ΚΟΣΜΟΣ

Καλοί, κακοί και αδιάφοροι στη Μέση Ανατολή

kaloi-kakoi-kai-adiaforoi-sti-mesi-anatoli

ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ. Την ώρα που η αμερικανική κυβέρνηση δείχνει ότι η Μέση Ανατολή δεν αποτελεί πια το κυριότερο μέλημα της Ουάσιγκτον, τις νέες διπλωματικές προτεραιότητες της κυβέρνησης Μπάιντεν στην περιοχή αναλύει σε άρθρο της η επιθεώρηση Foreign Policy. Η αμερικανική κυβέρνηση έχει χωρίσει τα κράτη της Μέσης Ανατολής σε χώρες αυξημένου ενδιαφέροντος, όσες χρειάζονται την επιτήρηση ή τη βοήθεια των ΗΠΑ, και σε χώρες δευτερεύουσας σημασίας, οι οποίες αν και πιστεύουν ότι διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο, θα βρεθούν σύντομα στο περιθώριο.

Η Σαουδική Αραβία βρίσκεται ξεκάθαρα στη στήλη των χωρών που χρήζουν προσοχής. Η δολοφονία του δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι το 2018 κατέστησε τον διάδοχο του θρόνου Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν ανεπιθύμητο για τη νέα αμερικανική κυβέρνηση. Ο πρόεδρος Μπάιντεν απέφυγε έτσι να μιλήσει με τον πρίγκιπα, προτιμώντας να συνομιλήσει με τον ηλικιωμένο και ασθενή βασιλιά Σαλμάν στην πρώτη του τηλεφωνική κλήση με το Ριάντ. Η Σαουδική Αραβία παραμένει ωστόσο ο κυριότερος συνομιλητής της Ουάσιγκτον στη Μέση Ανατολή, ενώ κάθε διπλωματική πρωτοβουλία εξομάλυνσης των σχέσεων Ουάσιγκτον – Τεχεράνης θα περάσει οπωσδήποτε μέσω του Ριάντ.

Σε καθεστώς αυξημένης προσοχής βρίσκεται και το Ιράν για την κυβέρνηση Μπάιντεν, η οποία εκτιμά ότι η διπλωματία είναι η καλύτερη μέθοδος για να περιορισθούν οι πυρηνικές φιλοδοξίες της Τεχεράνης. Η Ουάσιγκτον θεωρεί ότι η πολιτική πίεσης της κυβέρνησης Τραμπ στο Ιράν οδήγησε σε επιτάχυνση και ενίσχυση του προγράμματος εμπλουτισμού ουρανίου. Σε μία προσπάθεια να αποδείξει την πυγμή της, η κυβέρνηση Μπάιντεν διέταξε τον βομβαρδισμό υποστηριζόμενων από το Ιράν δυνάμεων στη Συρία.

Στην κατηγορία αυξημένης προσοχής βρίσκεται και το Ισραήλ. Παρά τη δικαιολογημένη καχυποψία του Μπάιντεν απέναντι στον πρωθυπουργό Νετανιάχου, το Ισραήλ παραμένει απαραίτητος παράγοντας διατήρησης της αμερικανικής επιρροής στην περιοχή, ενώ αρραγής παραμένει η δέσμευση της Ουάσιγκτον για οικονομική, αμυντική και ηθική στήριξη της χώρας. Η επιθυμία του Μπάιντεν να εξασφαλίσει διπλωματική λύση στην ιρανική κρίση καθιστούν το Ισραήλ αναγκαίο στοιχείο της δυσεπίλυτης εξίσωσης.

Τα Εμιράτα

Την προσοχή των ΗΠΑ θα συνεχίζουν να συγκεντρώνουν τα Εμιράτα, ιδιαίτερα μετά την απόφαση του Αμπου Ντάμπι να αποσυρθεί στρατιωτικά από τον εμφύλιο της Υεμένης και την απόφαση για σταδιακή αποστασιοποίησή του από το Ριάντ. Την ίδια στιγμή, η υπογραφή των ειρηνευτικών συμφωνιών μεταξύ Ισραήλ και Εμιράτων ενίσχυσε την καλή θέληση της κυβέρνησης Μπάιντεν απέναντι στα κρατίδια αυτά.

Αντίθετα, σε καθεστώς απαξίας στα μάτια των ΗΠΑ αναμένεται να περιέλθει η Αίγυπτος. Αυτό εξυπηρετεί, όμως, μερίδα της αιγυπτιακής ελίτ και την κυβέρνηση Σίσι, οι οποίες θα εκμεταλλευθούν την ευκαιρία για προώθηση του μύθου ότι το Κάιρο έχει γίνει στόχος αμερικανικής συνωμοσίας. Εχέφρονες Αιγύπτιοι πιστεύουν ότι η έστω και προσωρινή αποστροφή της αμερικανικής προσοχής θα τους επιτρέψει να αντιμετωπίσουν την τουρκική επιβουλή στη Λιβύη, καθώς και άλλες περιφερειακές προκλήσεις.

Την αδιαφορία των ΗΠΑ θα πρέπει να περιμένει ότι θα αντιμετωπίσει η Τουρκία, χάνοντας τους πολλούς φίλους που διέθετε κάποτε στην Ουάσιγκτον. Οι πρώτες κινήσεις της κυβέρνησης Μπάιντεν δείχνουν ότι η Αγκυρα δεν θα έχει πρόσβαση στο Οβάλ Γραφείο. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχει ήδη ασκήσει κριτική στην Τουρκία για την καταπίεση των ομοφυλόφιλων και τις διώξεις εναντίον του επιχειρηματία Οσμάν Καβαλά. Μέχρι στιγμής, η προεδρία Μπάιντεν αγνόησε την πρόταση της Αγκυρας για συνομιλίες γύρω από την αγορά του ρωσικού αντιπυραυλικού συστήματος S-400.

Παρά την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο Μπάιντεν με τον πρωθυπουργό του Ιράκ, Μουσταφά αλ Καντιμί, η χώρα βρίσκεται στην κατηγορία των κρατών μικρότερης σημασίας. Κανείς στην Ουάσιγκτον δεν επιθυμεί να επενδύσει στην επιδιόρθωση της ιρακινής πολιτικής σκηνής, ενώ η Βαγδάτη από τη μεριά της δεν θέλει να καταστεί πεδίο μάχης σε πόλεμο διά αντιπροσώπων μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Ανάλογη αντιμετώπιση περιμένει και τη Συρία, καθώς η Ουάσιγκτον αδυνατεί να εκπονήσει αξιόπιστη στρατηγική για τη χώρα, έχοντας σηκώσει τα χέρια και ελπίζοντας ότι ο «συριακός βάλτος» θα καταπιεί τη Ρωσία, σαν ένα νέο Αφγανιστάν.

Την αδιαφορία της Ουάσιγκτον θα αντιμετωπίσει η Παλαιστινιακή Αρχή, όπως γίνεται άλλωστε παραδοσιακά. Παρά την επανεκκίνηση των διπλωματικών επαφών με τη Ραμάλα, η Ουάσιγκτον θα επιλέξει πάλι να αναλωθεί σε ατέρμονες συνομιλίες για μία λύση δύο κρατών, η οποία ουδέποτε θα ολοκληρωθεί.