ΚΟΣΜΟΣ

Σε κρίση ταυτότητας η Γαλλία του Ολάντ

se-krisi-taytotitas-i-gallia-toy-olant-2034842

Τη ζοφερή επέτειο των 199 ετών από τη μάχη του Βατερλώ τίμησε τον περασμένο μήνα η Γαλλία, προκαλώντας πικρά σχόλια και απαισιόδοξους συνειρμούς. Παρότι η Γαλλία του 21ου αιώνα δεν ηττήθηκε στο πεδίο της μάχης, η υποχώρηση της επιρροής της χώρας στη διεθνή σκηνή αλλά και τα σοβαρά εσωτερικά προβλήματα νομιμοποιούν τις συγκρίσεις με τον 19ο αιώνα, δημιουργώντας μια μουντή ατμόσφαιρα ενόψει της αυριανής εθνικής εορτής για την επέτειο της Γαλλικής Επανάστασης του 1789.

Παρά τις μεγάλες προσδοκίες που συνόδευσαν την εκλογή του Φρανσουά Ολάντ πριν από δύο χρόνια, η διάψευσή τους έχει καταστήσει το Σοσιαλιστή πρόεδρο τον λιγότερο δημοφιλή στη σχεδόν 70χρονη ιστορία της 5ης Δημοκρατίας. Η επιλογή του Μανουέλ Βαλς για την αντικατάσταση του άτονου και υποχωρητικού πρωθυπουργού Ζαν Μαρκ Ερό δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Ο πρώην υπουργός Εσωτερικών Βαλς, κόκκινο πανί για τη γαλλική Αριστερά λόγω των συντηρητικών του απόψεων σε κοινωνικά θέματα, όπως το μεταναστευτικό, επιλέγει, όπως όλα δείχνουν, να τηρήσει εφεκτική στάση, εκμεταλλευόμενος τη σταδιακή αλλά φαινομενικά αναπόδραστη πολιτική βύθιση του Ολάντ. Την ίδια στιγμή, εσωτερικές έριδες ταλανίζουν την κυβέρνηση, όπως η θρυλούμενη «κόντρα» μεταξύ της υπουργού Περιβάλλοντος Σεγκολέν Ρουαγιάλ και του υπουργού Οικονομικών Μισέλ Σαπέν.

Ιδιαίτερη ανησυχία στο σύνολο του γαλλικού πολιτικού κόσμου προκάλεσαν, παράλληλα, τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών του Μαΐου. Τα ισχυρά ποσοστά που εξασφάλισε το ακροδεξιό Εθνικό Μέτωπο της Μαρίν Λεπέν απέδειξαν στους επιτελείς του Σοσιαλιστικού Κόμματος ότι η ιδεολογική στροφή προς τα δεξιά που πραγματοποίησαν με τον διορισμό του Μανουέλ Βαλς στην πρωθυπουργία ουδέποτε θα μπορέσει να ανταγωνιστεί την ξενοφοβική και άκρως λαϊκιστική ρητορική των Λεπέν.

Η υποχώρηση της γαλλικής επιρροής σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι επίσης πασιφανής στις σχέσεις Παρισίων – Βερολίνου. Η Γαλλία σύρεται πλέον πίσω από το γερμανικό άρμα, ιδίως σε ό,τι αφορά τη δημοσιονομική πολιτική της Ενωσης και την προσήλωση της Ευρωζώνης στην πολιτική οικονομικής λιτότητας και περικοπών κρατικών δαπανών.

Σε πείσμα των δυσκολιών και των απογοητεύσεων, όμως, η Γαλλία δεν παύει να έχει τη δική της, αυτόνομη και ισχυρή φωνή στον διεθνή στίβο. Υιοθετώντας παραδοσιακούς, γκωλικούς τόνους, ο υπουργός Οικονομικών Μισέλ Σαπέν ξιφούλκησε, την περασμένη εβδομάδα, εναντίον της παγκόσμιας κυριαρχίας του δολαρίου και τάχθηκε υπέρ μιας «εξισορρόπησης» μέσω μιας συμμαχίας του ευρώ με τα εθνικά νομίσματα «δυναμικά αναπτυσσόμενων χωρών» (λέγε με Κίνα). Σε συνδυασμό με την επιβολή συντριπτικού προστίμου, ύψους 9 δισ. δολαρίων από την Ουάσιγκτον στη γαλλική τράπεζα BNP- Paribas, η εξέλιξη αυτή μαρτυρεί ότι το βαρόμετρο των σχέσεων Γαλλίας – ΗΠΑ πέφτει σε χαμηλά επίπεδα. Αν δε συνυπολογιστεί η ρήξη μεταξύ Βερολίνου – Ουάσιγκτον με αφορμή την υπόθεση της κατασκοπείας, το σκηνικό αρχίζει να θυμίζει, από ορισμένες απόψεις, το 2003, με την «παλιά Ευρώπη» να ορθώνει το ανάστημά της απέναντι στον υπερατλαντικό μεγάλο αδελφό.