ΚΟΣΜΟΣ

Αποψη: Το χρήμα εναντίον της ισότητας στην αμερικανική πολιτική

apopsi-to-chrima-enantion-tis-isotitas-stin-amerikaniki-politiki-2104355

Οποιος παρατηρήσει τη σύγχρονη αμερικανική πολιτική σκηνή θα πεισθεί ότι το χρήμα είναι ο κυρίαρχος παράγοντας. Οι προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ το 2016 θα είναι οι ακριβότερες στη σύγχρονη ιστορία, με τις προεκλογικές δαπάνες να υπερβαίνουν τα 6 δισ. δολάρια, κόστος των προεδρικών και βουλευτικών εκλογών του 2012. Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι την ίδια ώρα η προσωποποίηση της τάσης αυτής, αλλά και η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα, καθώς -όπως διατυμπανίζει συνέχεια ο ίδιος- πρόκειται για τα δικά του χρήματα. Οι υπόλοιποι υποψήφιοι εξαρτώνται από τα χρήματα άλλων, με τα περισσότερα να έχουν διοχετευθεί μέσω εξωτερικών ομάδων, όπως τα λεγόμενα «super PACs» (επιτροπές πολιτικής δράσης), ικανά να συγκεντρώνουν κεφάλαια χωρίς όρια από φυσικά πρόσωπα και εταιρείες.

Τα ποσά αυτά είναι πολλαπλάσια των προεκλογικών δαπανών κάθε άλλης ώριμης Δημοκρατίας. Περισσότερα από 400 εκατ. δολάρια έχουν συγκεντρωθεί το πρώτο εξάμηνο του 2015. Οι δαπάνες σε τηλεοπτικές διαφημίσεις αναμένεται να φθάσουν τα 4,4 δισ. δολάρια για όλη τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας. Ως μέτρο σύγκρισης ας αναλογιστούμε ότι όλοι οι υποψήφιοι και τα κόμματα στις βρετανικές εκλογές του 2010 δαπάνησαν λιγότερο από 46 εκατ. στερλίνες (περίπου 70 εκατ. δολάρια). Στις πρόσφατες γενικές εκλογές του Καναδά, ο νόμος περιόρισε τις συνολικές δαπάνες κάθε κόμματος στα 25 εκατ. δολάρια Καναδά (περίπου 19 εκατ. δολάρια) για τις πρώτες 37 ημέρες της προεκλογικής περιόδου και επιπλέον 685.185 δολάρια για κάθε ημέρα μετά την 38η. Απορρίπτοντας αίτημα τροποποίησης του νόμου προεκλογικών δαπανών το 2004, το Ανώτατο Δικαστήριο του Καναδά υποστήριξε ότι «οι υποψήφιοι πρέπει να έχουν ίσες ευκαιρίες συμμετοχής στην εκλογική διαδικασία» και ότι «ο πλούτος είναι το κύριο πρόσκομμα στις ίσες ευκαιρίες συμμετοχής». Το δικαστήριο συνέχισε αναφέροντας: «Οσοι έχουν πρόσβαση στα μεγαλύτερα μέσα μονοπωλούν την πολιτική συζήτηση, ενώ οι αντίπαλοί τους στερούνται τη δυνατότητα έκφρασης».

Το αμερικανικό Ανώτατο Δικαστήριο, όμως, υιοθετεί εντελώς διαφορετική άποψη. Σε απόφασή του το 2010, ορίζει ουσιαστικά ότι το χρήμα έχει δικαίωμα λόγου. Ειδικότερα, η απόφαση εκτιμά ότι «η απαγόρευση των ανεξάρτητων εταιρικών προεκλογικών δωρεών αποτελεί… μορφή λογοκρισίας». Ο νομικός Ρόμπερτ Πόουστ γράφει, σε πειστική κριτική της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι «το εδάφιο αυτό εξισώνει τα δικαιώματα ελευθερίας του λόγου του ατόμου, όπως εξασφαλίζονται από το πρώτο άρθρο του Συντάγματος, με εκείνα των εταιρειών». (Ο πρώην υποψήφιος πρόεδρος Μιτ Ρόμνεϊ έθεσε το θέμα σαφώς, απαντώντας σε επικριτή του, λέγοντας: «Και οι εταιρείες είναι άνθρωποι, φίλε μου».) Σε βιβλίο του με τίτλο «Διχασμένοι πολίτες», ο Πόουστ δείχνει τον τρόπο με τον οποίο η παραπάνω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ευνοεί την παραποίηση του πνεύματος και του βαθύτερου νοήματος του πρώτου άρθρου: ότι η ιδανική διακυβέρνηση δεν απαιτεί μόνο ελευθερία πολιτικής έκφρασης, αλλά και την «αντιπροσωπευτική ακεραιότητα» του εκλογικού συστήματος.

Η δυσανάλογα μεγάλη σημασία του χρήματος στην αμερικανική πολιτική σκηνή δεν είναι, ασφαλώς, νέο φαινόμενο. Ο Χένρι Τζορτζ, ένας από τους δημοφιλέστερους οικονομολόγους της εποχής του, έγραψε το 1883 ότι «η εκλεγμένη από τον λαό κυβέρνηση θα αποτελεί απάτη όσο οι εκλογές κερδίζονται χάρη στο χρήμα και δεν μπορούν να κερδηθούν δίχως αυτό». Το αν οι σύγχρονες εκλογές μπορούν να κερδηθούν με χρήμα είναι αμφίβολο. Αυτό, όμως, που είναι σίγουρο είναι ότι δεν μπορούν να κερδηθούν δίχως αυτό.

Καινοτομία αποτελεί, ωστόσο, το εύρος και ο ακατάσχετος χαρακτήρας των προεκλογικών δαπανών, ιδιαίτερα μετά την απόφαση του 2010 από το Ανώτατο Δικαστήριο που ενέκρινε θεμιτή τη χρήση «super PACs». Τα στοιχεία του ινστιτούτου Center for Responsive Politics δείχνουν τις δαπάνες στις προεδρικές προεκλογικές εκστρατείες να αυξάνονται σημαντικά μεταξύ 2004 και 2008 και να τριπλασιάζονται το 2012, με τους ειδικούς να εκτιμούν ότι «ακόμη δεν είδαμε τίποτα».

Η Αμερικανίδα ιστορικός Ντόρις Κερνς Γκόντουιν υποστηρίζει ότι ο πολλαπλασιασμός των υποψηφίων για το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών, τόσο που δεν χωρούν ούτε στο πλατό τηλεοπτικού ντιμπέιτ, αποτελεί εν μέρει επίπτωση της ευκολίας με την οποία εύπορες προσωπικότητες και επιχειρήσεις μπορούν να προωθήσουν τον άνθρωπό τους. Ανάλυση των New York Times διαπίστωσε ότι 130 οικογένειες και οι επιχειρήσεις τους προσέφεραν περισσότερο από το ήμισυ των δωρεών προς το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και τα «super PACs» του, μέχρι και τον Ιούνιο του 2015. (Τα πράγματα δεν είναι πολύ καλύτερα στο πεδίο των Δημοκρατικών.) Η Γκόντουιν καλεί έτσι τους συμπολίτες της να «παλέψουν για συνταγματική μεταρρύθμιση, που θα ακυρώνει τη σχετική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου».

Ο καθηγητής της Νομικής Σχολής του Χάρβαρντ και «γκουρού» του Διαδικτύου Λάρι Λέσιγκ προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, καταθέτοντας υποψηφιότητα για την προεδρία με μόνο του σύνθημα την κάθαρση της αμερικανικής πολιτικής ζωής. Ο Λέσιγκ εκπόνησε νομοσχέδιο που εξυγιαίνει την εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους, την επαναχάραξη των εκλογικών περιφερειών και τη μεταρρύθμιση της χρηματοδότησης προεκλογικών εκστρατειών. Εφόσον επιτύχει τον στόχο του, ο Λέσιγκ σκοπεύει να παραιτηθεί και να παραδώσει την εξουσία στον αντιπρόεδρό του. Νωρίτερα φέτος, δήλωσε ότι θα προωθούσε την υποψηφιότητά του εάν συγκέντρωνε ένα εκατομμύριο δολάρια με τη μέθοδο του crowdfunding, το οποίο πέτυχε. Παρότι το ποσόν αυτό φαντάζει εντυπωσιακό για ανθρώπους σαν εμένα και εσάς, το «super PAC» του Τζεμπ Μπους, με ονομασία «Δικαίωμα στην ανοδο», σχεδιάζει να δαπανήσει 37 εκατ. δολάρια σε τηλεοπτικές διαφημίσεις μέχρι τον Φεβρουάριο του 2016.

Αν διαβάσατε τον βρετανικό Guardian ή παρακολουθήσατε την εκπομπή «Daily Show» του Τζον Στιούαρτ ή απλώς περιδιαβάζετε στις ειδησεογραφικές ιστοσελίδες, έχετε ενημερωθεί για την εκστρατεία πολιτών του Λέσιγκ. Αν, όμως, παρακολουθείτε την αμερικανική πολιτική σκηνή με τον τρόπο που την ακολουθούν οι περισσότεροι Αμερικανοί, τότε δεν έχετε ακούσει το παραμικρό. Διαδικτυακή κίνηση πολιτών εναντίον δαπάνης 4,4 δισ. δολαρίων για τηλεοπτική διαφήμιση; Παρότι η μέθοδος αυτή αποδείχθηκε αποτελεσματική εναντίον μερικών κακών νομοθετημάτων, όπως του νόμου κατά της διαδικτυακής πειρατείας, δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπίσει τον πακτωλό χρημάτων μιας προεδρικής προεκλογικής εκστρατείας.

Παρότι δεν εκτιμώ ότι η προσπάθεια του Λέσιγκ θα καρποφορήσει αυτή τη φορά, αυτός δεν είναι λόγος για να εγκαταλείψουμε την προσπάθεια. Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ είχε πει ότι μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη στους Αμερικανούς να κάνουν το σωστό, αφού έχουν εξαντλήσει κάθε εναλλακτική λύση. Η υπερβολή δεν έχει φθάσει ακόμη στο απόγειό της: εκτιμώ ότι οι δαπάνες θα αυξηθούν του χρόνου και το 2020, προτού αρχίσουν να υποχωρούν. Η συνειδητοποίηση της ζημιάς που προκαλούν τα υπερβολικά κεφάλαια στη δημοκρατική διαδικασία έχει αρχίσει να διαδίδεται στο κοινό. Η ημέρα της αλλαγής θα έλθει, καθώς δεν είναι μόνο οι Αμερικανοί που θα ωφεληθούν από την εξυγίανση της Δημοκρατίας τους.

*Καθηγητής Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, επικεφαλής του προγράμματος freespeechdebate.com και συνεργάτης του Hoover Institution του Πανεπιστημίου Stanford. Το τελευταίο του βιβλίο είναι το «Facts are Subversive: Political Writing from a Decade Without a Name».