ΚΟΣΜΟΣ

28 χρόνια από το Τσερνομπίλ

28 χρόνια από το Τσερνομπίλ

Πέρασαν 28 χρόνια από την πυρηνική τραγωδία στο Τσερνομπίλ της Ουκρανίας, και η προοπτική ανάπτυξης πυρηνικών σταθμών στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων και της Νοτιοανατολικής Μεσογείου βρίσκεται σε «υποχώρηση». Δεν είναι μόνον οι μνήμες από το θανατηφόρο ραδιενεργό πέπλο του Τσερνομπίλ, αλλά και ο αντίκτυπος από το ατύχημα της Φουκουσίμα (Μάρτιος 2011), που ήρθε να αναθερμάνει την αντίθεση των πολιτών στην πυρηνική ενέργεια.

Ηταν 26 Απριλίου 1986 όταν δύο εκρήξεις στον αντιδραστήρα 4 της πυρηνικής μονάδας στο Τσερνομπίλ οδήγησαν σε τεράστια έκλυση ραδιενέργειας και στη δημιουργία ραδιενεργών νεφών. Η Ελλάδα δέχθηκε ραδιενεργή βροχή μερικές μέρες αργότερα, Μεγάλη Εβδομάδα του 1986. Οι περιοχές όπου έβρεξε εκείνες τις ημέρες και επηρεάστηκαν περισσότερο ήταν τα Τρίκαλα, η Καρδίτσα, η περιοχή δυτικά της Λάρισας, η Νάουσα, η Αλεξάνδρεια Ημαθίας και η Κατερίνη. «Η Ελλάδα δέχθηκε μεγαλύτερη επιβάρυνση απ’ ό,τι δικαιολογεί η απόστασή της από το Τσερνομπίλ, λόγω ακριβώς των βροχοπτώσεων που έπεσαν», λέει στην «Κ» ο κ. Θανάσης Γεράνιος, πυρηνικός φυσικός στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μετρήσεις που έγιναν τις αμέσως επόμενες ημέρες σε αυτές τις περιοχές από το Εργαστήριο Πυρηνικής Τεχνολογίας του ΕΜΠ και τον κ. Σίμο Σιμόπουλο έδειξαν συγκεντρώσεις Καισίου 137, από 140 κιλομπεκερέλ ανά τετραγωνικό μέτρο στην Καρδίτσα μέχρι 35 kbk/m2 στα Γρεβενά. Οι συγκεντρώσεις αυτές μειώθηκαν πολύ την επόμενη χρονιά (15 kbk/m2 στην Καρδίτσα και 3-5 kbk/m2 στα Γρεβενά), ενώ το 2009 είχαν ήδη περιοριστεί στο 1 kbk/m2 και 0,5 kbk/m2 αντίστοιχα. Πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει ότι υπάρχουν ακόμα ίχνη των ραδιενεργών στοιχείων, χωρίς όμως να μπορεί να γίνει εκτίμηση για τον βαθμό επιβάρυνσης της δημόσιας υγείας. Είναι γνωστό πως το ραδιενεργό Καίσιο συνδέεται με την εμφάνιση καρκίνου του πεπτικού συστήματος. Παρ’ όλα αυτά δεν έχει καταγραφεί στην Ελλάδα κάποια συσχέτιση των αυξημένων επιπέδων ραδιενέργειας με αύξηση των συγκεκριμένων νεοπλασιών.

«Η εκτίμηση των θανάτων και της νοσηρότητας που προκλήθηκαν από έκλυση ραδιενέργειας είναι πολύ σύνθετη υπόθεση. Η ασθένεια μπορεί να εκδηλωθεί από 10-30 χρόνια μετά την έκρηξη, γεγονός που δυσκολεύει την όποια εκτίμηση. Γι’ αυτό και είναι μεγάλο το εύρος των σχετικών υπολογισμών. Επίσημες τεκμηριωμένες μελέτες υπολογίζουν τους θανάτους που οφείλονται στο Τσερνομπίλ σε 20.000 – 100.000 στην Ευρώπη, στα έτη που μεσολάβησαν», λέει στην «Κ» ο κ. Γεράνιος.

Η Φουκουσίμα

Από το 2011 και μετά υπάρχει ένα νέο Τσερνομπίλ, αυτό της Φουκουσίμα. «Το ατύχημα στη Φουκουσίμα έχει φτάσει ήδη στο επίπεδο 7 της κλίμακας καταστροφής από πυρηνικά ατυχήματα, όσο ακριβώς είχε φτάσει και το Τσερνομπίλ. Ξεκίνησε με 4, αλλά η μεγάλη διάχυση ραδιενέργειας και η αδυναμία να ελεγχθούν οι διαρροές το ανέβασαν στο 7», σημειώνει ο κ. Γεράνιος. Αν για το Τσερνομπίλ έγινε προσπάθεια να «χρεωθεί» στην τεχνολογική καθυστέρηση της Ρωσίας και στην κρατική γραφειοκρατία, η Φουκουσίμα απέδειξε την επικινδυνότητα της πυρηνικής τεχνολογίας. Συνέβη στην Ιαπωνία, σε μια προηγμένη τεχνολογικά χώρα και σε μια μεγάλη ιδιωτική εταιρεία, η διαχείριση της οποίας επέτεινε τις αρνητικές συνέπειες.

Μέσα στο κλίμα αυτό και υπό την επίδραση της οικονομικής κρίσης, τα πυρηνικά σχέδια στην περιοχή μας μένουν προς το παρόν μετέωρα. Στην Τουρκία οι κυβερνητικές αποφάσεις για την κατασκευή δύο συγκροτημάτων σε Ακούγιου και Σινώπη είναι σε ισχύ, αλλά δεν προωθούνται «συγκεκριμένα». Στη Βουλγαρία λειτουργούν οι δύο από τους έξι αντιδραστήρες του Κοζλοντούι, αλλά οδεύουν προς το τέλος της «καριέρας» τους. Η προσπάθεια να δημιουργηθεί νέο συγκρότημα στο Μπέλενε έμεινε στη μέση λόγω προβλημάτων χρηματοδότησης. Η προοπτική κατασκευής πυρηνικού εργοστασίου στην Ελλάδα απορρίπτεται όχι μόνο από την κοινή γνώμη, αλλά και από τη συντριπτική πλειονότητα της επιστημονικής κοινότητας.