ΚΟΣΜΟΣ

Μήπως τελικά είχε δίκιο ο Αμερικανός πρόεδρος;

Μήπως τελικά είχε δίκιο ο Αμερικανός πρόεδρος;

Η μόνιμη επωδός Αμερικανών αξιωματούχων ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονταν στο Αφγανιστάν για να εκπαιδεύσουν τον αφγανικό στρατό αποδείχθηκε ότι εμπεριείχε κάθε ψευδαίσθηση και ακατανοησία της αμερικανικής αποστολής στη χώρα. Η σκέψη και μόνον ότι εκείνο που χρειάζονταν οι Αφγανοί ήταν η πολεμική τους εκπαίδευση, μόνο φαιδρή μπορεί να χαρακτηριστεί.

Το πρόβλημα αφορούσε από την αρχή την πρόθεση –και όχι την ικανότητα– των Αφγανών συμμάχων μας να πολεμήσουν για λογαριασμό της διεφθαρμένης φιλοαμερικανικής και φιλοδυτικής κυβέρνησης της Καμπούλ. Από τους πρώτους μήνες της διένεξης, η αποφασιστικότητα των λιγοστών και ελαφρά οπλισμένων Ταλιμπάν κατέστη σαφής. Την ίδια στιγμή, οι αντάρτες κέρδιζαν την εκτίμηση του πληθυσμού, εμφανιζόμενοι ως υπερασπιστές της εθνικής κυριαρχίας και του ίδιου του Ισλάμ.

Η αμερικανική αποστολή στο Αφγανιστάν πρέπει έτσι να μείνει στην Ιστορία ως πλήρης αποτυχία; Τίποτα δεν έχει κριθεί ακόμη, καθώς όλα θα φανούν όχι την επαύριο της μεγάλης εξέλιξης, αλλά λίγο καιρό αργότερα, όταν οι περιφερειακές ισορροπίες θα έχουν πια αποκατασταθεί ή διαμορφωθεί εκ νέου.

Οι Ταλιμπάν γιόρτασαν την περασμένη εβδομάδα τη νίκη τους, υπενθυμίζοντας ότι επικράτησαν πάνω σε μία ακόμη υπερδύναμη. Ποιον δρόμο θα ακολουθήσουν τώρα: Οι αντάρτες θα συνεχίσουν άραγε την πολιτική του κινήματός τους, όπως τη γνωρίσαμε πριν από 20 χρόνια, προσφέροντας άσυλο στον Μπιν Λάντεν, επιβάλλοντας τη δική τους, πουριτανική εκδοχή του Ισλάμ και καταπιέζοντας τις γυναίκες; Ή μήπως θα επαναλάβουν τη φονική τους τρομοκρατική εκστρατεία με στόχο τη Δύση;

⇒ Διαβάστε επίσης: Νέα αμερικανική στρατηγική στη Μέση Ανατολή

Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει ακόμη στα παραπάνω ερωτήματα. Το μόνο βέβαιο είναι ότι οι χθεσινοί αντάρτες θα αναγκασθούν να αναλάβουν πλέον τη σίτιση και την οικονομική επιβίωση του αφγανικού λαού και αυτό θα απαιτήσει σημαντικά κεφάλαια και επενδύσεις από το εξωτερικό, κυρίως από χώρες πάνω στις οποίες οι ΗΠΑ ασκούν σοβαρή επιρροή, όπως το Κατάρ, τα Εμιράτα, η Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν και η Ευρωπαϊκή Ενωση.

Η φυγή των Ηνωμένων Πολιτειών σημαίνει επίσης ότι οι Ταλιμπάν θα πρέπει να μάθουν να ελίσσονται σε πολύ επικίνδυνα νερά, δίπλα σε καρχαρίες, όπως το Πακιστάν, η Ινδία, η Κίνα, η Ρωσία και το Ιράν. Δεν αποκλείεται, λοιπόν, να θέλουν να διατηρήσουν κάποιο δίαυλο επικοινωνίας με την Ουάσιγκτον. Αλλωστε, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Τόμας Ρούτινγκ, σε μια μελέτη που εκπόνησε για το Κέντρο Καταπολέμησης της Τρομοκρατίας, στο Ουέστποϊντ, «οι μετά το 2001 Ταλιμπάν αποδείχθηκε ότι έχουν αναπτύξει μια οργάνωση με ικανότητα μάθησης, μεγαλύτερο επαγγελματισμό, η οποία είναι ταυτόχρονα πιο ανοικτή στις επιρροές από το εξωτερικό».  

Παρά τα διόλου ενθαρρυντικά πρώτα σημάδια και τα καταγεγραμμένα περιστατικά παραβίασης των ανθρώπινων δικαιωμάτων από τους Ταλιμπάν, τίποτε δεν έχει κριθεί ακόμη. 

Το Αφγανιστάν του 2021

Το σύγχρονο Αφγανιστάν, σε αντίθεση με εκείνο του 2001, είναι πια πλήρως συνδεδεμένο με τον κόσμο, χάρη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η απόκρυψη ωμοτήτων από τα μάτια της διεθνούς κοινότητας καθίσταται πια ιδιαίτερα δυσχερής. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης της χώρας, όπου το 70% των κατοίκων διαθέτει κινητό τηλέφωνο, έχουν μετατραπεί σε πλατφόρμες καταγγελίας της κυβερνητικής διαφθοράς και αδικίας.

Στο σημερινό Αφγανιστάν, εκατομμύρια κορίτσια φοιτούν σε σχολεία και πανεπιστήμια. Τι θα κάνουν οι Ταλιμπάν; Θα τα κλείσουν όλα και θα διατάξουν την καθολική χρήση μπούργκας; Ισως αποφύγουν κάτι τέτοιο, καθώς θα αντιμετωπίσουν σίγουρα εσωτερικές πιέσεις από συζύγους και κόρες, οι οποίες έχουν ασπασθεί τις εκπαιδευτικές και τεχνολογικές καινοτομίες και αρνούνται να τις αποχωριστούν. 

Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση Μπάιντεν θα κριθεί και αυτή, όχι τόσο από την εξευτελιστική φυγή από την Καμπούλ, όσο από τη διαχείριση της κρίσης αφού κοπάσει η φωτιά. Βρισκόμαστε στην απαρχή της μεγαλύτερης γεωπολιτικής πρόκλησης στη σύγχρονη ιστορία. Από τη μία, η αδυσώπητη κλιματική αλλαγή, στην οποία, παρεμπιπτόντως, το Αφγανιστάν είναι εξαιρετικά ευάλωτο, χωρίς καμία δυνατότητα να αντιμετωπίσει όσα έρχονται, και από την άλλη η έστω και προσωρινή απόρριψη του δημοκρατικού πλουραλισμού από ορισμένες πρώην αποικίες της Δύσης, όπως η Λιβύη, ο Λίβανος, η Υεμένη, η Σομαλία.

Την τελευταία εικοσαετία, οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπάθησαν να υπεραμυνθούν της τρομοκρατικής απειλής από το Αφγανιστάν εισάγοντας στη χώρα σταθερότητα και ευημερία και την κυρίαρχη αξία της πολυμέρειας σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας: στην εκπαίδευση, στη θρησκεία, στα ΜΜΕ και τελικά στην ίδια την πολιτική. Ως προσέγγιση δεν ήταν καταδικαστέα, αλλά βασίζονταν στη λανθασμένη εκτίμηση ότι περισσότεροι Αφγανοί θα ασπάζονταν τις ίδιες αξίες. Πολλοί το έπραξαν, πολύ περισσότεροι όχι.

Η απόρριψη του δημοκρατικού προτύπου από σημαντική μερίδα των Αφγανών σημαίνει ότι ο πρόεδρος Μπάιντεν έπραξε σωστά εγκαταλείποντας το Αφγανιστάν, όπως τουλάχιστον δείχνουν προς στιγμή τα πράγματα.