ΚΟΣΜΟΣ

Αποψη: Δύση – Ρωσία: Ο δύσβατος δρόμος προς την εξομάλυνση

apopsi-dysi-amp-8211-rosia-o-dysvatos-dromos-pros-tin-exomalynsi-2104480

Οι σχέσεις Δύσης – Ρωσίας κλονίστηκαν σημαντικά λόγω της κρίσης στην Ουκρανία και δοκιμάζονται στη Συρία.

Κανείς, ωστόσο, δεν κερδίζει από την υφιστάμενη κατάσταση, αντιθέτως ζημιώνονται εξίσου. Παρότι στις μετρήσιμες συνέπειες η ρωσική οικονομία πλήττεται καίρια, η θέση της Μόσχας σε ένα άναρχο διεθνές σύστημα με πολλές ασύμμετρες απειλές, δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Επίσης, η οικονομική αλληλεξάρτηση μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας δημιουργεί συνθήκες αναγκαστικής αναζήτησης τρόπων μερικής αποκατάστασης.

Πιο συγκεκριμένα, οι κυρώσεις έχουν επηρεάσει αρνητικά την οικονομική δραστηριότητα, τις επενδύσεις και κυρίως την πρόσβαση ρωσικών εταιρειών στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, γεγονός που υποχρεώνει το κράτος να αναλαμβάνει τη διασφάλιση της πιστοληπτικής τους ικανότητας και την ικανοποίηση των δανειακών τους οφειλών. Μόνο ενθαρρυντικό στοιχείο αποτελεί η σχετική αναπλήρωση των απωλειών του εμπάργκο στα ευρωπαϊκά προϊόντα από την αύξηση και διεύρυνση της τοπικής παραγωγής.

Παράλληλα, η πτώση της τιμής του πετρελαίου επιδρά καταλυτικά στην οικονομία μιας χώρας, που εκτός από συγκεντρωτική, εξαρτά κοντά στο 70% των εσόδων της από τις εξαγωγές υδρογονανθράκων. Μάλιστα, η δυσκολία διαχείρισης της νέας κατάστασης έχει αφενός εξαναγκάσει τη Μόσχα σε αναζήτηση περισσότερων επωφελών –μακροπρόθεσμα– ενεργειακών συμπράξεων (π.χ. με Κίνα) με δυσμενέστερους αρχικά όρους, αφετέρου την έχει καταστήσει πιο ευέλικτη στα προσφερόμενα συμβόλαια (ακολουθώντας τις επιταγές της αγοράς), καθώς και πρόθυμη για συνέργειες με ευρωπαϊκές εταιρείες, ώστε να καμφθούν σταδιακά οι αντιρρήσεις των πολιτικών ηγεσιών.

Αναμφίβολα, ο επιχειρηματικός τομέας δείχνει τον δρόμο. Ευρωπαϊκή και ρωσική οικονομία αποτελούν σε σημαντικό βαθμό συγκοινωνούντα δοχεία, ενώ οι ενεργειακοί δεσμοί φαντάζουν άρρηκτοι για να αμφισβητηθούν από μία γεωπολιτική κρίση, ανεξάρτητα από το μέγεθός της. Ενδεικτικές της αλλαγής κλίματος, που ασφαλώς έχουν ευθύ αντίκτυπο και στο πολιτικό πεδίο, είναι οι πρόσφατες συμφωνίες Gazprom με Shell και BASF, οι οποίες αναμένεται να ενισχύουν την ευρωπαϊκή παρουσία στον ρωσικό ενεργειακό τομέα και να εδραιώσουν την Gazprom στην αγορά ενέργειας της Γηραιάς Ηπείρου, με επιστέγασμα τη διαφαινόμενη επέκταση του Nord Stream. Η Ρωσία, χαμηλώνοντας τον πήχυ των προσδοκιών από τη μετατόπισή της στην ασιατική αγορά (χρονοβόρα με αμφίβολη αποτελεσματικότητα), αποπειράται να ομαλοποιήσει τη σχέση με τους παραδοσιακούς της πελάτες, με τη Γερμανία σε ρόλο καταλύτη, ενώ η Ευρώπη συνειδητοποιεί ότι οι αβεβαιότητες ορισμένων εκ των εναλλακτικών, συνδυαστικά με τον αυξανόμενο βαθμό εξάρτησης από τις εισαγωγές υδρογονανθράκων, επιτάσσουν τη συνεννόηση με τον σημαντικότερο εταίρο της.

Μολαταύτα, η διεύρυνση του πολιτικού χάσματος θα απαιτήσει εργώδεις προσπάθειες για τον έγκαιρο απεγκλωβισμό από το Ουκρανικό, παραμερίζοντας προσωρινά τις δεδομένες διαφορές και αποφεύγοντας τις άτοπες απολυτότητες προκειμένου Δύση – Ρωσία να σταθεροποιηθούν σε ένα έστω ανεκτό σημείο. Ωστόσο η κυρίαρχη πολιτική ελίτ των ΗΠΑ και των κρατών που βρίσκονται στη σφαίρα επιρροής της βρίσκονται στην αντίθετη κατεύθυνση, συσχετίζοντας την αποκατάσταση με θεαματικές υποχωρήσεις εκ μέρους του Κρεμλίνου. Μάλιστα, η συζήτηση που έχει ανοίξει σχετικά με τη διεύρυνση (Σουηδία, Φινλανδία) και την επέκταση των δυνατοτήτων του ΝΑΤΟ πέριξ της ρωσικής γειτονιάς, αναζωπυρώνει μία σχετικά «παγωμένη» εστία έντασης. Σε ένα τέτοιο πνεύμα, που τροφοδοτείται και ανακυκλώνεται από αντίστοιχους ρωσικούς κύκλους, οι οποίοι με τη σειρά τους πυροδοτούν εντάσεις σε διάφορα επίπεδα, οι ελπίδες ουσιαστικής αλλαγής κλίματος εξανεμίζονται.

Η Μόσχα, πάντως, προσβλέπει, χωρίς να το διατυμπανίζει για λόγους πρεστίζ και εσωτερικών δυναμικών, στην επαναπροσέγγιση με τους δυτικούς της συμμάχους, χρησιμοποιώντας τη συριακή κρίση. Υπογραμμίζει τη χρησιμότητά της, μεταφέρει την προσοχή από την Ουκρανία στη Μέση Ανατολή, όπου από μέρος του προβλήματος γίνεται κομμάτι της λύσης, ισχυροποιείται διαπραγματευτικά ενόψει της επόμενης μέρας, ενώ επιχειρεί να καταδείξει πως όταν αντί του συντονισμού των δράσεων επιλέγονται μονομερείς ενέργειες, η κατάσταση συνήθως περιπλέκεται – οπότε είναι αντιπαραγωγικό να την περιφρονούμε.

Αναντίρρητα, η Συρία θα αποτελέσει το πρώτο πεδίο δοκιμασίας τυχόν σύζευξης ή περαιτέρω διαίρεσης. Οι δημόσιες ενδείξεις κατατείνουν στο δεύτερο, εντούτοις διαπιστώνεται διάθεση σύγκλισης και συμβιβασμού. Απώτερο στόχο για τη μεν Ρωσία αποτελεί η ευρύτερη αναγνώρισή της σε ισότιμο συνομιλητή, με τον οποίο η Δύση θα διαβουλεύεται συστηματικά, σεβόμενη τα πολυδιάστατα συμφέροντά του, για τις δε ΗΠΑ να ευθυγραμμίσουν τη Μόσχα σε μία πιο υπεύθυνη κατεύθυνση, μετριάζοντας τις αναθεωρητικές της βλέψεις, ώστε να αποτραπούν συνέργειες με τρίτες χώρες, που θα αμφισβητούν συνολικά ή κατά περίσταση το υφιστάμενο παγκόσμιο status quo. Η κάθε πλευρά μπορεί να δυσκολέψει την άλλη, «ανοίγοντας» νέα μέτωπα σε ζώνες ειδικών συμφερόντων, όμως δύνανται εξίσου να αλληλοϋποστηριχθούν για να υπερβούν τα αδιέξοδά τους. Η επιτυχής έκβαση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν και ιδίως του χημικού αφοπλισμού του Ασαντ επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές.

* Ο δρ Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής Ερευνών Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.