ΚΟΣΜΟΣ

Οι καθαρίστριες της πανδημίας

Μια ποιήτρια φέρνει στο φως τις αόρατες αίθουσες των νοσοκομειακών πλυντηρίων

oi-katharistries-tis-pandimias-561444580

Οταν η Ισπανία επλήγη από το πρώτο κύμα της πανδημίας, η ποιήτρια και καθαρίστρια στο νοσοκομείο Punta Europa Μπεγκόνια Μ. Ρουέντα συνειδητοποίησε ότι ο κόσμος δεν αντιλαμβανόταν πόσο σημαντική ήταν η δουλειά όσων εργάζονταν στο δοκιμαζόμενο από έλλειψη πόρων σύστημα υγείας. «Στις οκτώ, οι άνθρωποι βγαίνουν στα μπαλκόνια τους για να χειροκροτήσουν / τους κόπους των γιατρών και των νοσοκόμων / αλλά λίγοι επικροτούν εκείνους της γυναίκας που σφουγγαρίζει και σκουπίζει το νοσοκομείο / ή εκείνων από εμάς που πλένουμε τα σεντόνια των ασθενών / με τα γυμνά μας χέρια», γράφει η Ρουέντα σε ένα από τα ποιήματα που απαρτίζουν την τελευταία της συλλογή με τίτλο «Υπηρεσία καθαριότητας», η οποία κέρδισε το φετινό βραβείο ποίησης Hiperión, δίνοντας μια ωμή, σκληρή, τρυφερή και μερικές φορές αστεία εικόνα από τις αόρατες αίθουσες των νοσοκομειακών πλυντηρίων. 

Το πρώτο μισό του βιβλίου ασχολείται με την πανδημία όπως φαίνεται από το δωμάτιο πλυντηρίων του νοσοκομείου Punta Europa στην Ανδαλουσία, όπου εργάζεται η 29χρονη ποιήτρια από το 2019. Το δεύτερο, που γράφτηκε πριν από τον κορωνοϊό, εξερευνά τις ζωές των ανθρώπων που εργάζονται εκεί και σε άλλα καθαριστήρια. «Ηθελα να επιστήσω την προσοχή των ανθρώπων στους εργαζομένους σε καθαριστήριο. Παραδοσιακά, μερικοί υποτιμούν τη δουλειά αυτή και ήθελα να τονώσω τις γυναίκες που την κάνουν. Είναι μια δουλειά που γίνεται σχεδόν αποκλειστικά από γυναίκες, αν και αυτό αρχίζει να αλλάζει», δήλωσε η Ρουέντα στην εφημερίδα El Pais.

Στο δεύτερο μισό του βιβλίου, ο θυμός και το σοκ υποχωρούν, δίνοντας τη θέση τους σε μια σειρά από οδυνηρές σκέψεις για την εργασία και το νόημά της. Σε ένα ποίημα, η Ρουέντα σιδερώνει παιδικές πιτζάμες και αναρωτιέται αν το παιδί που τις φορούσε έχει αναρρώσει. Σε ένα άλλο μυρίζει ένα ίχνος αρώματος καθώς διπλώνει μια πιτζάμα και θυμάται ότι εκείνοι που αντιμετωπίζουν τον θάνατο, μερικές φορές βουρτσίζουν τα μαλλιά τους και φορούν κολόνια «λες και ο θάνατος είναι άλλος ένας πρωινός κυριακάτικος περίπατος». «Μπορείς να απολυμάνεις τα σεντόνια και να τα πλύνεις σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες, αλλά μερικές φορές μπορείς ακόμα να μυρίσεις το άρωμα και αναρωτιέσαι πώς είναι δυνατόν», λέει. «Υπάρχει ένα ανθρώπινο ίχνος που προσκολλάται στα σεντόνια και μερικές φορές δεν μπορείς να το ξεπλύνεις».

Αλλα ποιήματα εξιστορούν τη ζωή των συναδέλφων της καθώς, έπειτα από μια κουραστική ημέρα δουλειάς, επιστρέφουν σπίτι, για να πλύνουν περισσότερα ρούχα και να περιμένουν τις οικογένειές τους. Ο σκοπός των ποιημάτων είναι να κάνουν τον αναγνώστη να νιώσει όπως η Ρουέντα στο καθαριστήριο αλλά και να αποτελέσουν ένα αρχείο της πανδημίας. «Το καθαριστήριο βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το νεκροτομείο: έβλεπα το ένα φέρετρο μετά το άλλο… Ελπίζω, απλώς, οι άνθρωποι που θα διαβάσουν αυτήν τη συλλογή στο μέλλον να νιώσουν πώς ζούσαμε στην πανδημία και πώς επιβιώσαμε».