ΚΟΣΜΟΣ

Προσομοίωση της απόδρασης του Αλκατράζ

prosomoiosi-tis-apodrasis-toy-alkatraz-2059457

Ελάχιστες πιθανότητες να βγουν ζωντανοί στη στεριά είχαν οι τρεις φυλακισμένοι που απέδρασαν από τις φυλακές του Αλκατράζ το 1962. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε μελέτη που πραγματοποιήθηκε με τη βοήθεια προτύπων ηλεκτρονικού υπολογιστή. Μάλιστα, οι τρεις δραπέτες, που είχαν χρησιμοποιήσει σχεδία για να αποδράσουν από το νησί-φυλακή, ίσως να κατάφεραν τον στόχο τους, αν βέβαια, απέπλευσαν από τη φυλακή ακριβώς τα μεσάνυχτα. Η μελέτη η οποία πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες του πανεπιστημίου Ντελφτ και το ερευνητικό ινστιτούτο Ντελτάρες της Ολλανδίας θα παρουσιάσει τα συμπεράσματά της στο συνέδριο της Αμερικανικής Γεωφυσικής Ενωσης μέσα στην εβδομάδα.

Η απόδραση από το Αλκατράζ είναι μία από τις πιο συναρπαστικές και επικίνδυνες αποδράσεις στην ιστορία τέτοιων εγχειρημάτων. Ο τρεις ληστές τραπεζών -Κλάρενς Ανγκλιν, Τζον Ανγκλιν και Φρανκ Μόρις- δαπάνησαν πολλούς μήνες σκάβοντας με κουτάλια μία σήραγγα διαφυγής κάτω από τα κελιά τους. Τη νύχτα της 11ης Ιουνίου 1962 τοποθέτησαν στα κρεβάτια τους ανδρείκελα καμωμένα με χαρτί, σαπούνι και τρίχες και εγκατέλειψαν έρποντας την απόρθητη φυλακή. Οταν έφτασαν στη θάλασσα υποτίθεται ότι κατασκεύασαν σχεδία από τις νιτσεράδες τους και ανοίχτηκαν στον Κόλπο του Σαν Φρανσίσκο, κάποια στιγμή ανάμεσα στις οκτώ και τις δύο το πρωί, σύμφωνα με τα αρχεία του FBI. Παρά τις έρευνες, οι δραπέτες δεν βρεθήκαν ποτέ. Παραμένει άγνωστο αν τελικά κατάφεραν να σωθούν και να βγουν στη στεριά ή αν χάθηκαν στη θάλασσα.

Η ομάδα των Ολλανδών ερευνητών προσπάθησε να αποκρυπτογραφήσει τι ακριβώς συνέβη. Οπως εξηγεί ο δρ Ρολφ Χατ «ο συνάδελφός μου Ολιβερ Χες εργάστηκε με ένα τρισδιάστατο πρότυπο, το οποίο μιμείται την κίνηση των υδάτων σε κόλπους και δέλτα ποταμών. Ο επιστήμονας χρησιμοποίησε το σύστημα προκειμένου να μιμηθεί την κίνηση των υδάτων στην περιοχή του Κόλπου του Σαν Φρανσίσκο έτσι ώστε να διαπιστώσουμε τι μπορεί να συνέβη εκείνο το βράδυ του 1962». Για να συνθέσουν την πλήρη εικόνα οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν τα δεδομένα για την παλίρροια το βράδυ της απόδρασης.

Οπως εξηγούν οι ερευνητές, καθώς δεν γνωρίζουν σε ποια χρονική στιγμή οι φυλακισμένοι έριξαν την αυτοσχέδια σχεδία τους στα νερά, αποφάσισαν να τοποθετήσουν 50 (εικονικές) βάρκες κάθε τριάντα λεπτά, από τις 20.00 έως τις 04.00, σε διάφορα σημεία του Αλκατράζ υπολογίζοντας πού θα κατέληγαν. Με τη βοήθεια αυτών των εικονικών σκαφών, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι αν οι δραπέτες ξεκίνησαν το ταξίδι τους τις ώρες πριν από τα μεσάνυχτα, τότε ήταν σχεδόν βέβαιο ότι χαθήκαν στα κύματα. Ο δρ Χατ επισημαίνει ότι «στο χειρότερο σενάριο, κατά το οποίο η προσπάθεια με τα κουπιά θα ήταν αναποτελεσματική, η παλίρροια θα τους είχε παρασύρει στον ανοικτό ωκεανό όπου είναι βέβαιο ότι θα πέθαναν εξαιτίας της υποθερμίας». Ο Κόλπος του Σαν Φρανσίσκο έχει από τα ισχυρότερα παλιρροϊκά ρεύματα τα οποία περνούν ακριβώς κάτω από τη γέφυρα Γκόλντεν Γκέιτ.

Αν, όμως, τελικά έριχναν το αυτοσχέδιο πλεούμενο στη θάλασσα μετά τη μία προ μεσημβρίας, τότε τα ρεύματα θα τους οδηγούσαν σε μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Oπως εξηγεί ο δρ Χατ «το ρεύμα θα τους έσπρωχνε πίσω στον Κόλπο και έπειτα είτε θα πήγαιναν προς τον βόρειο κόλπο, προς το Μπέρκλεϊ και τον ποταμό Σακραμέντο ή νοτίως προς το Οκλαντ. Και στις δύο περιπτώσεις θα παρέμεναν πολλή ώρα στο νερό και κατά πάσα πιθανότητα θα πέθαιναν από υποθερμία ή θα τους συνελάμβανε η αστυνομία διότι ξημέρωνε στις 6 το πρωί».

Υπήρχε, όμως, και μία πιθανότητα να επιτύχει το εγχείρημά τους. Κάτι τέτοιο θα συνέβαινε αν είχαν ξεκινήσει ακριβώς τα μεσάνυχτα και αν είχαν κωπηλατήσει προς Βορρά. Επίσης ο ηλεκτρονικός υπολογιστής προέβλεψε ότι τα συντρίμμια της σχεδίας θα έπρεπε να εντοπιστούν στον κόλπο, κοντά στη νήσο Εϊντζελ όπου το FBI βρήκε ένα κουπί και κάποια προσωπικά αντικείμενα των δραπετών.