ΚΟΣΜΟΣ

Η Βηρυτός παραμένει ακόμα βαριά πληγωμένη

Ενα χρόνο μετά τη φονική έκρηξη

Η Βηρυτός παραμένει ακόμα βαριά πληγωμένη

Τα σημάδια είναι ελάχιστα. Μόνο αν είσαι πολύ παρατηρητικός θα προσέξεις τις γρατζουνιές στις αγιογραφίες της εισόδου στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στη Βηρυτό. Εναν χρόνο μετά τη φονική έκρηξη της 4ης Αυγούστου 2020 στο λιμάνι της πρωτεύουσας, στον ναό έχουν επισκευαστεί σχεδόν όλες οι ζημιές. Οι φθορές στην οροφή και μια εικόνα με ένα κομμάτι γυαλί σφηνωμένο στο ξύλο της είναι τα μόνα που άφησε ανέγγιχτα ο π. Ιουστίνος, προϊστάμενος του ναού. «Τα κακά σουβενίρ», όπως τα λέει, θα μείνουν έτσι για να μαρτυρούν για πάντα την καταστροφή που βίωσε η πόλη δώδεκα μήνες πριν. 

Εκείνη την ημέρα ο αμπούνα, όπως τον αποκαλούν οι ντόπιοι, Ιουστίνος, ο ιερέας των Ελλήνων στη Βηρυτό, βρισκόταν μαζί με περίπου δέκα άτομα εντός του ναού, που απέχει μερικά εκατοντάδες μέτρα από το λιμάνι. Εψελνε τους Χαιρετισμούς, όταν μέσα σε δέκατα του δευτερολέπτου είδε τα τζάμια να σπάνε, τα στασίδια να αναποδογυρίζουν και τις πόρτες της εκκλησίας να «φεύγουν». Η μπροστινή πόρτα έπεσε πάνω στη γυναίκα του, τραυματίζοντάς την σοβαρά. 

Μέχρι σήμερα δεν έχει ξεχάσει αυτό που αντίκρισε όταν βγήκε έξω για να τη μεταφέρει στο διπλανό νοσοκομείο. «Είδα ερείπια παντού. Οι άνθρωποι σαν ζόμπι. Ολος ο κόσμος με αίμα. Δεν μπορούσαμε τότε να σκεφτούμε ότι μπορεί να υπήρχε κάτι στο λιμάνι που το προκάλεσε αυτό», λέει σε άπταιστα ελληνικά. Η γυναίκα του πατέρα Ιουστίνου υπέστη πολλαπλά κατάγματα, αλλά σώθηκε. Πολλοί από τη γειτονιά δεν είχαν την ίδια τύχη. 
Η πρωτοφανής έκρηξη, που προκλήθηκε από την ανάφλεξη μιας τεράστιας ποσότητας νιτρικού αμμωνίου που βρισκόταν στις αποθήκες του λιμανιού, στοίχισε τον θάνατο σε περισσότερους από 200 ανθρώπους και προκάλεσε τον τραυματισμό πάνω από 7.000, αλλά και τον εκτοπισμό 130.000 πολιτών από τις οικίες τους. Ενα χρόνο μετά, το δυστύχημα συνεχίζει να στοιχειώνει τους κατοίκους της πόλης και κυρίως τις οικογένειες που έχασαν κάποιον συγγενή τους.

Η Βηρυτός παραμένει ακόμα βαριά πληγωμένη-1
Πλήθος κόσμου κατέβηκε στους δρόμους της Βηρυτού για την επέτειο του ενός χρόνου από την καταστροφή της 4ης Αυγούστου 2020.

«Η ζωή μου σταμάτησε εκείνη την ημέρα, εκείνη τη στιγμή», λέει στην «Κ» η Μιρέιγ Κουρί. Εκείνο το καλοκαιρινό απόγευμα του Αυγούστου βρισκόταν μαζί με τα δυο της παιδιά στο διαμέρισμά τους, απέναντι από το λιμάνι. Η έκρηξη το διέλυσε εντελώς. Ο 15χρονος γιος της, Ελίας, τραυματίστηκε σοβαρά και μεταφέρθηκε στην εντατική, όπου 14 ημέρες μετά ξεψύχησε. «Για εμένα ως μητέρα, η μόνη ελπίδα που έχω πια είναι πως θα τον συναντήσω στην επόμενη ζωή. Κάθε βράδυ λέω πως πέρασε ακόμα μια ημέρα, και έτσι είμαι μια ημέρα πιο κοντά στο να δω τον γιο μου».

Καθημερινή μάχη

Τον τελευταίο χρόνο η οικογένεια Κουρί παλεύει καθημερινά με τη θλίψη και την οργή. Εκτός από το ψυχολογικό τραύμα, η 50χρονη μητέρα αντιμετωπίζει προβλήματα σωματικής υγείας, καθώς δεν μπορεί πια να περπατήσει μεγάλες αποστάσεις εξαιτίας των καταγμάτων στη μέση και στα πλευρά που υπέστη από την έκρηξη. Ο άνδρας της –ο μόνος που δεν ήταν εκείνη τη στιγμή στο σπίτι– υποφέρει από βαριά κατάθλιψη και σπάνια αφήνει πια το διαμέρισμά τους για να βγει έξω, ενώ η κόρη της ταλαιπωρείται μέχρι σήμερα με χειρουργεία στο πρόσωπο και στα δάχτυλα του αριστερού της χεριού. Τώρα, όπως δηλώνει, ο μόνος λόγος που την κρατάει στη ζωή, εκτός από το μεγάλο της παιδί, είναι ο αγώνας που δίνει για την απονομή δικαιοσύνης. «Είναι προσβολή, δεδομένου αυτού του μεγάλου θρήνου και του εγκλήματος που έγινε, οι πολιτικοί να επικαλούνται ασυλία και να μην προσέρχονται για ανάκριση». 

«Δολοφονηθήκαμε όλοι την 4η Αυγούστου»

Πράγματι, ένα χρόνο μετά την τραγωδία και παρά τα συνεχή αιτήματα και τις επίμονες διαμαρτυρίες των συγγενών των θυμάτων, η κυβέρνηση του Λιβάνου δεν έχει ολοκληρώσει την έρευνα για τα αίτια, αφήνοντας αναπάντητα σημαντικά ερωτήματα. «Πρέπει να ξέρουμε ποιος ήξερε γι’ αυτό, ποιος έβαλε το νιτρικό αμμώνιο, ποιος το άφησε εκεί. Χωρίς δικαιοσύνη, τι άλλο μας μένει», αναρωτιέται η Μισέλ Αντούν, που έχασε τον 36χρονο αδελφό της, εργάτη στο λιμάνι. Η μη απόδοση ευθυνών έχει προκαλέσει οργή όχι μόνο στους συγγενείς των θυμάτων αλλά στο σύνολο της κοινωνίας, η οποία έχει στιγματιστεί βαθιά από την έκρηξη. Ακόμη και αυτοί που δεν έχασαν κάποιο συγγενή ή τραυματίστηκαν, φέρουν βαριά ψυχολογικά τραύματα. «Επαιρνα για καιρό αγχολυτικά χάπια», «κάθε φορά που ακούω έναν δυνατό ήχο, ξυπνάει μέσα μου η μνήμη και ζω ξανά και ξανά την ίδια στιγμή», «βλέπω εφιάλτες», «νιώθω συνεχώς πως κάτι κακό θα συμβεί», «έχουν τελειώσει όλα». Αυτά είναι κάποια μόνο από τα συναισθήματα που μοιράστηκαν στην «Κ» άνθρωποι που βρίσκονταν στην ευρύτερη περιοχή του λιμανιού τη στιγμή της έκρηξης και μέχρι σήμερα δυσκολεύονται να ξεπεράσουν το σοκ. 

Ο θυμός τους για την απουσία δικαιοσύνης κλιμακωνόταν όλη την εβδομάδα πριν από την επέτειο του ενός χρόνου και κορυφώθηκε την 4η Αυγούστου, όταν χιλιάδες κάτοικοι κατέβηκαν στο λιμάνι, απέναντι από το μισοκατεστραμμένο σιλό που στέκει μπροστά στη θάλασσα, για να διαμαρτυρηθούν. «Δολοφονηθήκαμε όλοι την 4η Αυγούστου», γράφει το πλακάτ που κρατάει μια νεαρή Λιβανέζα, εξηγώντας με τον πιο απλό τρόπο πως η Βηρυτός έχει αποκτήσει ένα νέο, συλλογικό τραύμα και απαιτεί δικαίωση. 

Σκοτεινοί δρόμοι, ουρές για βενζίνη και ελλείψεις φαρμάκων

Η Βηρυτός παραμένει ακόμα βαριά πληγωμένη-2
Ο Ταρέκ Ραμπά, που εργάζεται ως παραγωγός λαχανικών, πουλάει τα βιολογικά λαχανικά του στην αγορά Souk El Tayeb, η οποία φιλοξενεί ντόπιους παραγωγούς με στόχο να υποστηρίξει την τοπική αγορά.

Για τους περισσότερους διαδηλωτές που μαζεύτηκαν στους δρόμους την ημέρα εκείνη, η σιωπή της κυβέρνησης απέναντι στο δράμα τόσων πολιτών αποτελεί το κρεσέντο μιας σειράς σκανδάλων διαφθοράς και κακής διαχείρισης, που έχουν σήμερα οδηγήσει το μικρό μεσογειακό κράτος στη χειρότερη οικονομική κρίση που έχει βιώσει τον τελευταίο αιώνα. 

«Οικονομικές κρίσεις σαν και αυτή συμβαίνουν συνήθως σε χώρες που βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση, όχι σε χώρες σε περίοδο ειρήνης», δηλώνει ο αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικών στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο Βηρυτού, Γουαλίντ Μαρούχ, μιλώντας στην «Κ». Οπως αναφέρει, η λιβανέζικη λίρα έχασε το 90% της αξίας της μέσα σε ενάμιση χρόνο, ξεκινώντας από τον Οκτώβριο του 2019. «Ο κατώτατος μισθός είναι 675.000 λιβανέζικες λίρες. Πριν από την κρίση, το ποσό αυτό ισοδυναμούσε με 440 δολάρια, πλέον ισοδυναμεί με μόλις 35. Δεν είναι πια αστείο». Η υποτίμηση της λίρας σε συνδυασμό με την αύξηση του πληθωρισμού έχει οδηγήσει σε τέτοια αύξηση τιμών ώστε ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της χώρας να μην μπορεί να αγοράσει πλέον βασικά αγαθά, όπως είναι το κρέας. 

Την ίδια ώρα, οι κάτοικοι ταλαιπωρούνται από τις σημαντικές ελλείψεις σε βενζίνη και πετρέλαιο αλλά και τις συνεχείς διακοπές ρεύματος, που φτάνουν σε διάρκεια τις 22 με 23 ώρες την ημέρα. Καθημερινά δημιουργούνται ουρές αυτοκινήτων έξω από τα βενζινάδικα. Το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, τα φανάρια στη Βηρυτό δεν λειτουργούν, τα φώτα στα τούνελ είναι σβηστά, ενώ τα βράδια οι δρόμοι είναι σκοτεινοί. Ο μόνιμος θόρυβος πλέον στην πόλη προέρχεται από τον μηχανικό ήχο που κάνουν οι γεννήτριες, οι οποίες αποτελούν και τη μοναδική λύση για παροχή ρεύματος σε σπίτια και επιχειρήσεις, εξαναγκάζοντας τους Λιβανέζους να πληρώνουν διπλά για το ρεύμα τους. Το χειρότερο ίσως όλων για τους κατοίκους είναι η έλλειψη φαρμάκων. Ενας μέσος Λιβανέζος δυσκολεύεται πλέον να βρει βασικά φάρμακα, όπως παρακεταμόλη, αντιβιώσεις ή και βρεφικό γάλα.
Ο δρ Μαρούχ περιγράφει την κατάσταση ως μια πλήρη κατάρρευση, η οποία προκλήθηκε από συνεχείς λανθασμένες κινήσεις της κυβέρνησης, όπως η μεγάλη αύξηση των μισθών δημοσίων υπαλλήλων πριν από τις εκλογές, αλλά και το μέγεθος της διαφθοράς. «Δεν καταστρέφεις την οικονομία μιας ολόκληρης χώρας επειδή είσαι διεφθαρμένος. Δεν ήταν ευχαριστημένοι με τα αυγά και έφαγαν ολόκληρη την κότα. Είναι ο καλύτερος τρόπος να το περιγράψω. Ο Λίβανος πρέπει να αποτελέσει ένα μάθημα για το πώς οι κυβερνητικές πολιτικές μπορούν να καταστρέψουν μια χώρα», τονίζει. 

Φόβοι για τους νέους

Η Βηρυτός παραμένει ακόμα βαριά πληγωμένη-3
Η Μισέλ Αντούν (αριστερά) έχασε τον αδελφό της από την έκρηξη στο λιμάνι. Δεξιά, η σύζυγος και τα παιδιά του αδικοχαμένου εργάτη.

Η οικονομική κατάσταση έχει γεννήσει φόβους για μια νέα διαρροή νέων από τη χώρα. «Η αδελφή μου είναι ήδη στην Ελλάδα και προσπαθεί να βρει έναν τρόπο να μεταφέρουμε την επιχείρησή μας εκεί», λέει ο 36χρονος Ταρέκ Ραμπά που εργάζεται ως παραγωγός λαχανικών. «Η κρίση με έχει χτυπήσει 100%. Ως παραγωγός, αγοράζω τα πάντα σε δολάρια: τους σπόρους, τα νάιλον, τους σωλήνες. Την ίδια ώρα πουλάω σε λιβανέζικες λίρες. Επίσης, εγώ πουλούσα τα προϊόντα μου κυρίως σε ξένους που μένουν στη Βηρυτό. Μετά την έκρηξη και την πτώση της λίρας, πολλοί από αυτούς έχουν φύγει», αναφέρει. Προς το παρόν, τα Σάββατα, ο Ταρέκ πουλάει τα βιολογικά λαχανικά του στην αγορά Souk El Tayeb, που φιλοξενεί ντόπιους παραγωγούς με στόχο να υποστηρίξει την τοπική αγορά. Μετά την έκρηξη, η αγορά μεταφέρθηκε σε ένα κτίριο που είχε πλήρως καταρρεύσει, στην περιοχή απέναντι από το λιμάνι. «Θέλαμε να ξαναχτίσουμε το κτίριο αυτό για να δώσουμε ξανά ζωή στο κομμάτι αυτό της πόλης», δήλωσε ο υπεύθυνος της Souk El Tayeb, Ζακ Σαφί, ο οποίος έχει προσθέσει μια νότα αισιοδοξίας στη γειτονιά. Στον ίδιο χώρο, σε συνεργασία με την αγορά, η κουζίνα Matbakh El Kell προετοιμάζει καθημερινά 2.000 γεύματα. Η συνεργατική κουζίνα ξεκίνησε ως μια έκτακτη βοήθεια για τους ανθρώπους που επλήγησαν από την έκρηξη. Πλέον, εξαιτίας της κρίσης, η κουζίνα συνεχίζει το έργο της για τους κατοίκους της πρωτεύουσας που έχουν ανάγκη. Για κάποιους από αυτούς, το γεύμα της κουζίνας είναι το μοναδικό που θα φάνε μέσα σε όλη την ημέρα.