ΚΟΣΜΟΣ

Μια επανάσταση που δεν συνέβη

mia-epanastasi-poy-den-synevi-2046286

Η πρόσφατη επίσκεψη του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην Αγία Εδρα και οι κοινές δηλώσεις για τη φτώχεια και τις τράπεζες που ακολούθησαν, συνιστούν ένα σύνθετο γεγονός, πλούσιο σε συνδηλώσεις και γεμάτο ιστορία. Η συνάντηση χαρακτηρίστηκε, μάλιστα, ως η πρώτη αρχηγού αριστερού ευρωπαϊκού κόμματος, αλλά ας μη λησμονούμε την προσέγγιση με τον κομμουνισμό που επιχείρησε ο Πάπας Ιωάννης ο ΚΓ΄ τη δεκαετία του ’60, όταν υποδέχτηκε επισήμως τον γαμπρό και την κόρη του Χρουστσόφ στο Βατικανό.

Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία έχει μια αρχαία σχέση με την αντιμετώπιση του προβλήματος της πενίας και της ένδειας. Ισως και σε ένα βαθμό, ολόκληρη η ιστορία της να είναι μια συζήτηση για την αντιμετώπισή τους. Ο ίδιος ο Χριστός θεωρήθηκε πένης και οι πρώτοι χριστιανοί εγκαινίασαν θεσμούς αλληλοβοήθειας. Η Εκκλησία πρώτη μερίμνησε με διάφορους τρόπους για την ανακούφιση των πτωχών ήδη από εκείνη την παλαιά εποχή που άνοιξε τα πρώτα μητρώα των πτωχών· οι μοναχοί της πάντα υποδέχονταν τους πένητες, οι θεολόγοι της εμβάθυναν ή αποθέωναν το ζήτημα της πενίας, άλλοτε εξυψώνοντάς την, όπως έκανε ο άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης, άλλοτε όπως ο Θωμάς Ακινάτης, αναζητώντας τρόπους αναδιανομής του πλούτου για τη βοήθεια των συνανθρώπων, έτοιμος να δικαιολογήσει ακόμα και την κλοπή ή τη βία εκ μέρους των κοινωνικώς αδικημένων.

Αλλες φορές η Εκκλησία προσπάθησε να ορίσει τη θέση του φτωχού στην κοινωνία και κυρίως να την προσδιορίσει σε σχέση με την εργασία, την εγκληματικότητα, το περιθώριο. Εμβάθυνση και αποθέωση που συνοδεύονταν από αντιφάσεις όπως εκείνη ενός επισκόπου της Υόρκης τον 13ο αιώνα, που σε περίοδο ένδειας επωφελήθηκε για να διαθέσει το σάπιο σιτάρι του. Ή όπως συνέβη με τους ίδιους τους πένητες μοναχούς, που αξιοποίησαν στο εμπόριο κεφάλαια που προορίζονταν για τις ελεημοσύνες. Δεν είναι τυχαίο πώς κυκλοφορούσε για αιώνες ένα σατιρικό «Κατά το άγιο μάρκο ευαγγέλιον». Πάντως, η Εκκλησία ήταν πάντα παρούσα στο πρόβλημα της φτώχειας, και πολλοί ιστορικοί της αποδίδουν την έμπνευση για τους μεγάλους θεσμούς της φιλανθρωπίας που εγκαινιάζονται μετά τον 16ο αιώνα. Είναι, όμως, βέβαιο ότι η εκκλησιαστική προσέγγιση εστιάζει ακόμα και σήμερα περισσότερο στη θρησκευτική αντιμετώπιση της φτώχειας και λιγότερο στην κοινωνική, ότι δεν προϋποθέτει δηλαδή μια ριζική ανατροπή των κοινωνικών δομών. Αν και συνέβη και αυτό, σχετικά πρόσφατα, το 1967, μετά την εγκύκλιο Populorum progressio, η οποία κατήγγειλε τις κοινωνικές αδικίες και κάλεσε για την ανάπτυξη των λαών και τη δίκαιη κατανομή των αγαθών του πλανήτη, ιδίως, στις χώρες του Τρίτου Κόσμου. «Η προτεραιότητα δόθηκε στους φτωχούς» το 1968, στη Σύνοδο των Nοτιοαμερικανών επισκόπων. Και ποιος δεν θυμάται τη «Θεολογία της απελευθέρωσης» του Γκουτιέρες (1971) ή τον «Ιησού Απελευθερωτή» του Λεονάρντο Μποφ (1971).

Η αντιμετώπιση της φτώχειας

Ο θεολόγος Ερνέστο Καρντενάλ υπήρξε υπουργός των Σαντινίστας και είχε δηλώσει πως «ένας αληθινός χριστιανός στη Λατινική Αμερική πρέπει να είναι μαρξιστής. Το κίνημα, εντέλει, θα αμφισβητηθεί και θα ανασχεθεί από την ίδια την Εκκλησία, που θα περιοριστεί στην «κοινωνική διδασκαλία» και θα καταδικάσει τις «ένοχες σχέσεις» με τη μαρξιστική ιδεολογία.

Η πρόσφατη συνάντηση του Πάπα Φραγκίσκου και του Αλέξη Τσίπρα είχε πάντως κάτι από το πνεύμα αυτής της εποχής, κάτι από τον ρομαντισμό μιας επανάστασης που δεν συνέβη. Ο νέος Πάπας, άλλωστε, έρχεται ως απόηχος εκείνης της γεμάτης προσδοκίας εποχής.

Η παράδοση αντιμετώπισης της φτώχειας στην οποία ανήκει ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι οπωσδήποτε διαφορετική από αυτήν της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και ανήκει στο δίλημμα κατά πόσο η φτώχεια είναι εγγενές στοιχείο του καπιταλισμού (Κ. Μαρξ) ή κατά πόσο μόνον ο καπιταλισμός μπορεί να απελευθερώσει από τη φτώχεια (Μπρ. Χίλντεμπραντ, Β. Αμπελ). Ανάμεσα στους δύο όρους του διλήμματος, υπάρχουν πολλές ενδιάμεσες θέσεις που έχουν και αυτές την ιστορία τους, αφού ήδη από τον Μεσαίωνα δεν ήταν μόνο η Εκκλησία που αφιερώθηκε στην αντιμετώπιση της πενίας. Οι ουμανιστές διανοούμενοι και οι πόλεις, οι οικονομολόγοι, οι βασιλείς στην αρχή και τα εθνικά κράτη αργότερα, τα φιλανθρωπικά, τα ουτοπικά και τα σοσιαλιστικά κινήματα έχουν μια μακρά παράδοση επεξεργασίας σχετικών λύσεων, άλλοτε επιτυχημένων, άλλοτε αποτυχημένων.

Αλλά πρέπει να ομολογήσουμε ότι το παραπάνω δίλημμα δεν έχει ακόμα απαντηθεί με πειστικό τρόπο. Αν κρίνουμε από την κομμουνιστική εμπειρία του 20ού αιώνα και τις εξελίξεις στη Ρωσία και στην Κίνα (στις οποίες την υπεραξία της εργασίας απορροφούσαν οι αξιωματούχοι των καθεστώτων), οι οπαδοί της καπιταλιστικής λύσης φαίνεται να έχουν δίκιο. Αν κρίνουμε, όμως, από την παρατεινόμενη και αυξανόμενη αύξηση των ανισοτήτων, όλοι θα συμφωνήσουν ότι απαιτείται ένας αναστοχασμός του προβλήματος με σημερινούς όρους, που θα οδηγήσει στην υιοθέτηση πιο πειστικών πολιτικών για την αντιμετώπισή του.

Τι περισσότερο θα περιμέναμε λοιπόν από την πρόσφατη συνάντηση της Αγιότητάς του με τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης; Κάτι πιο συγκεκριμένο.

* Ο κ. Ν. Ε. Καραπιδάκης είναι καθηγητής Μεσαιωνικής Ιστορίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και διευθυντής του περιοδικού «Νέα Εστία».