ΚΟΣΜΟΣ

Πολιτική ανυπακοή κατά της χούντας στη Μιανμάρ

Πολιτική ανυπακοή κατά της χούντας στη Μιανμάρ

Τον πλήρη έλεγχο της Μιανμάρ έχει αναλάβει από την 1η Φεβρουαρίου ο στρατός, ύστερα από μία δεκαετία δημοκρατίας «υπό στρατιωτική επιτροπεία». Την έκπληξη των πραξικοπηματιών, αλλά και της διεθνούς κοινότητας, προκαλεί όμως το εύρος των διαμαρτυριών κατά της χούντας, με χιλιάδες κόσμου να απαιτεί στους δρόμους μικρών και μεγάλων πόλεων την αποκατάσταση της δημοκρατίας.

Ο στρατός, γνωστός ως Ταντμαντάου, αμφισβητεί το αποτέλεσμα των εκλογών του φθινοπώρου, που χάρισε με μεγάλη διαφορά τη νίκη στο κόμμα της κρατούμενης σήμερα σε κατ’ οίκον περιορισμό, Αούνγκ Σαν Σου Τσι. Σύμφωνα με το περιοδικό The Nation, οι διαδηλώσεις είναι πρωτοφανείς, έχοντας κινητοποιήσει πολίτες από κάθε κοινωνική τάξη, από δημόσιους υπαλλήλους, μέχρι επιχειρηματίες, μουσικούς, μέλη εθνικών μειονοτήτων, βουδιστές μοναχούς, ακόμη και άνδρες της αστυνομίας. Η ισχύς του στρατού επιτρέπει, όμως, να αντιμετωπίσει με ψυχραιμία το κύμα διαμαρτυρίας, χωρίς να καταφύγει σε αιματηρή καταστολή. Το σύνταγμα του 2011 προσέφερε γενναιόδωρα ανταλλάγματα στις ένοπλες δυνάμεις, όπως εγγυημένες έδρες στη Γερουσία και ελεύθερη πρόσβαση σε επιχειρηματικές δραστηριότητες, για την παραχώρηση της εξουσίας. Η κυβέρνηση Ομπάμα είχε πανηγυρίσει το 2011 τη συμφωνία δημοκρατικής μετάβασης, επαινώντας την Αούνγκ ως «φάρο ελπίδας». Εδώ και χρόνια, αναλυτές, πανεπιστημιακοί και δημοσιογράφοι προχώρησαν σε υποθέσεις για διαμάχες στο εσωτερικό της ηγεσίας της Ταντμαντάου στη Μιανμάρ, στηρίζοντας τις εικασίες αυτές σε δήθεν ομοιότητες του βιρμανικού στρατού με ανάλογους όπως στις Φιλιππίνες ή την Ταϊλάνδη. Το στράτευμα της Μιανμάρ αποδείχθηκε, αντίθετα ότι διαθέτει ανοσία σε τέτοιες έριδες.

Οι μόνες τριβές που διαφαίνονται στο στρατιωτικό οικοδόμημα είναι αυτές μεταξύ της «τάξης» των αξιωματικών και των στρατευσίμων, που προέρχονται κατά κύριο λόγο από γεωργικές κοινότητες και υφίστανται διακρίσεις και στερήσεις. Αμερικανική απόπειρα συνεργασίας με τον στρατό της Μιανμάρ τις δεκαετίες του 1970 και 1980 για την καταπολέμηση της καλλιέργειας οπίου και την παρασκευή ηρωίνης, αποδείχθηκαν αναποτελεσματικές. Η Ταντμαντάου διατήρησε την αμερικανική στρατιωτική βοήθεια για να τη χρησιμοποιήσει εναντίον μαοϊκών ανταρτών στα δυτικά της χώρας, μακριά από το οπιοπαραγωγό Χρυσό Τρίγωνο στον Βορρά. Σήμερα, ο στρατός στηρίζει δεκάδες ένοπλες πολιτοφυλακές στη βόρεια Μιανμάρ, οι οποίες έχουν μετατρέψει την περιοχή σε ζώνη παραγωγής κρυσταλλικής μεθαμφεταμίνης, με τζίρο 40 δισ. δολαρίων. Η αρπακτική διάθεσή του, όμως, με την ανοχή της διαφθοράς, ευρείας κλίμακας, σε επιχειρήσεις που ελέγχει, εντείνει την αντιπάθεια του κοινού απέναντί του και τροφοδοτεί το κίνημα διαμαρτυρίας.

Την ίδια ώρα, η «μεγάλη κυρία» της βιρμανικής πολιτικής σκηνής, Αούνγκ Σαν Σου Τσι, παραμένει η δημοφιλέστερη προσωπικότητα στη χώρα και αναγκαία συνομιλητής για τον στρατό σε κάθε μελλοντική προσπάθεια δημοκρατικής αποκατάστασης. Παρότι η άρνηση της Αούνγκ να τοποθετηθεί με σαφήνεια κατά της σφαγής των μουσουλμάνων Ροχίνγκια στην επαρχία Ραχίν την καταδίκασε σε διεθνή απομόνωση, η αίγλη της παραμένει ισχυρή στη χώρα.