ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Η Δύση οδηγεί την κούρσα των εξοπλισμών

Ηνωμένες Πολιτείες, Γαλλία και Γερμανία αυξάνουν τις εξαγωγές τους, σε υποχώρηση Ρωσία και Κίνα

Η Δύση οδηγεί την κούρσα των εξοπλισμών

Ο κόσμος έχει επιστρέψει σε ένα σκηνικό εντεινόμενου ανταγωνισμού μεταξύ μεγάλων δυνάμεων, φέρνοντας τη Δύση αντιμέτωπη με τις αυξημένες απειλές εθνικής ασφαλείας που θέτουν μια ρεβανσιστική Ρωσία και μια ανερχόμενη Κίνα: αυτό είναι το επαναλαμβανόμενο στερεότυπο αρκετών δεξαμενών σκέψης στον δυτικό κόσμο και ιδιαίτερα στις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, το Ινστιτούτο Ερευνών της Στοκχόλμης για τη Διεθνή Ειρήνη (SIPRI) σκιαγραφεί μια πολύ διαφορετική εικόνα. Οπως προκύπτει από την τελευταία έκθεσή του για το διεθνές εμπόριο οπλικών συστημάτων, Ηνωμένες Πολιτείες, Γαλλία και Γερμανία αύξησαν αισθητά τις εξαγωγές όπλων την προηγούμενη πενταετία, ενώ Ρωσία και Κίνα είδαν τις δικές τους εξαγωγές να υποχωρούν.

Η έκθεση του SIPRI που πρόσφατα είδε το φως της δημοσιότητας συγκρίνει τις εξαγωγές όπλων την πενταετία 2016-2020 με τις αντίστοιχες της αμέσως προηγούμενης πενταετίας 2011-2015. Συνολικά, το διεθνές εμπόριο οπλικών συστημάτων σημείωσε αύξηση κατά 5% (20% σε σύγκριση με την πρώτη πενταετία του αιώνα μας), αλλά το πιο ενδιαφέρον στοιχείο βρίσκεται στις εσωτερικές ανακατατάξεις μεταξύ των μεγάλων ανταγωνιστών. Οι ΗΠΑ, οι οποίες παραμένουν η ισχυρότερη εξαγωγική δύναμη στην πολεμική βιομηχανία, είδαν το μερίδιό τους στην παγκόσμια αγορά να αυξάνεται από 32% σε 37%. Πρώτος πελάτης της αμερικανικής πολεμικής βιομηχανίας στον κόσμο είναι η Σαουδική Αραβία, ακολουθούμενη από την Αυστραλία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Οι φόβοι των αραβικών μοναρχιών του Κόλπου για το Ιράν και της Αυστραλίας (όπως και της Ιαπωνίας και της Ινδίας) για την Κίνα ασφαλώς έπαιξαν τον ρόλο τους.

Ευνοϊκή ήταν η εξέλιξη και για τις δύο ισχυρότερες ευρωπαϊκές δυνάμεις σε αυτόν τον τομέα, Γαλλία και Γερμανία, που κατέχουν την τρίτη και την τέταρτη θέση αντίστοιχα στην παγκόσμια κατάταξη. Η Γαλλία όχι μόνον εδραιώθηκε στην τρίτη θέση, αλλά σημείωσε θεαματική αύξηση των εξαγωγών της κατά 44%, για να φθάσει να εκπροσωπεί το 8,2% του παγκόσμιου εμπορίου όπλων. Ο Μαξ Μούτσλερ από το Διεθνές Κέντρο Μετατροπής της Βόννης (BICC) εκτιμά πως η εμπορική επιτυχία της Γαλλίας οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στις μεγάλες συμφωνίες για πωλήσεις μαχητικών αεροσκαφών Rafale σε Αίγυπτο, Κατάρ, Ινδία και άλλες χώρες, ενώ συμπληρωματικό ρόλο διαδραμάτισαν οι επίσης σημαντικές εξαγωγές γαλλικών πολεμικών πλοίων. Από την πλευρά της, η Γερμανία είδε τις εξαγωγές της να αυξάνονται κατά 21% την ίδια πενταετία, παρά το γεγονός ότι η κυβέρνησή της κάνει λόγο για πολιτική «περιορισμένων» εξαγωγών και «πάγωσε» τις πωλήσεις νέων οπλικών συστημάτων σε Σαουδική Αραβία και Τουρκία. 

Σε αντίθεση με τις τρεις μεγάλες χώρες της Δύσης, οι εξαγωγές οπλικών συστημάτων της Ρωσίας υποχώρησαν την ίδια περίοδο κατά 22%. Η μεγάλη ευρασιατική δύναμη παραμένει δεύτερη στην παγκόσμια κατάταξη, με το μερίδιό της να περιορίζεται, όμως, σε 20%. Το μεγαλύτερο μέρος (γύρω στο 90%) αυτής της πτώσης προέρχεται από τη συρρίκνωση των εξαγωγών ρωσικών όπλων στην Ινδία, η οποία έχει βαλθεί να μειώσει την εξάρτησή της από τη Μόσχα και να διαφοροποιήσει τις πηγές εξοπλισμού της. Πτώση κατά 7,8% σημείωσαν και οι εξαγωγές όπλων της Κίνας, κυριότεροι πελάτες της οποίας ήταν το Πακιστάν, το Μπανγκλαντές και η Αλγερία. Αναφορικά με τους κυριότερους αγοραστές όπλων, στην πρώτη θέση βρίσκεται η Σαουδική Αραβία, η οποία καλύπτει το 11% των εισαγωγών σε παγκόσμια κλίμακα, ακολουθούμενη από την Ινδία (9,5%), την Αίγυπτο (5,8%), την Αυστραλία (5,1%) και την Κίνα (4,7%). Η μεγαλύτερη αύξηση στις εισαγωγές όπλων σημειώθηκε την τελευταία πενταετία στη Μέση Ανατολή, θέατρο πολλαπλών συγκρούσεων και αυξανόμενου ανταγωνισμού ανάμεσα στο Ιράν και στις σουνιτικές μοναρχίες του Κόλπου. Η Σαουδική Αραβία αύξησε τις εισαγωγές της κατά 61% και το Κατάρ –το οποίο απειλούνταν μέχρι πρόσφατα από το Ριάντ και τους συμμάχους του– κατά 361%. Η Τουρκία μείωσε τις εισαγωγές οπλικών συστημάτων την τελευταία πενταετία κατά 59%, αλλά αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στην ακύρωση της αγοράς F-35 με απόφαση των ΗΠΑ (λόγω των ρωσικών πυραύλων S-400) και στην ανάπτυξη της εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας, η οποία υποκαθιστά ώς ένα βαθμό τις εισαγωγές.
Συνολικά, οι εξαγωγές όπλων στις χώρες της Μέσης Ανατολής αυξήθηκαν άνω του 60% κατά την προηγούμενη πενταετία. Σε συνέντευξή του στην Deutsche Welle, ο ειδικός σε θέματα εξοπλισμών αναλυτής του SIPRI Πίτερ Βέζεμαν εκτιμά πως η τάση αυτή «προκαλεί ανησυχία, καθώς οι πολλαπλές κρίσεις στην περιοχή και το ενδεχόμενο κλιμάκωσης των εντάσεων εγκυμονούν κινδύνους για μεγάλες συγκρούσεις, για παράδειγμα μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ιράν». Σε ό,τι αφορά τις μελλοντικές τάσεις του διεθνούς εμπορίου όπλων, οι ειδικοί εναποθέτουν κάποιες ελπίδες ανάσχεσης των δυσοίωνων τάσεων στην… COVID-19. «Οι οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας μπορεί να οδηγήσουν ορισμένες χώρες να αναθεωρήσουν τα εξοπλιστικά τους προγράμματα τα επόμενα χρόνια», υπογραμμίζει ο Βέζεμαν. Για την ώρα, τίποτα δεν δείχνει περισσότερο αμφίβολο.