ΚΟΣΜΟΣ

Τα μεγάλα λάθη των δύο πλευρών

ta-megala-lathi-ton-dyo-pleyron-2012258

«Ρώσοι, Αμερικανοί, Ευρωπαίοι και Ουκρανοί έχουν βαλθεί να καταρρίψουν το παγκόσμιο ρεκόρ ψευδολογίας, υποκρισίας, ιδιοτέλειας και αυτοκαταστροφής στην εξωτερική πολιτική». Με αυτά τα λόγια αρχίζει η ανάλυση του Λέσλι Γκελμπ, επίτιμου προέδρου του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων –από τις πιο σοβαρές δεξαμενές σκέψεις στις ΗΠΑ– για την ουκρανική κρίση. Πρόκειται για μια από τις λίγες, ψύχραιμες φωνές που αποφεύγουν τη λογική του «μαύρου-άσπρου», σε μια περίοδο που η ψυχροπολεμική ατμόσφαιρα μεταξύ Δύσης και Ρωσίας ευνοεί τις μονόπλευρες θεωρήσεις.

Ο Αμερικανός αναλυτής υπενθυμίζει κάτι που συχνά αποσιωπούν πολλά διεθνή μέσα ενημέρωσης: ότι «η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται στην ίδια την Ουκρανία». Και εξηγεί: «Ο ανατραπείς πρόεδρος Βίκτορ Γιανουκόβιτς ήταν απατεώνας. Το χειρότερο είναι ότι εκλέχτηκε δημοκρατικά. Ακόμα χειρότερα, οι προκάτοχοί του, Βίκτορ Γιούσενκο και Γιούλια Τιμοσένκο, ήταν εξίσου απατεώνες. Δεν είναι λοιπόν περίεργο, που χιλιάδες Ουκρανοί κατέβηκαν στους δρόμους του Κιέβου, αψηφώντας το δριμύ ψύχος, για να διαμαρτυρηθούν».

Ασκώντας σκληρή κριτική στους νέους ηγέτες του Κιέβου για τους νόμους που έσπευσαν να περάσουν εναντίον των Ρωσόφωνων, ο Γκελμπ υποστηρίζει ότι «αν ήταν κάποιοι σε θέση να αποτρέψουν την κρίση στην Ουκρανία, αυτοί ήταν οι ηγέτες της Δυτικής Ευρώπης. Ωστόσο, τα έκαναν όλα λάθος». Συμφωνώντας με τον πρώην καγκελάριο της Γερμανίας Γκέρχαρντ Σρέντερ, ο Γκελμπ εκτιμά ότι ήταν μέγιστο σφάλμα να θέσει η Ε.Ε. στον Γιανουκόβιτς το εκβιαστικό δίλημμα «ή με εμάς ή με τους Ρώσους».

Οσο για τη Ρωσία, «είναι η κατ’ εξοχήν υπεύθυνη για το γεγονός ότι μετέτρεψε μια ήδη άσχημη κατάσταση σε ανοιχτή κρίση». Ο Αμερικανός αναλυτής επικρίνει έντονα την αποστολή ρωσικών δυνάμεων χωρίς διακριτικά στην Κριμαία, αλλά εκτιμά ότι η Δύση δεν πρέπει να έρθει σε μετωπική ρήξη με το Κρεμλίνο. «Αυτό που χρειάζεται αυτή τη στιγμή, είναι να βοηθήσουμε τον πρόεδρο Πούτιν να απεγκλωβιστεί από την επικίνδυνη θέση όπου στρίμωξε τον εαυτό του» υποστηρίζει, επισημαίνοντας ότι η Δύση έχει πολλά να χάσει «αν η κρίση στην Ουκρανία υπονομεύσει τη ρωσική συνεργασία σε σειρά μετώπων, όπως η Συρία, το Ιράν, το Αφγανιστάν, ο έλεγχος των εξοπλισμών, αλλά και η Κίνα».

Ως συμβιβαστική λύση στο ουκρανικό πρόβλημα ο Γκελμπ βλέπει την παροχή ευρύτατης αυτονομίας στην Κριμαία, «στο πλαίσιο μιας Ουκρανίας, η οποία δεν θα ανήκει ούτε στην Ε.Ε. ούτε στη Ρωσία. Αυτό είναι το φινλανδικό μοντέλο, που πρότειναν τόσο ο Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι όσο και ο Χένρι Κίσινγκερ».

Από την πλευρά του, ο Γάλλος πανεπιστημιακός Ιβ Ρουκό τάσσεται υπέρ της αναγνώρισης του δικαιώματος της Κριμαίας στην αυτοδιάθεση, επισημαίνοντας ότι δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιεί η Δύση άλλη γλώσσα για το Κόσοβο και άλλη γι’ αυτή τη ρωσική, εδώ και τέσσερις αιώνες, περιοχή της Ευρώπης. «Η άρνηση της αυτοδιάθεσης των εθνών οδηγεί πάντα στον πόλεμο», επισημαίνει ο Γάλλος καθηγητής πολιτικών επιστημών, φέρνοντας ως παράδειγμα τη βίαιη προσάρτηση της γερμανόφωνης Σουδητίας από την Τσεχοσλοβακία, γεγονός που την έριξε στην αγκαλιά του Χίτλερ. Οπαδός του οράματος του Ντε Γκωλ για «μια Ευρώπη των ελεύθερων δημοκρατιών, από τον Ατλαντικό μέχρι τα Ουράλια», ο Ρουκό εκτιμά ότι μια τυφλή ρήξη της Δύσης με τη Ρωσία «απειλεί να ενισχύσει, στο εσωτερικό της τελευταίας, τις πιο αντιδραστικές και εθνικιστικές δυνάμεις».