ΚΟΣΜΟΣ

Σφίγγει ο κλοιός γύρω από το απαρτχάιντ

history1

Η ιστορία του κράτους της Νοτίου Αφρικής είναι πολύ στενά συνδεδεμένη με τη θεσμοθετημένη πολιτική του απαρτχάιντ, μια πολιτική ευρύτερα γνωστή ως πολιτική των φυλετικών διακρίσεων. Στην ουσία όμως ήταν κάτι πολύ χειρότερο, μια πολιτική φυλετικού διαχωρισμού. Το παράδοξο με αυτήν ήταν ότι, ενώ οι περισσότερες πολιτικές διακρίσεων σχετίζονται με την ύπαρξη μειονοτήτων στην επικράτεια ενός κράτους και την καταπίεση μιας μειονότητας από την επικρατούσα πλειοψηφία, στην περίπτωση του απαρτχάιντ συνέβαινε το αντίθετο: η πλειοψηφία των κατοίκων της Νοτίου Αφρικής, οι οποίοι δεν προέρχονταν από τους Ευρωπαίους εποίκους, καταπιέζονταν από τη μειοψηφία των ευρωπαϊκής προέλευσης πολιτών. Αυτό μάλιστα είχε λάβει τη μορφή επίσημης κρατικής πολιτικής που μετουσιωνόταν σε οικονομικές, νομικές και κοινωνικές διακρίσεις, όπως την υποχρέωση διαμονής σε συγκεκριμένες μόνο περιοχές και εξαιρετικά μεγάλους περιορισμούς στην πολιτική εκπροσώπηση.

Στη γλώσσα των Αφρικάανς, μια από τις επίσημες γλώσσες της Νοτίου Αφρικής. η οποία προέρχεται από τα ολλανδικά που μιλούσαν οι προτεστάντες έποικοι τον 17ο αιώνα, απαρτχάιντ όντως σημαίνει διαχωρισμός, δηλαδή όχι μόνο διαφορετικός τρόπος ζωής των κοινοτήτων αλλά και ετερότητα στον προσωπικό και κοινωνικό βίο. Για πρώτη φορά, η πολιτική εκφορά του απαρτχάιντ κατέστη σύνθημα του Εθνικού Κόμματος των Αφρικάανς στις εκλογές του 1948. Με την επικράτηση του κόμματος (που κυβέρνησε τη χώρα έως το 1994), το απαρτχάιντ χρησιμοποιήθηκε για τη θεσμοθέτηση και την επαύξηση των φυλετικών διαιρέσεων που ήδη υπήρχαν στο κράτος της Νοτίου Αφρικής, όπως άλλωστε και στη Νοτιοδυτική Αφρική, τη σημερινή Ναμίμπια.

45 χρόνια αγώνας εντός του ΟΗΕ

Οπως ήταν αναμενόμενο, η πολιτική του απαρτχάιντ δικαίως στηλιτεύτηκε, ενώ συνδέθηκε με σημαντικές διπλωματικές επιτυχίες των ανεξαρτήτων αφρικανικών κρατών σε διεθνές επίπεδο. Στις επιτυχίες αυτές –κυρίως στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) και τις Ειδικευμένες Οργανώσεις του– συνέδραμαν αφενός η βοήθεια που προσφέρθηκε από τα αραβικά και ισλαμικά κράτη και αφετέρου η επιδίωξη του ίδιου του ΟΗΕ για την καθολική εφαρμογή της προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Τον Δεκέμβριο του 1948 η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έρχεται να συμπληρώσει τις σχετικές διατάξεις του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ και, μεταξύ άλλων, αναφέρει με τρόπο κατηγορηματικό ότι «όλα τα ανθρώπινα όντα γεννιούνται ελεύθερα και είναι ίσα όσον αφορά την αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα».

Τα ανεξάρτητα κράτη της Αφρικής κατάφεραν να προωθήσουν την υιοθέτηση πάρα πολλών ψηφισμάτων του ΟΗΕ, τα οποία όχι μόνο καταδίκαζαν ως απάνθρωπη την πολιτική του απαρτχάιντ αλλά προέβλεπαν επίσης τη λήψη κυρωτικών μέτρων κατά της Νοτίου Αφρικής λόγω της εμμονής στη διατήρησή του. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, εκτός από αυτή καθαυτή την πολιτική του απαρτχάιντ, ο ΟΗΕ ασχολήθηκε και με τις διακρίσεις κατά των κατοίκων της Νοτίου Αφρικής με εθνοτική καταγωγή από την Ινδία και το Πακιστάν, κατόπιν σχετικών καταγγελιών των δύο αυτών κρατών. Οι διακρίσεις εις βάρος των προερχομένων από την Ινδική χερσόνησο (συχνά αναφέρονταν με τον μειωτικό χαρακτηρισμό «coolies») είχαν γίνει γνωστές ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, απόρροια του έργου ενός νεαρού Ινδού δικηγόρου που η εικοσαετής παραμονή του στη Νότιο Αφρική σφυρηλάτησε τις πολιτικές πεποιθήσεις και την ηθική του – ήταν ο Μαχάτμα Γκάντι.

Σε επίπεδο ΟΗΕ, ο αγώνας για την κατάργηση του απαρτχάιντ υπήρξε μακρύς. Ξεκίνησε το 1948 και ολοκληρώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Δύο γεγονότα σηματοδότησαν αυτή τη διαδρομή:

• Η Απόφαση 2202 Α (XXI) τον Δεκέμβριο του 1966, στην οποία η Γενική Συνέλευση χαρακτήρισε το απαρτχάιντ ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητος και με αυτό τον τρόπο το αποσύνδεσε από το να θεωρείται «εσωτερική υπόθεση» της Νοτίου Αφρικής.

• Η Διεθνής Συνθήκη για την Καταστολή και Τιμωρία του Εγκλήματος του Απαρτχάιντ τον Νοέμβριο του 1973, με την οποία το απαρτχάιντ καθίσταται διεθνές έγκλημα όπως η δουλεία και η πειρατεία. Στα 109 κράτη που την έχουν κυρώσει δεν περιλαμβάνονται η Ελλάδα και η Κύπρος.

Η πρώτη απόφαση που επέβαλε κυρώσεις

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου υιοθετήθηκαν δεκάδες συναφή ψηφίσματα από τα κύρια όργανα του ΟΗΕ. Σε αυτά περιλαμβάνεται και η Απόφαση 1761 (XVII) με τίτλο «Οι πολιτικές του απαρτχάιντ της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Νοτίου Αφρικής». Η Απόφαση υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση στις 6 Νοεμβρίου 1962 με 67 ψήφους υπέρ, 16 ψήφους κατά, ενώ 23 κράτη απείχαν. Η Ελλάδα όπως και η Τουρκία την καταψήφισαν ενώ η Κύπρος την ενέκρινε. Η Απόφαση ήρθε σε συνέχεια προηγουμένων ψηφισμάτων, τα οποία καταδίκαζαν πολιτικές που βασίζονταν στη φυλετική υπεροχή ως κατάφωρη παραβίαση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, κατηγορούσαν την κυβέρνηση της Νοτίου Αφρικής ότι η αδίστακτη εφαρμογή των νόμων του απαρτχάιντ συνοδευόταν από βία και αιματοχυσίες και διαπίστωναν ότι οι φυλετικές της πολιτικές παραβιάζουν τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ, όντας εντελώς ασύμβατες με την ιδιότητα του κράτους-μέλους του Οργανισμού. Τα ψηφίσματα εμφάνιζαν τη Νότιο Αφρική ότι επισταμένως και με πρόθεση αρνείτο να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει όταν έγινε ένα από τα αρχικά μέλη του ΟΗΕ.

Η Απόφαση 1761 (XVII) προχώρησε όμως πολύ περισσότερο από προηγούμενα ψηφίσματα και επέβαλε συγκεκριμένες κυρώσεις κατά της Νοτίου Αφρικής. Πιο συγκεκριμένα, η Γενική Συνέλευση ζητούσε από όλα τα κράτη-μέλη του ΟΗΕ να λάβουν και να εφαρμόσουν τα εξής μέτρα με κυρωτικό χαρακτήρα: διακοπή διπλωματικών σχέσεων, κλείσιμο λιμανιών και αεροδρομίων σε πλοία και αεροσκάφη που έφεραν τη σημαία της Νοτίου Αφρικής, απαγόρευση στις εισαγωγές νοτιοαφρικανικών εμπορευμάτων στην επικράτεια των κρατών-μελών αλλά και στις εξαγωγές αγαθών προς τη Νότιο Αφρική, περιλαμβανομένων των όπλων και των πυρομαχικών.

Ενας μελετητής του ΟΗΕ θα προβληματιζόταν για τη νομιμότητα αυτών των μέτρων. Και αυτό, διότι στο σύστημα του ΟΗΕ η επιβολή κυρώσεων είναι αποκλειστικό έργο (προνόμιο θα έλεγε κανείς) του Συμβουλίου Ασφαλείας, εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 14 του Καταστατικού Χάρτη, η Γενική Συνέλευση περιορίζεται στο να προτείνει μέτρα και να απευθύνει συστάσεις στα κράτη-μέλη, με στόχο την ειρηνική διευθέτηση κάθε κατάστασης που θα μπορούσε να έχει συνέπειες στην ευημερία ή στις ειρηνικές σχέσεις μεταξύ των κρατών. Προκύπτει λοιπόν ότι η επιβολή των παραπάνω κυρώσεων ξέφευγε από τις αρμοδιότητες και τις εξουσίες της Γενικής Συνέλευσης. Εκείνη όμως την εποχή, λόγω του Ψυχρού Πολέμου και της οξύτατης αντιπαλότητας μεταξύ ανατολής και δύσης, το Συμβούλιο Ασφαλείας δεν λειτουργούσε κανονικά και δεν επιτελούσε το έργο του, αφήνοντας έτσι ένα σημαντικό κενό στην αντιμετώπιση κρατών-μελών που δεν συμμορφώνονταν προς τις υποχρεώσεις τους. Δεδομένου μάλιστα ότι η Γενική Συνέλευση ανέκαθεν επεδίωκε να ανατρέψει τη μειονεκτική από άποψη εξουσιών θέση της σε σχέση με το Συμβούλιο Ασφαλείας, στη συγκεκριμένη περίπτωση εκμεταλλεύθηκε το κενό που είχε δημιουργηθεί, επιβάλλοντας μέτρα κυρωτικού χαρακτήρα κατά της Νοτίου Αφρικής και προσπαθώντας να αναβαθμίσει τον ρόλο και τη σημασία της εντός του Οργανισμού. Για την ιστορία ας αναφερθεί ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας επέβαλε με ομόφωνη απόφαση κυρώσεις κατά της Νοτίου Αφρικής τον Νοέμβριο του 1977.

Ενα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας

Εκτός από την επιβολή κυρώσεων, η Απόφαση 1761 (XVII) διαφοροποιήθηκε επίσης διότι έθεσε την κυβέρνηση της Νοτίου Αφρικής σε καθεστώς παρακολούθησης σχετικά με την πολιτική του απαρτχάιντ. Πιο συγκεκριμένα δημιούργησε μια Ειδική Επιτροπή, τα μέλη της οποίας προέρχονταν από κράτη-μέλη που όριζε ο πρόεδρος της Γενικής Συνέλευσης. Σκοπός της Επιτροπής ήταν να ελέγχει τις φυλετικές πολιτικές στη Νότιο Αφρική και να υποβάλει εκθέσεις τόσο στο Συμβούλιο Ασφαλείας όσο και στη Γενική Συνέλευση. Με το πέρασμα του χρόνου η Επιτροπή (διατηρήθηκε έως το 1994) αναβαθμίστηκε και επεκτάθηκαν σημαντικά οι σκοποί της. Μετετράπη μάλιστα σε μοχλό πίεσης για την αποτελεσματική εφαρμογή των κυρώσεων κατά της Νοτίου Αφρικής, καθώς φρόντιζε για την παροχή βοήθειας στα θύματα του απαρτχάιντ και διοργάνωνε πλήθος εκδηλώσεων σε ολόκληρο τον πλανήτη για να προωθηθεί ο στόχος της κατάργησης της πολιτικής του απαρτχάιντ. Τα πρώτα μέλη της Ειδικής Επιτροπής ήταν η Αλγερία, η Κόστα Ρίκα, η Μαλαισία, η Γκάνα, η Γουινέα, η Αϊτή, η Ουγγαρία, το Νεπάλ, η Νιγηρία, οι Φιλιππίνες και η Σομαλία. Στην εύλογη απορία γιατί δεν συμμετείχαν καθόλου κράτη του δυτικού κόσμου, η απάντηση δίνεται στο ίδιο το κείμενο της Απόφασης. Εκεί η Γενική Συνέλευση εξέφραζε τη λύπη της, «διότι οι δράσεις ορισμένων κρατών-μελών ενθαρρύνουν έμμεσα την κυβέρνηση της Νοτίου Αφρικής να διαιωνίζει την πολιτική του φυλετικού διαχωρισμού, η οποία έχει απορριφθεί από την πλειοψηφία του πληθυσμού της χώρας». Τα κράτη αυτά, που σύμφωνα με πάγια τακτική της Γενικής Συνέλευσης δεν κατονομάζονταν, ήταν κράτη του δυτικού κόσμου, τα οποία πολλά χρόνια αργότερα ασχολήθηκαν με το απαρτχάιντ και την ανθρώπινη διάσταση του φυλετικού διαχωρισμού (οι ΗΠΑ επέβαλαν κυρώσεις στη Νότιο Αφρική το 1986).

Στις εθνικές εκλογές του 1994, όπως ήταν αναμενόμενο, το Εθνικό Κόμμα έχασε την πρώτη θέση. Το Εθνικό Κογκρέσο υπό τον Νέλσον Μαντέλα ανακηρύχθηκε νικητής, οι κρατικές πολιτικές του απαρτχάιντ καταργήθηκαν στο σύνολό τους και η Επιτροπή Αληθείας και Συμφιλίωσης που συστάθηκε από τη νέα κυβέρνηση της Νοτίου Αφρικής ανέλαβε να επουλώσει τις πληγές του παρελθόντος. Το απαρτχάιντ όμως ως εγκληματική πράξη που απαξιώνει την αξιοπρέπεια και την υπόσταση του ανθρώπου δεν έχει καταργηθεί. Το 1988 το Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου το περιέλαβε ως μια μορφή εγκλήματος κατά της ανθρωπότητος.

* Ο κ. Κωνσταντίνος Δ. Μαγκλιβέρας είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Αιγαίου.