ΚΟΣΜΟΣ

Η ανεξαρτησία της Αλγερίας

i-anexartisia-tis-algerias-2117576

Το 1962, η Αλγερία, αποικιακή κτήση της Γαλλίας από τον 19ο αιώνα, έγινε ανεξάρτητο κράτος. Αυτόνομο τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Αντιβασιλεία του Αλγερίου καταλύθηκε από τη Γαλλική Μοναρχία το 1830. Το 1848, το Σύνταγμα της Β΄ Γαλλικής Δημοκρατίας κατοχύρωσε τη χώρα ως γαλλικό έδαφος. Από το 1881, με διάταγμα της Γ΄ Γαλλικής Δημοκρατίας, η Αλγερία διαιρέθηκε σε τρία διοικητικά διαμερίσματα (Αλγερίου, Οράν, Κωνσταντίνης), τα οποία υπάγονταν άμεσα στη μητρόπολη (υπουργείο Εσωτερικών). Παράλληλα, οι ευρωπαϊκής καταγωγής έποικοι και τα μέλη της εβραϊκής κοινότητας (και από το 1919 οι μουσουλμάνοι πρόκριτοι και στρατιωτικοί) απέκτησαν ιδιότητα Γάλλου πολίτη και υπάγονταν στο κοινό δίκαιο. Από την άλλη, ο αραβικής και λοιπής προέλευσης γηγενής πληθυσμός υπαγόταν στον Κώδικα των Ιθαγενών και στο κορανικό δίκαιο ώς το 1947, οπότε η ιδιότητα του Γάλλου πολίτη επεκτάθηκε στο σύνολο του πληθυσμού. Ωστόσο, οι δύο πληθυσμιακές κατηγορίες αποτελούσαν ξεχωριστά εκλογικά σώματα που εξέλεγαν ισάριθμους αντιπροσώπους στην αλγερινή Βουλή. Ενδεικτικά, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, οι Γάλλοι της Αλγερίας αντιστοιχούσαν σε 10,3% σε σύνολο 9.430.000 πληθυσμού. Η ένοπλη εξέγερση του αλγερινού Μετώπου Εθνικής Απελευθέρωσης (Front de libération nationale, FLN) την 1η Νοεμβρίου 1954 εγκαινίασε μια εμπόλεμη περίοδο που διήρκεσε ώς το 1962, λήγοντας με την ανεξαρτησία της Αλγερίας. Ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας του FLN εντάσσεται στο πλαίσιο του κύματος αποαποικιοποίησης που τράνταξε έπειτα από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου τα θεμέλια των αυτοκρατορικών οικοδομημάτων των κυριότερων αποικιακών ευρωπαϊκών δυνάμεων, κυρίως της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας.

Η πλέον οδυνηρή εμπειρία για τη Γαλλία

Ο πόλεμος της αλγερινής ανεξαρτησίας υπήρξε για τη Γαλλία η πλέον οδυνηρή εμπειρία της δεδομένης ιστορικής συγκυρίας, ακριβώς λόγω της άμεσης διοικητικής σύνδεσης της Αλγερίας στη μητροπολιτική εδαφική επικράτεια αφενός, της ύπαρξης Γάλλων εποίκων στη χώρα αφετέρου. Επιπλέον, ο πόλεμος αυτός επήλθε σχεδόν αμέσως μετά την αποδέσμευση των γαλλικών στρατιωτικών δυνάμεων από την Ινδοκίνα, όπου η χώρα διεξήγαγε άλλον έναν αποικιακό πόλεμο κατά την περίοδο 1945-1954, συμβάλλοντας έτσι αποφασιστικά στο «διαζύγιο» μεταξύ του στρατού και του υπόλοιπου έθνους, κάτι το οποίο έγινε πλήρως φανερό με την απόπειρα του πραξικοπήματος εναντίον του προέδρου Ντε Γκωλ τον Απρίλιο του 1961.

Από οικονομικής άποψης, ο πόλεμος της Αλγερίας υποθήκευσε τον εκσυγχρονισμό της Γαλλίας, αλλά και έφερε παράλληλα στην επιφάνεια την πενία των εθνικών πόρων και την ανάγκη εξωτερικού δανεισμού για τη συνέχιση του πολέμου, με στόχο την επιβολή μιας γαλλικής λύσης σύμφωνης με την έννοια που η Γαλλία έδινε στα εθνικά της συμφέροντα και στη θέση της στο διεθνές σύστημα. Τέλος, ο πόλεμος υποθήκευσε σημαντικά τη διεθνή θέση της χώρας. Ετσι, η κρίση του Σουέζ, η οποία από την πλευρά της Γαλλίας ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τον πόλεμο της Αλγερίας, δεν είχε ως αποτέλεσμα μόνο την επιδείνωση των σχέσεών της με τις ανεξάρτητες αραβικές χώρες και την αδυναμία ουσιαστικής άσκησης εξωτερικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή. Επιπλέον, δυναμίτισε τις σχέσεις της Γαλλίας με τους συμμάχους της, κυρίως τις ΗΠΑ, κάτι το οποίο είχε σαφή επίδραση στη μετέπειτα στάση της χώρας απέναντι στο ΝΑΤΟ και στην ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Σε συνδυασμό με τις δομικές αδυναμίες της Δ΄ Γαλλικής Δημοκρατίας, οι οποίες ευνόησαν το φαινόμενο βραχύβιων κυβερνήσεων συνασπισμού (24 κυβερνήσεις στο σύνολο της περιόδου 1946-1958), οι παράγοντες αυτοί συνέτρεξαν κατά τρόπο τέτοιο ώστε το πολίτευμα να καταρρεύσει υπό την πίεση της στάσης του Αλγερίου στις 13 Μαΐου 1958.

Σε αυτές τις συνθήκες επήλθε η επιστροφή του στρατηγού Ντε Γκωλ στα πολιτικά πράγματα, η εγκαθίδρυση της προσωποπαγούς Ε΄ Δημοκρατίας και το βιαστικό τέλος του πολέμου το 1962, έπειτα από την εκεχειρία που προέβλεψαν οι συμφωνίες του Εβιάν, οι οποίες πάντως δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν την έξοδο των Γάλλων της Αλγερίας και τον «επαναπατρισμό» τους στη μητροπολιτική Γαλλία.

Η ιστορική έρευνα για τον πόλεμο

Πέρα από το γεγονός καθαυτό, αξίζει να παρουσιαστούν οι ποικίλοι τρόποι πρόσληψης ενός γεγονότος αυτής της εμβέλειας. Ο πόλεμος της αλγερινής ανεξαρτησίας είναι ένα βαθιά μελετημένο πεδίο. Οσον αφορά την ιστοριογραφική παραγωγή της Αλγερίας, σύμφωνα με μία σχηματοποίηση του ιστορικού Μπ. Στορά, μια πρώτη γενιά ιδεολογικά στρατευμένων μελετών είδε το φως κατά τη δεκαετία του 1960. Βασικός λόγος ύπαρξης των εν λόγω μελετών ήταν η θέληση να νομιμοποιηθεί η συγκρότηση του αλγερινού κράτους και να «αποαποικιοποιηθεί» η Ιστορία, κυρίως μέσα από μια στροφή προς την προφορική Ιστορία, δεδομένου ότι οι γραπτές πηγές προέρχονταν από την αποικιακή δύναμη. Ενα πρώτο κύμα επιστημονικών ιστορικών μελετών εμφανίστηκε στη δεκαετία του 1970, δίνοντας έμφαση κυρίως στη γέννηση του αλγερινού εθνικισμού και άρα στις ρίζες του πολέμου της ανεξαρτησίας υπό αυτό το πρίσμα. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στον Μοχάμεντ Χαρμπί, πρώην μέλος του FLN, ο οποίος έκανε την πανεπιστημιακή του καριέρα στη Γαλλία. Στη δεκαετία του 1980, το βασικό αντικείμενο των ιστορικών μελετών ήταν ο πόλεμος καθαυτός με κέντρο τη δράση των Αλγερινών. Η επόμενη δεκαετία σήμανε την άφιξη μιας νέας γενιάς ιστορικών, οι οποίοι στερούνταν βιωματικής σχέσης με την περίοδο του πολέμου, ήταν όμως παιδιά της λεγόμενης μαύρης δεκαετίας της ισλαμικής τρομοκρατίας που έσεισε τη χώρα. Σε μεγάλο βαθμό, η ιστοριογραφική παραγωγή αντανακλά μια στροφή προς ερωτήματα σχετικά με τη θέση του Ισλάμ στην ανάπτυξη του αλγερινού εθνικισμού και σε θέματα μνήμης του αγώνα για την ανεξαρτησία. Από τη δεκαετία του 2000 και εξής, η τάση είναι προς τη συγγραφή μιας πλουραλιστικής Ιστορίας μακριά από επίσημες εκδοχές, παρόλο που υπάρχουν τόποι-ταμπού όπως οι Γάλλοι της Αλγερίας, οι Εβραίοι, οι αρκί (Αλγερινοί μουσουλμάνοι που τάχθηκαν στον γαλλικό στρατό) και μειωμένο ενδιαφέρον για την εξέταση του θέματος από μια κοινή οπτική με το Μαρόκο και την Τυνησία. Η αλγερινή ιστοριογραφική παραγωγή δεν μεταφράζεται συστηματικά στα γαλλικά, κάτι που δείχνει ότι η προσέγγιση της Ιστορίας σε διμερές γαλλοαλγερινό επίπεδο δεν είναι ακόμα δεδομένη.

Οσον αφορά τη γαλλική ιστοριογραφική παραγωγή, ένα πρώτο κύμα σημαντικών μελετών εμφανίστηκε από τη δεκαετία του 1960 ώς και τη δεκαετία του 1990, από ιστορικούς οι οποίοι είχαν δεσμούς με την Αλγερία είτε λόγω καταγωγής είτε λόγω επαγγελματικής εμπειρίας στη χώρα πριν από την ανεξαρτησία ή, κατόπιν, στο πλαίσιο της γαλλοαλγερινής επιστημονικής συνεργασίας (Charles-Robert Ageron, Gilbert Meunier, André Nouschi, René Gallissot). Από τη δεκαετία του 2000, μια νέα γενιά ιστορικών εμφανίστηκε επικεντρώνοντας κυρίως σε θέματα λειτουργίας των θεσμών του γαλλικού κράτους κατά την έκρυθμη αυτή περίοδο (Δικαιοσύνη και νομοθεσία, στρατός, χρήση βασανιστηρίων). Επί του παρόντος, η τάση είναι προς την εξέταση των βαθύτερων αιτίων του πολέμου καθώς και της διεθνούς διάστασής του με άνοιγμα προς διεπιστημονικές μεθόδους προσέγγισης. Το έργο της νέας γενιάς ιστορικών υποβοηθείται από το γεγονός ότι συμμετέχουν σε αυτό Γάλλοι ιστορικοί με καταγωγή από το Μαγκρέμπ.

Αξίζει να σημειωθεί, τέλος, ότι η διεθνής διάσταση του πολέμου δεν υπήρξε προτεραιότητα της έρευνας ούτε στη Γαλλία ούτε στην Αλγερία και ήταν έργο κατά βάση ξένων, Αμερικανών και Βρετανών, ιστορικών, από τη δεκαετία του 2000 και εξής. Εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι ενώ η έρευνα έχει καταδείξει πως η στάση των ΗΠΑ, με την άρνηση παροχής οικονομικής βοήθειας και διπλωματικής στήριξης της Γαλλίας, αποτέλεσε έναν έμμεσο τρόπο πίεσης για τερματισμό ενός πολέμου που εξέθετε και την αμερικανική πολιτική στη Μέση Ανατολή, ο πόλεμος της Αλγερίας είχε μια νέα ανάγνωση μερικές δεκαετίες αργότερα.

Πράγματι, μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 και την εμπλοκή των ΗΠΑ στο Ιράκ και στη συνέχεια στο Αφγανιστάν, η κλασική ιστορία του Alistair Horne (A Savage War of Peace. Algeria, 1954-1962) επανακυκλοφόρησε, με νέο πρόλογο του συγγραφέα, ο οποίος αναφερόταν σαφώς στην κατάσταση στο Ιράκ. Πολύ περισσότερο, ο πόλεμος της Αλγερίας αναγνώστηκε πλέον περισσότερο ως επαναστατικός και ανατρεπτικός, παρά εθνικοαπελευθερωτικός, από τον πολιτικό και στρατιωτικό κόσμο των ΗΠΑ, όπως επίσης υπήρξε ανανεωμένο ενδιαφέρον για τις μεθόδους καταστολής και ψυχολογικού πολέμου που εφαρμόστηκαν από τους Γάλλους, των βασανιστηρίων συμπεριλαμβανομένων.

Επίσημη αναγνώριση τέσσερις δεκαετίες μετά

Το όλο ζήτημα μας οδηγεί στη συζήτηση με αντικείμενο την πρόσληψη της ιστορικής μνήμης. Η μνήμη του πολέμου της Αλγερίας εισέβαλε ουσιαστικά στη δημόσια σφαίρα της Γαλλίας την τελευταία δεκαπενταετία.

Το πρώτο έναυσμα δόθηκε με την καταδίκη του Μορίς Παπόν το 1998 για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, για τον ρόλο του στον εκτοπισμό της εβραϊκής κοινότητας της Γιρόνδης (Gironde), της οποίας υπήρξε νομάρχης από το 1942 ώς το 1944. Η καταδίκη αυτή έφερε στην επιφάνεια το θέμα της ευθύνης του στην αιματηρή καταστολή της διαδήλωσης των Αλγερινών μεταναστών από τη γαλλική αστυνομία στις 17 Οκτωβρίου 1961 στο Παρίσι, του οποίου τελούσε τότε αστυνομικός νομάρχης. Με νόμο της 18ης Οκτωβρίου 1999, η κυβέρνηση Ζοσπέν αναγνώρισε επίσημα ως «πόλεμο της Αλγερίας» τον πόλεμο που έως τότε είχε στερηθεί επίσημου ονόματος και χαρακτηριζόταν με τον αόριστο όρο «γεγονότα της Αλγερίας». Το 2001, η ίδια κυβέρνηση επέσπευσε τις διαδικασίες ανοίγματος των σχετικών αρχείων, κάτι το οποίο διευκόλυνε σημαντικά τη διεξαγωγή της ιστορικής έρευνας στα επόμενα χρόνια. Παράλληλα, την ίδια περίοδο, άνοιξε το θέμα της χρήσης βασανιστηρίων από τον γαλλικό στρατό κατά τη διάρκεια του πολέμου, έπειτα από τη δημοσιοποίηση σχετικών μαρτυριών (Louisette Ighilahriz).

Ετσι λοιπόν, τις τελευταίες δύο δεκαετίες υπάρχει σύγκλιση σε επίπεδο ιστορικής έρευνας, επίσημης κρατικής στάσης και κοινωνίας, τουλάχιστον ως προς την αναγκαιότητα περαιτέρω μελέτης του ιστορικού αυτού πεδίου το οποίο αποτελεί ζωντανό διακύβευμα και σε επίπεδο μνήμης. Αυτό έγινε περαιτέρω φανερό το 2005, όταν η κυβέρνηση Ραφαρέν θέσπισε νόμο που αναγνώρισε την εθνική προσφορά των επαναπατρισμένων Γάλλων της Αλγερίας και προέβλεψε τη σύσταση ιδρύματος μνήμης του πολέμου της Αλγερίας, κάτι το οποίο συνάντησε την αρνητική αντίδραση της επιστημονικής κοινότητας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η ιστορική μνήμη επανενεργοποιήθηκε πολύ πρόσφατα ως συνέπεια των τρομοκρατικών επιθέσεων που έλαβαν χώρα στο Παρίσι στις 13 Νοεμβρίου 2015. Η κήρυξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης και η δυνατότητα να επιβληθούν κατ’ οίκον περιορισμοί σε υπόπτους να προβούν σε τρομοκρατικές ενέργειες βασίζονται στη νομοθεσία που θεσπίστηκε στη Γαλλία κατά τη διάρκεια του πολέμου της Αλγερίας.

* Η κ. Σοφία Παπαστάμκου είναι ερευνήτρια στο Maison Européenne des Sciences de L’ Homme et de la Société, Lille, France.