ΚΟΣΜΟΣ

Τυφώνες όπως η «Αϊντα» θα εξακολουθούν να μας νικούν, αν…

Το καταστροφικό πέρασμά της

tyfones-opos-i-ainta-tha-exakoloythoyn-na-mas-nikoyn-an-561486844

Ο τυφώνας «Αϊντα», ο οποίος χτύπησε τις ακτές της Λουιζιάνα κοντά στο Πορτ Φουρσόν ως πολύ ισχυρή καταιγίδα κατηγορίας 4, μας έδωσε πολλά μαθήματα. Το πρώτο είναι το πιο δύσκολο που πρέπει να αποδεχτούμε: ανεξάρτητα από το τι ξοδεύουμε για τις ευάλωτες παράκτιες περιοχές, δεν μπορούμε να προστατέψουμε τα πάντα. Πολύ απλά, είναι αδύνατο να σταματήσουμε την απώλεια γης και να εγγυηθούμε την ασφάλεια των ανθρώπων όσο το κλίμα συνεχίζει να αλλάζει, η στάθμη της θάλασσας συνεχίζει να ανεβαίνει και η θέρμανση των θαλασσών δημιουργεί ενισχυμένες καταιγίδες. Είναι αδύνατο ακόμα κι αν ξοδέψουμε πολλά χρήματα και το κάνουμε με τον σωστό τρόπο, όπως ακριβώς έκανε και η Λουιζιάνα.  

Η πολιτεία είναι πολύ μπροστά από την υπόλοιπη χώρα στον σχεδιασμό αντοχής, στις κατασκευές και τη χρηματοδότηση. Εχει ξοδέψει δεκάδες δισ. δολάρια και σχεδιάζει να ξοδέψει δεκάδες δισ. ακόμη για την οικοδόμηση φραγμάτων, φραγματικών νησίδων, υγροτόπων και θαλάσσιων τειχών. Με διακομματική υποστήριξη, οι πολιτειακοί αξιωματούχοι επένδυσαν στην επιστήμη και τη μηχανική που απαιτούνται για τον σχεδιασμό και την αξιολόγηση πολλών έργων. Ανέπτυξαν ένα σχέδιο για τον προγραμματισμό τους με βάση παράγοντες όπως η μείωση των ζημιών στις περιουσίες, η προστασία των οικοσυστημάτων και η διάσωση πολιτιστικών μνημείων. Ωστόσο, ακόμα κι αν χτίστηκαν πάνω από 97 χιλιόμετρα φραγμάτων, νησίδων και αναχωμάτων, η «Αϊντα» προκάλεσε φρικτές ζημιές στις περιοχές νότια της Νέας Ορλεάνης. Αυτές ακολούθησαν τις καταιγίδες που έπληξαν τη δυτική Λουιζιάνα το 2020 – τον τυφώνα «Λάουρα», μια άλλη καταιγίδα κατηγορίας 4 και τον τυφώνα «Δέλτα» δύο μήνες αργότερα. 

Σε ομοσπονδιακό επίπεδο, η κυβέρνηση ξοδεύει τεράστια ποσά, κατασκευάζοντας παραλίες και αμμόλοφους, ανοικοδομώντας κοινότητες μετά από καταιγίδες και χρηματοδοτώντας έργα μεγάλης ανθεκτικότητας. Ωστόσο δεν διαθέτει ένα ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο. Εκθεση του 2014 της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών, που εξέταζε τον ρόλο του σώματος μηχανικών στην προστασία των ακτών, κατέληξε στο ότι η υπηρεσία εκτελούσε έργα αποσπασματικά χωρίς καμία εθνική προοπτική σχετικά με το πού είναι καλύτερο να αναπτυχθεί το παράκτιο, προστατευτικό «τείχος». Δεν υπήρξε καμία καθοδήγηση για το πού σταματάει το όριο μεταξύ της ευθύνης του δημόσιου τομέα και του συμφέροντος του ιδιωτικού τομέα, σε ποιες περιοχές τα έργα θα είναι πιο αποτελεσματικά ή ακόμη και πού βρίσκονται τα μεγαλύτερα τρωτά σημεία. Πόσο πιο ασφαλείς όμως μπορούν να μας κάνουν όλα αυτά τα έργα υπό το πρίσμα του ραγδαία μεταβαλλόμενου κλίματος; Εκτός από την Αλάσκα, οι ΗΠΑ έχουν περίπου 61.000 μίλια ακτών και ποταμόκολπων. Είναι ασφαλές να πούμε ότι θα κοστίσει τρισεκατομμύρια δολάρια μόνο για να προσπαθήσουμε να συμβαδίσουμε με την τρέχουσα ευπάθεια αυτών των περιοχών και οικοσυστημάτων. Ακόμη όμως και τότε θα έχουμε καταιγίδες που μπορούν να κάνουν ακόμη και τα καλύτερα σχέδια να φαλιρίσουν. 

Δεν λέω να μην επιχειρήσουμε πουθενά να προστατέψουμε τις ακτές. Απλώς ζητώ να αναγνωρίσουμε ότι δεν μπορούμε να παρέχουμε αυτή την προστασία παντού. Πρέπει να αποφασίσουμε πού είναι προς το εθνικό μας συμφέρον να ξοδεύουμε ομοσπονδιακά χρήματα και σε ποια περιοχή η ενίσχυση των ακτών έχει τις καλύτερες πιθανότητες να παρέχει ουσιαστική, μακροπρόθεσμη προστασία. Ο μόνος τρόπος για να εγγυηθούμε πραγματικά την ασφάλεια των πολιτών και των υποδομών μας στο εγγύς μέλλον είναι να ξεφύγουμε από τον κίνδυνο. Σε πολλά μέρη που δεν μπορούμε να προστατεύσουμε, πρέπει να συζητήσουμε σοβαρά πώς μπορούμε να κάνουμε σταδιακά βήματα για να απομακρύνουμε τους ανθρώπους και τα σπίτια από τους φυσικούς κινδύνους.

Το κυριότερο, οφείλουμε να αποδεχθούμε ότι η παράκτια ζώνη θα βρίσκεται σε ολοένα αυξανόμενο κίνδυνο μέχρι να αντιμετωπίσουμε το μεταβαλλόμενο κλίμα με ουσιαστικό τρόπο. Ολες αυτές οι δαπάνες ενίσχυσης της ανθεκτικότητας είναι απλώς ένα τσιρότο, όχι μια θεραπεία. Μπορούμε να χτίσουμε όσα θαλάσσια τείχη, αμμόλοφους, παραλίες και έλη θέλουμε, αλλά μακροπρόθεσμα δεν θα λύσουμε με αυτόν τον τρόπο το πρόβλημά μας. Θα το αφήσουμε απλώς να πλανάται στον (μολυσμένο) αέρα.

Η συσχέτιση με το κλίμα

Η «Αϊντα» έφτασε το πρωί της περασμένης Κυριακής στις ακτές του Κόλπου του Μεξικού και εκατομμύρια κάτοικοι ήρθαν αντιμέτωποι με τον ισχυρότερο τυφώνα που έπληξε τη Λουιζιάνα σε τουλάχιστον 165 χρόνια. Τα υπολείμματά της έπληξαν τις επόμενες ημέρες τη Νέα Υόρκη και το Νιου Τζέρσεϊ, αφήνοντας πίσω αρκετά θύματα και μεγάλες καταστροφές. Οι δεσμοί μεταξύ των ισχυρών τυφώνων και της κλιματικής αλλαγής γίνονται ολοένα και πιο εμφανείς. Ενας θερμαινόμενος πλανήτης αναμένεται να δει ισχυρότερους τυφώνες με την πάροδο του χρόνου και υψηλότερη συχνότητα σφοδρών καταιγίδων. Οι τυφώνες γίνονται επίσης ολοένα και πιο υγροί λόγω των περισσότερων υδρατμών που υπάρχουν στη θερμότερη ατμόσφαιρα. Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι καταιγίδες όπως ο τυφώνας «Χάρβεϊ» το 2017 προκάλεσαν πολύ περισσότερη βροχή από ό,τι θα είχαν προκαλέσει χωρίς τις ανθρωπογενείς επιπτώσεις στο κλίμα. Επίσης, η άνοδος της στάθμης της θάλασσας συμβάλλει σε μεγαλύτερες πλημμύρες – κι αυτό είναι, ίσως, το πιο καταστροφικό και επικίνδυνο στοιχείο των τροπικών κυκλώνων.
 
* Ο κ. Robert S. Young είναι καθηγητής Γεωλογίας στο Western Carolina University.