COVID διαρκείας, νέος «ένοχος»

COVID διαρκείας, νέος «ένοχος»

Ερευνα συνδέει τα συμπτώματα με τα χαμηλά επίπεδα της ορμόνης σεροτονίνης

3' 42" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Μια νέα εξήγηση για πολλές περιπτώσεις της λεγόμενης long COVID (COVID διαρκείας), βασισμένη στο εύρημα πως τα επίπεδα σεροτονίνης στα άτομα με την περίπλοκη πάθηση ήταν σημαντικά χαμηλότερα από το φυσιολογικό, προτείνει ομάδα Αμερικανών επιστημόνων. Στη μελέτη που δημοσιεύθηκε τη Δευτέρα στην επιστημονική επιθεώρηση Cell, η ερευνητική ομάδα από το Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια υποστηρίζει πως τα μειωμένα επίπεδα της «ορμόνης της καλής διάθεσης» οφείλονται σε υπολείμματα του ιού που έχουν μείνει στο πεπτικό σύστημα των ασθενών. Η μειωμένη σεροτονίνη μπορεί να εξηγήσει συγκεκριμένα προβλήματα μνήμης, όπως και κάποια νευρολογικά και γνωσιακά συμπτώματα τα οποία άνθρωποι που ασθένησαν με κορωνοϊό δηλώνουν πως αντιμετωπίζουν πολύ καιρό αφότου ιάθηκαν.

Πρόκειται για μία από τις αρκετές νέες έρευνες που προσπαθούν να εντοπίσουν συγκεκριμένες βιολογικές αλλαγές στο σώμα των ασθενών που πάσχουν από long COVID, προσφέροντας σημαντικά ευρήματα για μια πάθηση που παίρνει πολλές διαφορετικές μορφές ανάλογα με τον ασθενή και η οποία δεν αναγνωρίζεται με τα συνηθισμένα εργαλεία διάγνωσης, όπως είναι οι ακτίνες Χ.

Ομως, η εν λόγω έρευνα θα μπορούσε να κατευθύνει τις θεραπείες προς νέες φαρμακευτικές αγωγές, οι οποίες να περιλαμβάνουν σκευάσματα που ανεβάζουν τα επίπεδα της σεροτονίνης. Από τη μεριά τους, οι συντάκτες δήλωσαν πως το «μονοπάτι» που ακολουθεί η έρευνά τους συνδυάζει μερικές από τις επικρατέστερες θεωρίες για το τι προκαλεί τα παρατεταμένα συμπτώματα της COVID: υπολείμματα του ιού στο σώμα, επίμονες φλεγμονές, θρόμβοι στο αίμα και φθορές στο νευρικό σύστημα. «Ολες αυτές οι διαφορετικές υποθέσεις είναι πολύ πιθανό να συνδέονται με την “κλωστή” της σεροτονίνης», δήλωσε ο Κρίστοφ Τάις, επικεφαλής της μελέτης και αναπληρωτής καθηγητής Μικροβιολογίας στο Πανεπιστήμιο Πέρελμαν της Πενσιλβάνια. «Ακόμη κι αν δεν βιώνουν όλοι οι ασθενείς προβλήματα με τη σεροτονίνη, ένα υποσύνολο αυτών πιθανότατα θα ανταποκριθεί σε θεραπείες που στοχεύουν εκεί», πρόσθεσε.

«Πρόκειται για μια εξαιρετική μελέτη που ορίζει τα χαμηλά επίπεδα κυκλοφορίας της σεροτονίνης στο αίμα ως μηχανισμό που ευθύνεται για την COVID διαρκείας», δήλωσε η Ακίκο Ιβασάκι, ανοσολόγος στο Πανεπιστήμιο Γέιλ. Μια ομάδα επιστημόνων, στην οποία ανήκει και η ίδια, είχε πριν από λίγο καιρό δημοσιεύσει μια άλλη έρευνα που συνέδεε συμπτώματα της long COVID με χαμηλά επίπεδα της ορμόνης κορτιζόλης. Αμφότερες οι έρευνες έχουν καταφέρει να εντοπίσουν συγκεκριμένες υποκατηγορίες της πάθησης ή διαφορετικούς βιολογικούς παράγοντες που προκαλούν τα διάφορα στάδιά της.

Υπολείμματα του ιού στο σώμα, επίμονες φλεγμονές, θρόμβοι στο αίμα και φθορές στο νευρικό σύστημα: όλα είναι πιθανό να συνδέονται με την «κλωστή» της σεροτονίνης.

Οι ερευνητές ανέλυσαν το αίμα 58 ασθενών οι οποίοι αντιμετώπιζαν COVID διαρκείας για διάστημα μεταξύ 3 και 22 μηνών μετά τη μόλυνσή τους. Τα αποτελέσματα αυτά συγκρίθηκαν με την ανάλυση αίματος 30 ατόμων χωρίς συμπτώματα μετά τη λοίμωξη και 60 ασθενών που βρίσκονταν στο πρώιμο, οξύ στάδιο της λοίμωξης από τον κορωνοϊό. Ο Μαγιάν Λεβί, επικεφαλής της έρευνας και επίκουρος καθηγητής Μικροβιολογίας στην Ιατρική Σχολή Πέρελμαν, δήλωσε ότι τα επίπεδα της σεροτονίνης και άλλων ουσιών που εμπίπτουν στην ευρύτερη κατηγορία των μεταβολιτών έπεσαν στους ασθενείς αμέσως μετά τη μόλυνση από κορωνοϊό, κάτι που συμβαίνει επίσης αμέσως έπειτα από άλλες ιογενείς λοιμώξεις. Ομως στα άτομα με long COVID η σεροτονίνη ήταν το μόνο σημαντικό μόριο που δεν επανήλθε στα επίπεδα πριν από τη μόλυνση, είπε.

Η ομάδα ανέλυσε δείγματα κοπράνων ορισμένων ασθενών με μακρά COVID και διαπίστωσε ότι περιείχαν εναπομείναντα ιικά σωματίδια. Συνδυάζοντας τα ευρήματα αυτά με έρευνες σε ποντίκια και συνθετικά μοντέλα του ανθρώπινου εντέρου, στο οποίο παράγονται οι μεγαλύτερες ποσότητες σεροτονίνης, η ομάδα εντόπισε ένα μονοπάτι από το οποίο είναι πιθανό να περνούν πολλές περιπτώσεις long COVID.

Τι προκαλεί το πρόβλημα

Η ιδέα είναι η εξής: Τα υπολείμματα του ιού ωθούν το ανοσοποιητικό σύστημα να παράγει πρωτεΐνες που καταπολεμούν τη λοίμωξη και ονομάζονται ιντερφερόνες. Τα υψηλά επίπεδα ιντερφερονών προκαλούν φλεγμονή που μειώνει την ικανότητα του οργανισμού να απορροφήσει την τρυπτοφάνη, ένα αμινοξύ που βοηθά στην παραγωγή σεροτονίνης στο έντερο. Οι θρόμβοι αίματος που μπορεί να σχηματιστούν έπειτα από λοίμωξη από κορωνοϊό μπορεί να μειώσουν την ικανότητα του σώματος να κυκλοφορεί σεροτονίνη. Η μειωμένη σεροτονίνη εμποδίζει την ομαλή λειτουργία του πνευμονογαστρικού νεύρου, το οποίο με τη σειρά του μεταφέρει ηλεκτρικά σήματα ανάμεσα στο σώμα και στον εγκέφαλο. Η σεροτονίνη παίζει ρόλο στη μνήμη μικρής διάρκειας και οι ερευνητές πρότειναν πως η μειωμένη παρουσία της στο σώμα θα μπορούσε να οδηγήσει σε μνημονικά προβλήματα και άλλα γνωσιακά προβλήματα που ταλαιπωρούν τους ανθρώπους με την πάθηση.

«Κατάφεραν να δείξουν με απλά βήματα πως το βίαιο πλήγμα που δέχεται η σεροτονίνη οδηγεί αρχικά σε δυσλειτουργία του νευρικού συστήματος και έπειτα σε προβλήματα μνήμης», λέει η Ιβασάκι.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT