ΚΟΣΜΟΣ

«Κωδικός αριθμός: 93», το άλλο Παρίσι

metanast1

«Κάποτε είχαμε ένα σπίτι κι ένα δρόμο γεμάτο με δέντρα δεξιά κι αριστερά κι ύστερα μας τα έκοψαν τα δέντρα. Κι ύστερα, αγάπη μου, μας πήραν και τον δρόμο» (Edward Bond, «Εργα πολέμου»).

Η απογυμνωτική αυτή φράση παίρνει αποκαλυπτικές διαστάσεις κάθε φορά που τη συσχετίζω με τη ζωή χιλιάδων μεταναστών, που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα της «μητέρας» Γαλλίας, όταν, λίγο πριν από τα μισά του 20ού αιώνα, επινόησε ένα «πρόγραμμα ενσωμάτωσης» προκειμένου να προσελκύσει φτηνά εργατικά χέρια από τις πρώην αποικίες της για την αποκατάσταση των καταστροφών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Εκτοτε, αυτοί, τα παιδιά και τα εγγόνια τους ζουν στοιβαγμένοι στις βρωμερές, καταθλιπτικές, ομοιόμορφες τσιμεντουπόλεις στα περίχωρα του ΒΑ Παρισιού. Παγιδευμένοι, απάτριδες και ταυτόχρονα εξόριστοι από την ίδια τους την ύπαρξη. Οι αχανείς αυτοί οικισμοί, δομημένοι με στυγνή τεχνοκρατική λογική, έχουν ταχυδρομικό κώδικα που ξεκινάει από 93. Αριθμός-καταδίκη, καθώς και μόνο η αναφορά του μπορεί να εμποδίσει την εύρεση εργασίας, να στοχοποιήσει και να περιθωριοποιήσει τους κατοίκους.

Η παρουσία των λευκών σε αυτά τα γκέτο, αν και αρκετά συχνή, δεν είναι ευπρόσδεκτη. Η δεκαήμερη περιπλάνηση και παραμονή μου σε αυτά τα προάστια συνοψίζεται σε τέσσερις εικόνες, το απόσταγμα των οποίων συμπυκνώνει αποχρώσεις εμπειριών και συναισθημάτων, που μέχρι τότε αγνοούσα την ύπαρξη, τη δύναμη και τη σημασία τους.

Εικόνα πρώτη

Τετάρτη, 5/2/2014, 22.30 μ.μ.
• Θέατρο T.G.P.59, boulevard Jules-Guesde, 93 207, Saint-Denis.

Η παράσταση έχει τελειώσει από ώρα. Το θέατρο έχει αδειάσει. Από τη μεγάλη τζαμαρία του θεάτρου φαίνονται η μικρή πλατεία και η αχανής λεωφόρος. Την ησυχία συντρίβει ένα βάναυσο ουρλιαχτό. Ενας πελώριος μελαψός άντρας στέκεται στη μέση της πλατείας και παραληρεί. Στο δεξί του χέρι κρατάει ένα ρόπαλο του μπέιζμπολ. Αρχίζει να χτυπάει με αυτό τις μικρές σιδερένιες κολόνες της πλατείας, που μένουν ανέπαφες. Οσο εκείνες αντιστέκονται, τόσο εκείνος επιμένει εκστομίζοντας ανατριχιαστικούς ήχους που μοιάζουν με κατάρες. Σε κάθε αποτυχία συντριβής του μετάλλου επανέρχεται πιο δριμύς. Η βία του διαπερνά το τζάμι και με ακινητοποιεί. Ο φόβος με αναγκάζει να τον παρατηρώ αδιάλειπτα και μουδιασμένα. Είμαι εγκλωβισμένη στον χώρο του θεάτρου χωρίς ελπίδα άμεσης διαφυγής.

Ξαφνικά παύει να φαντάζει στα μάτια μου απειλητικός. Μεταμορφώνεται σε ένα μελαψό Δον Κιχώτη του ερέβους που παλεύει με ανίκητους ανεμόμυλους. Η οργή του ηχεί σπαρακτικά. Μεταφέρει τους ρυθμικούς σιδερένιους ήχους της ανακατασκευής των εθνικών οδικών δικτύων από τους χιλιάδες πατεράδες του που άφησαν τη γη τους με την προσμονή μιας καλύτερης ζωής. Η οργή του ηχεί θρηνητικά για την ακινητοποιημένη ζωή του σε αυτό το φρικώδες «πουθενά» στα ΒΑ του Παρισιού, όπου έχει για πάντα εξοριστεί.

Εικόνα δεύτερη

Τετάρτη, 19/3/2014, 19.45 μ.μ.
• Metro ligne 7, La Courneuve-8-Mai-1945, avenue Paul-Vaillant-Couturier 93 120.

Περιμένω στην αποβάθρα τον συρμό του μετρό. Στα αριστερά μου κάποιος κατουράει σφυρίζοντας, δίπλα μου μια μεσήλικη κυρία κόβει τα νύχια της με νυχοκόπτη. Ερχεται το τρένο. Γεμίζει ασφυκτικά. Μπαίνω. Κάθομαι στη μοναδική άδεια θέση. Καταλαβαίνω αμέσως γιατί έχει μείνει άδεια. Γύρω μου κάθεται μια συμμορία δεκατριάχρονων, το πολύ δεκαπεντάχρονων, Αράβων. Εχουν άσπλαχνο και προκλητικό βλέμμα και παίζουν με τα ακριβά κινητά τους («μα πού τα βρίσκουν;» αναρωτιέμαι, «τα κλέβουν, φυσικά», με διαφωτίζει ένας Γάλλος φίλος), βάζουν ραπ μουσική που ακούγεται σε όλο το βαγόνι. Κανένας δεν διαμαρτύρεται.

Κάνουν εμετικά αστεία ο ένας στον άλλον.

Δεν πρέπει να αντιληφθούν τον πανικό μου, ψάχνω στο σακίδιό μου κάτι να με αποσπάσει. Βρίσκω το «Ατλαζένιο γοβάκι» του Κλοντέλ, σκέπτομαι πριν αναπνεύσω για να μοιάζει κανονική η κάθε μου ανάσα. Στάση.

Προσποιούμαι ότι διαβάζω. Τα γράμματα χοροπηδάνε χλευαστικά. Ακούγεται ένα ακορντεόν ξεκούρδιστο. Κάποιο τραγούδι της Εντίθ Πιαφ. Στάση.

Κάτι αλλάζει. Σηκώνω το βλέμμα, το ακορντεόν παίζει ακόμη. Τους βλέπω. Συνεννοούνται αδιόρατα με τα μάτια. Σηκώνονται. Με προσπερνάνε. Θέλω να ουρλιάξω από ανακούφιση. Το ακορντεόν σταματάει. Ενα λειψό, λιπόσαρκο γεροντάκι είναι. Τον πλησιάζουν. Κανείς δεν κοιτάει. Παρακολουθώ με την άκρη του ματιού μου. Τον προγκάρουν άγρια, ανελέητα, σαρκοβόρα. Γιατί; Γιατί αυτόν; Η μυρωδιά του τρόμου του φτάνει ώς εμένα. Με παραλύει. Προσποιείται τον ψύχραιμο. Στάση. Τους ξεφεύγει. Τον βρίσκουν και τον περικυκλώνουν στην αποβάθρα. Τώρα κοιτάμε όλοι απροκάλυπτα. Γίνονται βίαιοι. Τρυπώνει στο πίσω βαγόνι. Οι πόρτες κλείνουν. Γλίτωσε; Τα αγόρια ανοίγουν τις πόρτες με τα χέρια και μπαίνουν. Το τρένο ξεκινάει. Ηχοι από τις ράγες που βογκούν στο βάρος του τρένου.

Εικόνα τρίτη

Πέμπτη, 3/4/2014, μεσάνυχτα
• 17, rue Étienne Marcel , 93 500 Pantin.

Προσπαθώ να κοιμηθώ, στο sleeping bag μου, στο κρύο πάτωμα, στο αχανές κτίριο D, στο διαμέρισμα 137 του πρώτου ορόφου, στη μέση του τενεκεδένιου «πουθενά», σε μία από τις εργατικές πολυκατοικίες του τσιμεντένιου δάσους, όπου δεν νυχτώνει ποτέ εντελώς, και η νύχτα πέφτει με ένα σταχτί χρώμα αϋπνίας και υπερέντασης μέσα στο οποίο ζω τις τελευταίες τέσσερις ημέρες, χωρίς γκάζι, χωρίς ψυγείο, χωρίς θέρμανση, χωρίς ζεστό νερό. Μυρίζει σάπιο χαρτί, κλεισούρα και μπαγιάτικο τηγανισμένο λάδι. Δεν έχω ποτέ συναντήσει κανέναν. Μια πόλη-φάντασμα, όπου η ανθρώπινη παρουσία υποδηλώνεται μόνο με ήχους: κλειδιά που ανοίγουν την εξώπορτα, γέλια μικρών παιδιών που αντηχούν φρικιαστικά στο διάδρομο, νερό που τρέχει από τις σωληνώσεις του πάνω ορόφου. Σε κάθε ήχο πετάγομαι και κοιτάω από το ματάκι της πόρτας. Κανείς. Και κατά τις 2, ενώ έχω λαγοκοιμηθεί ξεκινά το στριγγό τραγούδι των λαμαρίνων. Κάθε νύχτα. Σαν να διαστέλλονται όλα μαζί τα σιδερένια μέλη του κτιρίου και βογγάνε. Τότε μέσα στον ύπνο μου, μου φαίνεται ότι το κτίριο γίνεται φορτηγό πλοίο που ξεριζώνει τα θεμέλιά του από τη γη και ταξιδεύει στο νεφελώδες ουράνιο στερέωμα. Υστερα τίποτα. Πέφτω σε λήθαργο. Το άσπλαχνο πρωινό φως με ξυπνάει, η πρώτη εικόνα που βλέπω είναι τα κοκαλωμένα απλωμένα ρούχα του διπλανού διαμερίσματος.

Εικόνα τέταρτη

Κυριακή, 6/4/2014, 10.15 π.μ.
• Αvenue Jean Lolive, 93 500 Pantin.

Κυριακή πρωί. Περπατάω στη rue de la Liberté και κατευθύνομαι προς την κεντρική λεωφόρο. Δεν σκέπτομαι. Μόνο αφουγκράζομαι και επιβιώνω. Τη νιώθω την αγριάδα. Οχι έξω. Μέσα μου. Υπερένταση και εγρήγορση για μέρες τώρα. Ολη μου η προσοχή στραμμένη σε αυτό που μπορεί να συμβεί και με παραμονεύει.

Είμαι λευκή και πρέπει να προσέχω. Είμαι λευκή. Φροντίζω να μη δείχνω φόβο. Να έχω σταθερό περπάτημα και ίσιο βλέμμα. Είμαι λευκή και ξένη: οτιδήποτε μπορεί να συμβεί σε ανύποπτο χρόνο.

Ωσπου λίγο πριν από τη στροφή του δρόμου ακούω κάτι απροσδιόριστα οικείο, αλλά και αταίριαστο. Αναρωτιέμαι αν όντως ακούω τη Madame Butterfly να τραγουδάει στα προάστια με κωδικό 93 το «Un bel di vedremo» με μια φωνή contralto φτιαγμένη για gospels και spirituals. Στον κεντρικό δρόμο στέκεται μια πελώρια Αφρικανή. Δεν έχει ηλικία. Μοιάζει με τη μάνα γη. Είναι η μάνα γη. Περπατάει βαριά, είναι ξεκάλτσωτη, έχει σπασμένα νύχια και μεγάλα πέλματα που οδηγούν τα σίγουρα βήματά της. Φοράει ένα ύφασμα τυλιγμένο με όλα τα χρώματα της ηπείρου της, οι γοφοί της ανεβοκατεβαίνουν ρυθμικά σε κάθε βήμα. Στην κοιλιά της κρύβει ένα ακόμη παιδί της φυλής της, τα βαριά, πελώρια στήθη της αναβλύζουν ζεστό γάλα για χιλιάδες πεινασμένα στόματα που ανοίγουν λυτρωτικά. Τα χέρια της πλατιά και ροζιασμένα κρατούν τους αόρατους θησαυρούς που απέσπασε δόλια και ληστρικά το εξευγενισμένο ευρωπαϊκό χέρι.

Και η άρια γίνεται νανούρισμα. Παρηγορητικό. Που τραγουδιέται από ιθαγενείς, στην πυρακτωμένη γη της αρπαγής και της εγκατάλειψης. Εδώ. Σε μια νησίδα αφρικανικής γης ενταφιασμένης στην καρδιά της Ευρώπης.

Δείτε και διαβάστε

• Tο ντοκιμαντέρ του «Εξάντα» για την εξέγερση των γαλλικών γκέτο τον Νοέμβριο του 2005. www.exandasdocumentaries.com/gr/documentaries/chronologically/2005-2006/151-paris-2005

• Tην παράσταση «Η Λίλα λέει» του Σιμό (έως 17 Νοεμβρίου 2015) και τα «Αναλόγια 2015 – Το πέρασμα: μετανάστευση/προσφυγιά» και οι δύο παραγωγές του Θεάτρου Τέχνης.

• Tην ταινία «Το μίσος» του Ματιέ Κασοβίτς (1995).

• Tο βιβλίο του Βρετανού ιστορικού Andrew Hussey, «Τhe French Intifada» (εκδ. Granta, 2014).