ΚΟΣΜΟΣ

Οι συμφωνίες του Καμπ Ντέιβιντ

Η ειρήνευση του Ισραήλ και της Αιγύπτου δημιουργεί ελπίδες για το μέλλον της Μέσης Ανατολής

Οι συμφωνίες του Καμπ Ντέιβιντ

Το 1974 και το 1975, μετά τη λήξη του πολέμου του Γιομ Κιπούρ του Οκτωβρίου 1973, υπογράφηκαν κατόπιν αμερικανικής μεσολάβησης συμφωνίες απαγκίστρωσης στρατευμάτων του Ισραήλ και της Αιγύπτου από τη μεθόριο. Η αμερικανική διπλωματία και προσωπικά ο υπουργός Εξωτερικών, Χένρι Κίσινγκερ, είχαν υιοθετήσει μια στρατηγική σταδιακής προσέγγισης Ισραήλ – Αιγύπτου, ώστε να επιτευχθεί και κάποιου είδους μόνιμος διακανονισμός. Αλλά και ο Αιγύπτιος ηγέτης Ανουάρ Σαντάτ επιθυμούσε να κινηθεί στην οδό της ειρήνευσης με το Ισραήλ και προσέγγισης με τις ΗΠΑ. Ωστόσο, οι συνεχείς αποκαλύψεις για το σκάνδαλο Watergate στην Ουάσιγκτον, που άνοιξαν τον δρόμο για την παραίτηση του προέδρου Νίξον και την αντικατάστασή του από τον πιο αδύναμο Τζέραλντ Φορντ, οδήγησαν σε τέλμα τις απόπειρες για έναν πιο μόνιμο διακανονισμό. H μόνη σημαντική εξέλιξη που έλαβε χώρα ήταν η μονομερής καταγγελία από το Κάιρο, τον Μάρτιο του 1976, της συνθήκης φιλίας ΕΣΣΔ – Αιγύπτου που είχε συναφθεί το 1971.

Οι συμφωνίες του Καμπ Ντέιβιντ-1
Ο Χένρι Κίσινγκερ (εδώ σε φωτ. του 1975 συζητάει με τον Ανουάρ Σαντάτ στην Αλεξάνδρεια) έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πολυετή προσπάθεια των ΗΠΑ για ειρήνευση στη Μέση Ανατολή. 

Πορεία σύγκλισης λόγω οικονομικής δυσπραγίας

Από το 1977 οι εξελίξεις που έλαβαν χώρα στις ΗΠΑ, στην Αίγυπτο και στο Ισραήλ, προετοίμασαν το έδαφος για την επίτευξη ενός πιο μόνιμου ειρηνευτικού διακανονισμού. Ο νέος Αμερικανός πρόεδρος Τζίμι Κάρτερ επιθυμούσε διακαώς τη συνολική διευθέτηση της αραβοϊσραηλινής διαμάχης, περιλαμβανομένης της επίλυσης του παλαιστινιακού ζητήματος με τη συγκρότηση κάποιας «εθνικής εστίας» για τους Παλαιστινίους. Ετσι, κατά τους επόμενους μήνες η Ουάσιγκτον πίεσε το Ισραήλ και την Αίγυπτο να προβούν σε αμοιβαίες υποχωρήσεις, ανέλαβε πολλές πρωτοβουλίες και προθυμοποιήθηκε να χρησιμοποιήσει το «καρότο» της παροχής αυξημένης αμερικανικής οικονομικής βοήθειας προς τα δύο κράτη, ώστε να καταστεί ευκολότερος ένας συμβιβασμός. Επίσης, αρχικά η προεδρία Κάρτερ προσανατολιζόταν στη διεξαγωγή μιας ευρείας ειρηνευτικής διάσκεψης που θα λάμβανε χώρα στη Γενεύη, με συμμετοχή των ενδιαφερομένων μερών και υπό την αιγίδα των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ.

Καθώς κυρίως η Αίγυπτος, αλλά πλέον και το Ισραήλ, αντιμετώπιζαν σοβαρά οικονομικά προβλήματα, αυτό διαδραμάτισε σημαντικότατο ρόλο στην απόφαση να επιδιώξουν την επίλυση των διαφορών τους. Τα δύο κράτη βασίζονταν ολοένα και περισσότερο στον εξωτερικό δανεισμό και το δημόσιο χρέος τους είχε εκτοξευθεί (ιδίως της Αιγύπτου). Οι αμυντικές δαπάνες είχαν καταστεί δυσβάσταχτες. Η παραπαίουσα αιγυπτιακή οικονομία δεν είχε τη δυνατότητα στο εγγύς μέλλον να χρηματοδοτήσει τον επανεξοπλισμό των ενόπλων δυνάμεων της χώρας, πολύ περισσότερο να αντέξει μια νέα πολεμική σύγκρουση με το Ισραήλ. Αλλά και το τελευταίο είχε υποστεί σημαντικότατη οικονομική αιμορραγία και απώλειες κατά τον πρόσφατο πόλεμο του 1973 και βασιζόταν υπέρμετρα στην αμερικανική οικονομική και στρατιωτική βοήθεια.

Εν τω μεταξύ, το καλοκαίρι του 1977 στο Ισραήλ επικράτησε για πρώτη φορά στις εκλογές το δεξιό κόμμα Λικούντ υπό τον Μεναχέμ Μπέγκιν. Ο νέος πρωθυπουργός ήταν σκληροπυρηνικός και το Λικούντ ήταν αντίθετο στο δόγμα «εδάφη αντί ειρήνης», δηλαδή στην αποχώρηση του Ισραήλ από τα εδάφη που είχε κατακτήσει το 1967 με αντάλλαγμα την αναγνώρισή του από τους Αραβες και την επίτευξη μόνιμης ειρήνης. Τελικά, η νέα ισραηλινή κυβέρνηση αποδείχθηκε έτοιμη να διαπραγματευθεί την αποχώρηση των Ισραηλινών από το Σινά προκειμένου να υπογραφεί συνθήκη ειρήνης με την Αίγυπτο και να ομαλοποιηθούν οι διμερείς σχέσεις των δύο κρατών. Επέμεινε ωστόσο στη διατήρηση του ελέγχου της Δυτικής Οχθης του Ιορδάνη και της Λωρίδας της Γάζας, μη αποδεχόμενη την προοπτική δημιουργίας «εθνικής εστίας» για τους Παλαιστινίους.

Ο Σαντάτ επειγόταν περισσότερο από τον Μπέγκιν για την οριστική ειρήνευση. Τον Νοέμβριο του 1977 επισκέφθηκε το Ισραήλ και μίλησε στο Κοινοβούλιο – ενέργεια που ουσιαστικά ισοδυναμούσε με διπλωματική αναγνώριση του Ισραήλ. Επειτα, κατά το πρώτο μισό του 1978, ο Σαντάτ διαπραγματεύτηκε την αποχώρηση των Ισραηλινών, όχι μόνο από το Σινά αλλά και από το σύνολο των κατεχομένων, καθώς ιδανικά προτιμούσε και την επίλυση του Παλαιστινιακού. Σε αντάλλαγμα, προσέφερε την προοπτική μόνιμης ειρήνης και αναγνώριση της ύπαρξης του Ισραήλ από ολόκληρο τον αραβικό κόσμο, ώστε να παγιωθεί η ασφάλεια και η σταθερότητα στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, ο Μπέγκιν δεν ήταν διατεθειμένος να αναγνωρίσει το δικαίωμα των Παλαιστινίων στην αυτοδιάθεση και επιδίωξε την αναγνώριση της ισραηλινής κυριαρχίας και στη Δυτική Οχθη του Ιορδάνη (με την ανατολική Ιερουσαλήμ). Καθώς ελλόχευε ο κίνδυνος κατάρρευσης των διμερών ειρηνευτικών συνομιλιών, παρενέβη ο πρόεδρος Κάρτερ που κάλεσε τους δύο ηγέτες να προσέλθουν με τους συμβούλους τους στο Καμπ Ντέιβιντ (την παραθεριστική οικία του εκάστοτε προέδρου των ΗΠΑ). Τον Σεπτέμβριο του 1978 οι τρεις ηγέτες και οι σύμβουλοί τους ήρθαν σε συμφωνία που είχε δύο σκέλη: α) ένα σχέδιο για την ειρήνη στη Μέση Ανατολή, που αναφερόταν στην επίλυση του Παλαιστινιακού και β) ένα σχέδιο για την ειρήνη ανάμεσα σε Αίγυπτο και Ισραήλ.

Οι συμφωνίες του Καμπ Ντέιβιντ-2
18 Σεπτεμβρίου 1978. Ο Αιγύπτιος πρόεδρος Ανουάρ Σαντάτ και ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μεναχέμ Μπέγκιν αγκαλιάζονται, ενώ ο ενθουσιασμένος Αμερικανός πρόεδρος Τζίμι Κάρτερ χειροκροτεί, κατά τη διάρκεια της επίσημης ανακοίνωσης της συμφωνίας ειρήνης μεταξύ των δύο χωρών. Τελικά, η επίσημη υπογραφή της Συνθήκης της Ουάσιγκτον επετεύχθη στις 26 Μαρτίου 1979.

Οι συνομιλίες μεταξύ Σαντάτ και Μπέγκιν

Στην πραγματικότητα, το σχέδιο για την ειρήνευση στη Μέση Ανατολή και την επίλυση του Παλαιστινιακού ήταν μια γενικόλογη διακήρυξη αρχών και προθέσεων, που συγκάλυπτε τις διαφορετικές θέσεις της Αιγύπτου και του Ισραήλ πάνω στο ζήτημα αυτό. Η ισραηλινή ηγεσία παρέμενε ακλόνητη στη βούλησή της να μην αποχωρήσει από τη Δυτική Οχθη (με την ανατολική Ιερουσαλήμ), αλλά και από τη Λωρίδα της Γάζας, ενώ ο Σαντάτ δεν μπορούσε να αναγνωρίσει την ισραηλινή κατοχή εκεί. Ετσι, το σχέδιο έκανε λόγο για παροχή «πλήρους αυτονομίας» των Παλαιστινίων στις επίμαχες περιοχές και για αναγνώριση των «νόμιμων δικαιωμάτων τους», δίχως όμως κάτι πιο απτό και δίχως να τους αναγνωρίζεται το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση.
Αντίθετα, το σχέδιο για την ειρήνη ανάμεσα σε Αίγυπτο και Ισραήλ υλοποιήθηκε. Προέβλεπε την πλήρη αποχώρηση των Ισραηλινών από το σύνολο της Χερσονήσου του Σινά και την επιστροφή αυτών των εδαφών στην Αίγυπτο εντός μιας τριετίας. Επίσης, η Αίγυπτος αναλάμβανε την υποχρέωση να επιτρέπει εφεξής την ελεύθερη διέλευση των ισραηλινών πλοίων από τα Στενά του Τιράν στην Ερυθρά Θάλασσα, αλλά και από τη Διώρυγα του Σουέζ. Παρά την επίτευξη της συμφωνίας, κατά τους επόμενους μήνες υπήρξε δυστοκία στη σύναψη της συνθήκης ειρήνης Αιγύπτου – Ισραήλ και στην εφαρμογή των συμφωνηθέντων. Τελικά, έπειτα από νέα αμερικανική παρέμβαση και προσωπικά του Κάρτερ, οι Σαντάτ και Μπέγκιν υπέγραψαν στην αμερικανική πρωτεύουσα τη Συνθήκη της Ουάσιγκτον στις 26 Μαρτίου 1979, δηλαδή τη συνθήκη ειρήνης μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ. Με αυτή τη συνθήκη τα δύο μέρη ανέλαβαν να εφαρμόσουν το σκέλος των συμφωνιών του Καμπ Ντέιβιντ που αφορούσε την εξομάλυνση των διμερών τους σχέσεων. Πράγματι, έκτοτε Αίγυπτος και Ισραήλ δεν ήλθαν ξανά σε ρήξη, ενώ το Σινά επιστράφηκε οριστικά στην Αίγυπτο το 1982. Αντίθετα, για περίπου 15 έτη δεν σημειώθηκε πρόοδος στην επίλυση του Παλαιστινιακού.

Οι συμφωνίες του Καμπ Ντέιβιντ-3
19.9.1978. Οι έντονες αντιδράσεις του αραβικού κόσμου για τη συμφωνία του Καμπ Ντέιβιντ προβάλλονται στο πρωτοσέλιδο της «Κ».

Αντιδράσεις, συνέπειες και αποτίμηση της συνθήκης

Με τις συμφωνίες του Καμπ Ντέιβιντ και τη Συνθήκη της Ουάσιγκτον εξομαλύνθηκαν οι σχέσεις του Ισραήλ με την Αίγυπτο, τη χώρα που είχε σηκώσει το κύριο βάρος του αγώνα του αραβικού κόσμου κατά τους τέσσερις αραβοϊσραηλινούς πολέμους μεταξύ του 1948 και του 1973. Παρά τις αντιδράσεις στο εσωτερικό της Αιγύπτου, η πλειονότητα των Αιγυπτίων εντέλει υποστήριξε την επιλογή του Σαντάτ να προτάξει την υπεράσπιση των στενότερων αιγυπτιακών συμφερόντων. Επίσης, πλέον η Αίγυπτος μπορούσε να υπολογίζει σε αμερικανική οικονομική βοήθεια και διπλωματική υποστήριξη. Αντίστροφα, η ρήξη ανάμεσα σε Αίγυπτο και ΕΣΣΔ κατέστη οριστική. Ακόμα, η Αίγυπτος και η ηγεσία της απομονώθηκαν από τα υπόλοιπα αραβικά κράτη, που διέκοψαν τις διπλωματικές και εμπορικές σχέσεις με τη χώρα για περίπου μία δεκαετία, ενώ πετρελαιοπαραγωγά κράτη, όπως η Σαουδική Αραβία, διέκοψαν την παροχή οικονομικής βοήθειας. Οι ενέργειες αυτές, βέβαια, επέτειναν και την οικονομική εξάρτηση της Αιγύπτου από τις ΗΠΑ. Ο αραβικός κόσμος αντέδρασε τόσο έντονα, όχι μόνο διότι θεώρησε πως ο Σαντάτ πρόδωσε τους Παλαιστινίους και τον αγώνα τους, αλλά και επειδή θεωρήθηκε ότι αν η Αίγυπτος είχε δράσει από κοινού με τα άλλα αραβικά κράτη στις διαπραγματεύσεις με το Ισραήλ, θα είχε επιτύχει καλύτερα αποτελέσματα.

Το Ισραήλ προέβη στις μικρότερες δυνατές παραχωρήσεις, αφού εκκένωσε μόνο τη Χερσόνησο του Σινά, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα γενναιόδωρη αμερικανική βοήθεια, καθώς και ελευθερία ναυσιπλοΐας μέσω της Διώρυγας του Σουέζ και των Στενών του Τιράν. Αναγνωρίστηκε διπλωματικά από την Αίγυπτο (το μεγαλύτερο αραβικό κράτος) και εξομάλυνε τις σχέσεις μαζί της, αδρανοποιώντας έκτοτε την ισχυρότερη απειλή. Κανένα αραβικό κράτος δεν θα προχωρούσε σε ανοικτή πολεμική σύγκρουση με το Ισραήλ, δίχως τη συμμετοχή της Αιγύπτου. Ομως, το Ισραήλ δεν κατόρθωσε να επιτύχει απόλυτη ασφάλεια. Οι Παλαιστίνιοι κλιμάκωσαν κατά τα επόμενα έτη τον ένοπλο αγώνα τους, ενώ και η διαιώνιση της αστάθειας στη Μέση Ανατολή ενέπλεξε το Ισραήλ σε νέες περιπέτειες στον Λίβανο. Πάντως, έκτοτε δεν απειλήθηκε η ίδια η ύπαρξη και υπόσταση του κράτους του Ισραήλ.

Η συνομολόγηση ειρήνης ανάμεσα στην Αίγυπτο και στο Ισραήλ πιστώθηκε ως επιτυχία της αμερικανικής διπλωματίας και του Κάρτερ προσωπικά. Απομάκρυνε μια σημαντική εστία ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή και δημιούργησε προσδοκίες για μεγαλύτερη σταθερότητα εκεί, ενώ επιβεβαίωσε την αμερικανική υπεροχή και επιρροή, ιδίως έναντι της Μόσχας. Πράγματι, η Σοβιετική Ενωση δεν έλαβε τελικά μέρος στην ειρηνευτική διαδικασία και απώλεσε οριστικά το μέχρι πρότινος κυριότερο έρεισμά της στην περιοχή, την Αίγυπτο. Ωστόσο, η ειρηνευτική διαδικασία έμεινε ημιτελής. Το παλαιστινιακό ζήτημα παρέμεινε άλυτο και γενικότερα δεν εμπεδώθηκε κλίμα σταθερότητας και ασφάλειας 
στην ευρύτερη περιοχή.
 
* Ο κ. Διονύσης Χουρχούλης είναι επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου.

Επιμέλεια: Ευάνθης Χατζηβασιλείου