πεκίνο. 

H εκλογική νίκη Μπάιντεν ωστόσο αλλάζει άρδην τα δεδομένα στη σχέση ΗΠΑ – Ευρώπης και Γερμανίας, αν και πολλά αγκάθια, παλιά και νέα, παραμένουν. Το 2% είναι ένα ζήτημα που αναμένεται να επανέλθει και με τη νέα προεδρία, αν και με λιγότερο τοξικό ύφος. Υπενθυμίζεται ότι ο Τραμπ είχε απειλήσει να αποσύρει τις ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ. 

Η Γερμανίδα καγκελάριος Αγκελα Μέρκελ αναγνώρισε προχθές ότι με την ανάληψη της αμερικανικής προεδρίας από τον Τζο Μπάιντεν ενισχύθηκε η διεθνής παρουσία της Ουάσιγκτον στον κόσμο. Πάντως, ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών Μπρινό Λε Μερ έσπευσε να διευκρινίσει ότι «δεν θα περιμένουμε τις ΗΠΑ να εκχωρήσει την κυριαρχία στην Ευρώπη. Εναπόκειται στην ίδια την Ευρώπη να το κάνει». 

Το σοβαρότερο πρόβλημα στις σχέσεις ΗΠΑ και Ευρώπης αναμένεται να αναδειχθεί η γερμανική πολιτική κατευνασμού της Ρωσίας, ελέω Nord Stream 2, καθώς ο Μπάιντεν φέρεται αποφασισμένος να διαλύσει τις σκιές περί ρωσικής ανάμειξης στην αμερικανική πολιτική που άφησε πίσω της η προεδρία Τραμπ. «Ο πρόεδρος Μπάιντεν έχει αποσαφηνίσει ότι ο Nord Stream 2 είναι μια κακή συμφωνία. Διχάζει την Ευρώπη, εκθέτει την Ουκρανία και την Κεντρική Ευρώπη στον κίνδυνο ρωσικής χειραγώγησης και αντιβαίνει στους διακηρυγμένους στόχους της Ευρώπης στον τομέα της ενέργειας και της ασφάλειας», δήλωσε αυτή την εβδομάδα η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Τζεν Ψάκι. Την ίδια μέρα, το Βερολίνο ανακοίνωνε εμβάθυνση της συνεργασίας με τη Μόσχα, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο παραγωγής πράσινου υδρογόνου. 

Ωστόσο παρά τις διαφωνίες με τη Γερμανία, o υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Αντονι Μπλίνκεν, απεύχεται την επιβολή κυρώσεων εις βάρος επιχειρήσεων ή ατόμων από χώρες που ενέχονται στον Nord Stream 2, με το επιχείρημα ότι η γεφύρωση των σχέσεων με την Ε.Ε. είναι πολύ σημαντικότερος στόχος. Στον αντίποδα, οι επικριτές της εγκρατούς αυτής πολιτικής, με επικεφαλής τον γερουσιαστή του Τέξας, Τεντ Κρουζ, διαμαρτύρονται ότι η αμερικανική νομοθεσία προβλέπει κυρώσεις εναντίον οιασδήποτε ξένης οντότητας συνδράμει την κατασκευή του αγωγού. Επιπλέον, διατείνονται ότι ενώ με αυτή την τακτική η Ουάσιγκτον μπορεί να βελτιώσει τις σχέσεις της με τη Γερμανία, αποξενώνει ταυτόχρονα χώρες όπως η Ουκρανία, η Πολωνία και οι χώρες της Βαλτικής.

Ενα βιβλίο του Μπλίνκεν

Σε πρόσφατο άρθρο τους οι Financial Times θυμίζουν ότι σε βιβλίο του το 1987, ο Μπλίνκεν ως φοιτητής νομικής εξέταζε μια διαμάχη που ξέσπασε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 για έναν νέο αγωγό από τη Σιβηρία στην Ευρώπη. Το 1981 η κυβέρνηση των ΗΠΑ υπό τον Ρόναλντ Ρέιγκαν επέβαλε κυρώσεις για τον αγωγό, με αποτέλεσμα να προκληθεί μία από τις χειρότερες διατλαντικές σχέσεις στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Και τώρα η ιστορία επαναλαμβάνεται καθώς οι ΗΠΑ ισχυρίζονται ότι ο Nord Stream 2 αυξάνει την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από τη Μόσχα, ενώ ταυτόχρονα οι Γερμανοί πολιτικοί κατηγορούν τις ΗΠΑ ότι έχουν εξαπολύσει οικονομικό πόλεμο εναντίον στενού συμμάχου. Το Βερολίνο πιστεύει τώρα ότι θα μπορούσε να εξασφαλίσει μια νέα προσέγγιση με την άφιξη του Μπλίνκεν στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Ο ίδιος άλλωστε είχε εκτιμήσει στο παλαιότερο πόνημά του πως εκείνο που προέχει είναι οι σχέσεις της Ουάσιγκτον με τους συμμάχους της. 

Eκτός από τον Nord Stream ένα άλλο σημείο τριβής μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης είναι η περίπτωση του Ρώσου αντιφρονούντος Αλεξέι Ναβάλνι, καθώς η Ουάσιγκτον θα ήθελε τη σύμπηξη ενός κοινού μετώπου της Δύσης στο ζήτημα. 

Την προσπάθεια υπονόμευσε το αμφιλεγόμενο ταξίδι του επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Ζοζέπ Μπορέλ στη Μόσχα, λίγες μέρες μετά τη νέα καταδίκη του Ναβάλνι από ρωσικό δικαστήριο. Το ταξίδι, στο οποίο οι αναφορές του Μπορέλ στον ηγέτη της ρωσικής αντιπολίτευσης ήταν λιγοστές και χλιαρές, απέδειξε ότι οι Βρυξέλλες μάλλον ενδιαφέρονταν περισσότερο για το ρωσικό εμβόλιο παρά για την παραβίαση του κράτους δικαίου εκ μέρους της Μόσχας.

Η Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου

«Η δημοκρατία δεν συμβαίνει κατά λάθος» και πρέπει να επικρατήσει του αυταρχισμού. Αυτό ήταν το μήνυμα του Αμερικανού προέδρου Τζο Μπάιντεν κατά την προχθεσινή Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, σε μία έμμεση αιχμή στο φλερτ του προκατόχου του με αυταρχικούς ηγέτες. «Η Μόσχα ευελπιστεί σε μια αποδυναμωμένη ευρωπαϊκή συμμαχία», συμπλήρωσε και τόνισε ότι Ευρώπη και ΗΠΑ πρέπει να διασφαλίσουν το κοινό τους μέλλον. Επαναβεβαίωσε την αφοσίωσή του στο ΝΑΤΟ και στο άρθρο 5 της Συμμαχίας που προβλέπει ότι μια ένοπλη επίθεση εναντίον ενός ή περισσοτέρων από αυτά στην Ευρώπη ή τη Βόρεια Αμερική θα θεωρηθεί ως επίθεση εναντίον όλων. Παράλληλα, είπε ότι η Ουάσιγκτον επανεξετάζει την απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αποσύρει τα αμερικανικά στρατεύματα που σταθμεύουν στη Γερμανία. Εκτός από τον Μπάιντεν στη Διάσκεψη συμμετείχε και η Γερμανίδα καγκελάριος Αγκελα Μέρκελ, η οποία δεσμεύθηκε ότι η χώρα της θα τηρήσει τον στόχο τής αύξησης των αμυντικών δαπανών στο 2% του ΑΕΠ.