ΚΟΣΜΟΣ

Δύσκολος γρίφος για τον Σι Τζινπίνγκ το δημογραφικό

dyskolos-grifos-gia-ton-si-tzinpingk-to-dimografiko-561390175

Καθώς η Κίνα ανακοίνωσε την περασμένη Δευτέρα ότι κάθε ζευγάρι θα μπορούσε στο εξής να έχει μέχρι τρία παιδιά, αντί για δύο όπως ίσχυε μέχρι τότε, τα κρατικά μέσα ενημέρωσης εγκωμίαζαν τη νέα πολιτική ως μείζονα αλλαγή για την τόνωση της οικονομικής ανάπτυξης. Σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού, όμως, οι ανακοινώσεις προκάλεσαν αισθήματα αγανάκτησης. Οι γυναίκες ανησυχούν ότι η απόφαση θα επιδεινώσει τις διακρίσεις από τους εργοδότες, που είναι απρόθυμοι να πληρώσουν την άδεια μητρότητας. Οι νέοι καταγγέλλουν ότι ήδη δυσκολεύονται να βρουν εργασία και να φροντίσουν τον εαυτό τους, ιδίως αν έχουν να φροντίσουν ένα παιδί, πόσο μάλλον τρία, ενώ οι γονείς που ανήκουν στην εργατική τάξη δήλωσαν ότι η οικονομική επιβάρυνση θα ήταν αφόρητη. 

«Κατηγορηματικά όχι, δεν θα κάνουμε και άλλο παιδί», λέει ο Χου Νταϊφάνγκ, πρώην εσωτερικός μετανάστης στην επαρχία Σετσουάν. Στα 35 του χρόνια, ο Χου ήδη δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα, ιδιαίτερα αφότου αρρώστησε η μητέρα του και δεν μπορεί πλέον να βοηθάει στην ανατροφή των δύο παιδιών του ζευγαριού. «Απλώς επιβιώνουμε, δεν ζούμε πραγματικά», μας δηλώνει. Για πολλούς Κινέζους, οι ανακοινώσεις της Δευτέρας απλώς υπενθύμισαν ένα πρόβλημα που ήταν πασίγνωστο από καιρό: την ακραία ανεπάρκεια του κινεζικού κοινωνικού κράτους και των νομικών εγγυήσεων που θα ενθάρρυναν τα ζευγάρια να αποκτήσουν περισσότερα παιδιά. Στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης Weibo, οι χρήστες παραπονούνταν για τις αυξανόμενες εκπαιδευτικές δαπάνες, τα ενοίκια που εκτοξεύονται στα ουράνια και τα παρατεταμένα ωράρια, που εμποδίζουν την εκπλήρωση των γονεϊκών καθηκόντων. Επεσήμαιναν επίσης την έλλειψη παιδικών σταθμών, κάτι που μεταφέρει αποκλειστικά στους γονείς ή στους παππούδες και στις γιαγιάδες το βάρος της φροντίδας τους. Είναι αλήθεια ότι η κυβέρνηση υποσχέθηκε ότι θα λάβει μέτρα για τη στήριξη των νοικοκυριών, αλλά δεν υπήρξαν, μέχρι στιγμής, συγκεκριμένες ανακοινώσεις επί του θέματος.

Μετά τις αποτυχημένες πολιτικές του Μάο Τσετούνγκ για το «Μεγάλο Αλμα προς τα Εμπρός» και την Πολιτιστική Επανάσταση, το 1978 η ηγεσία του ΚΚΚ αναζήτησε τρόπους για να επιβραδύνει την ανάπτυξη του πολυπληθέστερου έθνους του κόσμου, που πλησίαζε το ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους. Τα γραφεία οικογενειακού προγραμματισμού ενθάρρυναν τα ζευγάρια να κάνουν ένα παιδί ή το πολύ δύο. Ορισμένες περιοχές προχώρησαν περισσότερο και άρχισαν να εφαρμόζουν τον κανόνα του «ενός παιδιού». Το 1980, το Κομουνιστικό Κόμμα επέβαλε στα 38 εκατομμύρια μέλη του να κάνουν μόνο ένα παιδί. Το μέτρο αυτό σταδιακά επεκτάθηκε και αποσκοπούσε στον περιορισμό της πληθυσμιακής αύξησης στο μηδέν έως το 2000. Η πολιτική άρχισε να εφαρμόζεται σε εθνικό επίπεδο, με ορισμένες εξαιρέσεις σε εθνοτικές μειονότητες και αγροτικές οικογένειες. Το Εθνικό Λαϊκό Συνέδριο ενέκρινε στη συνέχεια, το 1982, το νέο σύνταγμα, στο οποίο για πρώτη φορά καθιερώθηκε ο έλεγχος των γεννήσεων ως καθήκον κάθε Κινέζου πολίτη. 

Η δημογραφική ανάπτυξη όντως επιβραδύνθηκε, αλλά οι επιπτώσεις ήταν σοβαρές και πολυεπίπεδες. Στην επαρχία Γκουανγκσί το 2003, όπου οι κανονισμοί οικογενειακού προγραμματισμού εφαρμόζονταν αυστηρά, οι γονείς που προσπαθούσαν να αποκτήσουν σώνει και καλά γιους, πουλούσαν τις κόρες τους στη μαύρη αγορά. Σύμφωνα με Κινέζο ακαδημαϊκό, την εποχή εκείνη, το 80% των μωρών που «διακινούνταν» ήταν κορίτσια. Το 2008, καθώς ο κινεζικός πληθυσμός άρχιζε να γερνάει προτού καταφέρει να πλουτίσει, Κινέζοι αξιωματούχοι δήλωσαν ότι θα αρχίσουν να μελετούν πώς να σταματήσει ο περιορισμός του ενός παιδιού ανά οικογένεια, αλλά προειδοποίησαν ότι τυχόν αλλαγές θα γίνουν σταδιακά. Αν και η επιβολή της πολιτικής είχε ήδη χαλαρώσει σε πολλά μέρη της χώρας, εξακολουθούσαν να υπάρχουν αναφορές για αναγκαστικές στειρώσεις και αμβλώσεις. Στη συνέχεια, το 2014, η κυβέρνηση επέτρεψε στα ζευγάρια να κάνουν δύο παιδιά εάν ένας από τους γονείς είναι μοναχοπαίδι. Τελικά, το 2015 η Κίνα σταμάτησε πλήρως την πολιτική για το ένα παιδί καθώς ανακοίνωσε πως όλα τα παντρεμένα ζευγάρια θα έχουν το δικαίωμα να κάνουν δύο παιδιά. Η ανακοίνωση αυτή ήταν το πρώτο βήμα στην αντιμετώπιση της ταχείας γήρανσης της εργατικής τάξης. Κινέζοι ακαδημαϊκοί προειδοποίησαν τους ηγέτες της χώρας το 2020 πως η πρακτική ελέγχου του οικογενειακού προγραμματισμού για δεκαετίες οδήγησε σε απότομη μείωση της αύξησης του πληθυσμού, θέτοντας την Κίνα σε κίνδυνο για πιθανές δημογραφικές, οικονομικές, ακόμη και πολιτικές κρίσεις στο εγγύς μέλλον. Οι ερευνητές προειδοποιούν πως η μείωση του ρυθμού των γεννήσεων, μαζί με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής, σημαίνει ότι σύντομα θα υπάρχουν πολύ λίγοι εργαζόμενοι για να υποστηρίξουν τον τεράστιο γηράσκοντα κινεζικό πληθυσμό.

Η νέα αλλαγή πολιτικής ήρθε λίγες εβδομάδες αφότου τα στοιχεία της απογραφής έδειξαν ότι έλαβαν χώρα μόλις 12 εκατομμύρια γεννήσεις τον προηγούμενο χρόνο – ο χαμηλότερος αριθμός από το 1961. Σύμφωνα με την κινεζική κυβέρνηση, η νέα πολιτική «θα βοηθήσει στη βελτίωση της δομής του πληθυσμού της χώρας και στην εφαρμογή μιας εθνικής στρατηγικής για την ενεργή ανταπόκριση στη γήρανση του πληθυσμού».