ΚΟΣΜΟΣ

«ΗΠΑ και σύμμαχοι έκλειναν τα αυτιά τους στα κακά σενάρια»

ipa-kai-symmachoi-ekleinan-ta-aytia-toys-sta-kaka-senaria-561472054

Δυσκολευτήκαμε να βρούμε ώρα να μιλήσουμε την περασμένη εβδομάδα με την Ντανιέλα Σβάρτσερ. Ως εκτελεστική διευθύντρια για την Ευρώπη και την Ευρασία των Open Society Foundations, ήταν απασχολημένη καθημερινά με τις σύνθετες συνεννοήσεις που είναι αναγκαίες για τη διοργάνωση πτήσεων που θα μεταφέρουν ευάλωτους Αφγανούς εκτός της χώρας.

«Η πιο άμεση έγνοια μου αφορά τους ανθρώπους που ενεπλάκησαν τα τελευταία 20 χρόνια στην προσπάθεια αλλαγής της χώρας τους», λέει στην «Κ». «Πρόκειται για πολύ μεγάλο αριθμό ανθρώπων – από ακτιβιστές για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα δικαιώματα των γυναικών έως δασκάλους, δημοσιογράφους και άλλους πολλούς». Η Γερμανίδα ειδικός –μέχρι πρότινος επικεφαλής του European Council on Foreign Relations– δεν βλέπει κάποιο λόγο αισιοδοξίας ότι οι Ταλιμπάν θα υιοθετήσουν μια λιγότερο σκοταδιστική προσέγγιση απέναντι στην κοινωνία και ειδικότερα στις γυναίκες σε σύγκριση με τη δεκαετία του ’90.

Πώς κρίνει τη στάση των δυτικών χωρών απέναντι στα πλήθη των Αφγανών που θα χρειαστούν διεθνή προστασία από το νέο καθεστώς; «Υπάρχει η διάθεση των κυβερνήσεων να υποδεχθούν κόσμο. Στην περίπτωση της γερμανικής κυβέρνησης ο αριθμός που έχει αναφερθεί είναι 10.000 άτομα, πολλά από τα κρατίδια έχουν δηλώσει ότι μπορούν να φιλοξενήσουν ανθρώπους, ενώ έχει δοθεί η δυνατότητα ώστε η επεξεργασία των αιτήσεων για βίζα να γίνεται επί γερμανικού εδάφους – μια πολύ σημαντική αλλαγή».

Το πραγματικό πρόβλημα αυτή τη στιγμή παραμένει η κατάσταση επί του πεδίου στην Καμπούλ, εξηγεί. «Είναι πολύ δύσκολο και επικίνδυνο για τον οποιονδήποτε να επιχειρήσει να προσεγγίσει το αεροδρόμιο. Επιπλέον, ακόμα και αν φθάσουν εκεί και έχουν όλα τα απαραίτητα έγγραφα, είναι πολύ δύσκολο να μπουν στον χώρο του αεροδρομίου». Οι Ταλιμπάν έχουν ανακοινώσει ότι δεν θα επιτρέψουν σε Αφγανούς πολίτες να φύγουν από τη χώρα, σημειώνει, «αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι το εφαρμόζουν αυτό». Είναι πιθανό, όπως αναφέρει, στις διαπραγματεύσεις που έλαβαν χώρα στην Ντόχα τις προηγούμενες ημέρες να συμφωνήθηκε όσοι Αφγανοί έχουν εξασφαλίσει θέση σε πτήσεις προς τη Δύση να μην αποτρέπονται από το να φύγουν.

Μπάιντεν και Ευρώπη

Η κατάσταση στο Αφγανιστάν «είναι πολύ διαφορετική από εκείνη στη Συρία το 2015», τονίζει η Σβάρτσερ. «Είναι πολύ δύσκολο σήμερα για κάποιον να φύγει από το Αφγανιστάν. Προς το παρόν οι δυτικές κυβερνήσεις δίνουν μάχη για να φύγει περισσότερος κόσμος, όχι για να μη φθάσουν πρόσφυγες στα σύνορά τους. Αν μπορέσουν περισσότεροι άνθρωποι να φύγουν, ελπίζω τότε οι δυτικές χώρες να αυξήσουν τους αριθμούς που είναι πρόθυμες να δεχθούν». Εως τότε, σημειώνει, «είναι πολύ σημαντικό να μιλάμε με τους Ταλιμπάν, γιατί η Δύση έχει μια τεράστια ηθική δέσμευση προς όλους όσοι, είτε συνεργαζόμενοι με τις δυτικές κυβερνήσεις είτε ανεξάρτητα, εργάστηκαν για τους ίδιους στόχους».

Πώς σχολιάζει τη στάση του προέδρου Μπάιντεν απέναντι στις εξελίξεις; Δείχνει αμετανόητος, τόσο για την απόφαση απόσυρσης των ΗΠΑ, όσο και για τον χαοτικό τρόπο με τον οποίο αυτή διεξάγεται. «Τα επιχειρήματά του υπέρ της αποχώρησης είναι κατανοητά – και δεν είναι καινοφανή. Είναι κάτι που συζητείται εδώ και πολύ καιρό και αυτός ισχυρίζεται ότι πήρε τη δύσκολη απόφαση να φύγει ώστε να μη μετακυλίσει την ευθύνη στους διαδόχους του. Αυτό που είναι πολύ πιο δύσκολο να δικαιολογηθεί είναι η έλλειψη συντονισμού με τους συμμάχους και η απουσία προετοιμασίας επί του πεδίου. Πρόκειται για τεράστιο πολιτικό λάθος, βασισμένο σε λάθος εκτίμηση της κατάστασης. Είναι αξιοσημείωτο πόσοι μη κυβερνητικοί παράγοντες που βρίσκονται στη χώρα, αλλά και απλοί Αφγανοί πολίτες, προειδοποιούσαν για το τι θα συνέβαινε (μετά την αποχώρηση των στρατευμάτων) και μιλούσαν για σενάρια σαν αυτά που είδαμε τις τελευταίες ημέρες. Η αμερικανική κυβέρνηση και οι περισσότερες άλλες κυβερνήσεις με σημαντική παρουσία στο Αφγανιστάν έκλειναν τα αυτιά τους σε αυτά τα σενάρια. Αν έδιναν περισσότερη προσοχή σε τέτοιου είδους πηγές, πέρα από τις εκτιμήσεις των υπηρεσιών πληροφοριών, θα ήταν καλύτερα προετοιμασμένες για ό,τι συνέβη. Αντ’ αυτού, αντιμετωπίζουμε την τρέχουσα καταστροφική κατάσταση, με τον κάθε ευάλωτο Αφγανό να παίρνει τη ζωή του στα χέρια του για να φθάσει στο αεροδρόμιο και να μπει σε ένα από τα αεροπλάνα».

Αρνητικές προεκτάσεις

Οι τελευταίες εξελίξεις «δίνουν άπλετη τροφή στα αφηγήματα των ισλαμιστών και άλλων αυταρχικών δυνάμεων περί της παρακμής της Δύσης, της αποτυχίας της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και της αδυναμίας της Ευρώπης», σύμφωνα με τη Σβάρτσερ. Η παλινόρθωση των Ταλιμπάν, επιπλέον, όπως εξηγεί, θα προκαλέσει μια ευρεία συζήτηση για τον βαθμό στον οποίο μπορεί να υποστηριχθεί η οικοδόμηση ενός κράτους (state-building) από εξωγενείς παράγοντες και ποιες είναι οι προϋποθέσεις για να πετύχει ένα τέτοιο εγχείρημα. Ακόμη, με δεδομένη τη μετατόπιση του κέντρου βάρους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής προς Ανατολάς (Κίνα και Ινδοειρηνικός), που επικαλέστηκε ο Τζο Μπάιντεν ως λόγο για την απεμπλοκή από το Αφγανιστάν, «οι Ευρωπαίοι πρέπει να επενδύσουν περισσότερο στην εξωτερική πολιτική σε μέρη όπου οι συνέπειες των εξελίξεων θα επηρεάσουν άμεσα την Ευρώπη. Στην περίπτωση του Αφγανιστάν υπάρχει η ανθρωπιστική πτυχή, αλλά υπάρχει επίσης εκ νέου ο κίνδυνος η χώρα να μετατραπεί σε κόμβο της διεθνούς τρομοκρατίας, ενώ η περαιτέρω αποσταθεροποίηση της Μέσης Ανατολής θα έχει πολύ πιο άμεσο αντίκτυπο στην Ευρώπη παρά στις ΗΠΑ». Η Ουάσιγκτον «δεν θεωρεί την Ε.Ε. σοβαρό εταίρο στην εξωτερική πολιτική», υπογραμμίζει. Ενας τρόπος να αρχίσει να διαφαίνεται μια πιο συνεκτική ευρωπαϊκή πολιτική στις διεθνείς σχέσεις είναι να αξιοποιηθούν οι προβλέψεις των ευρωπαϊκών συνθηκών για λήψη αποφάσεων από «συμμαχίες των προθύμων», χωρίς ομοφωνία.

Ο αντίκτυπος στη Γερμανία

Για τον ρόλο που θα παίξει το φιάσκο στο Αφγανιστάν στην προεκλογική εκστρατεία στη Γερμανία, η Σβάρτσερ σημειώνει: «Ασκείται έντονη κριτική κατά των υπουργείων Εξωτερικών και Αμυνας και πιο πρόσφατα κατά του υπουργείου Εσωτερικών, με καταγγελίες για καθυστερήσεις στην επεξεργασία αιτημάτων για βίζα.

Χρειαζόμαστε μια δια-φανή διαδικασία διερεύνησης –τώρα, πριν αναλάβει η νέα κυβέρνηση– του τι πήγε στραβά, γιατί η κυβέρνηση δεν είχε τη σωστή εικόνα της κατάστασης επί του πεδίου και γιατί δεν ήταν προετοιμασμένη για το αρνητικό σενάριο. Σε δεύτερο χρόνο θα πρέπει να γίνει ένας διάλογος για τη συμμετοχή σε μελλοντικές διεθνείς στρατιωτικές αποστολές. Η ειρωνεία της παρούσας κατάστασης είναι ότι κάποια κόμματα που αντιτάχθηκαν στη συμμετοχή της Bundeswehr στην αποστολή στο Αφγανιστάν, σήμερα επικρίνουν την αποχώρηση των Αμερικανών.

Συνεπώς, ειδικά οι Πράσινοι και το Κόμμα της Αριστεράς, αλλά σε κάποιο βαθμό και το SPD, θα πρέπει να διευκρινίσουν πώς σκέφτονται για το θέμα της στρατιωτικής εμπλοκής της Γερμανίας σε διεθνείς κρίσεις στο μέλλον».