ΚΟΣΜΟΣ

Στη Συρία κρίνονται οι σχέσεις ΗΠΑ – Ρωσίας

keri

Αφετηρία για βιώσιμη ειρήνευση στη Συρία ή πρελούδιο μιας ακόμη περισσότερο εφιαλτικής κλιμάκωσης του πολέμου; Το ερώτημα αυτό πλανιέται στη διεθνή ατμόσφαιρα από τα μεσάνυχτα της Παρασκευής προς Σάββατο, όταν άρχισε, θεωρητικά τουλάχιστον, η εφαρμογή του κοινού αμερικανορωσικού σχεδίου για κατάπαυση του πυρός. Τα αμέσως επόμενα εικοσιτετράωρα θα δείξουν κατά πόσον τα αντιμαχόμενα μέρη θα εφαρμόσουν αυτά που έχουν ήδη συμφωνήσει οι μεγάλες δυνάμεις, ανοίγοντας τον δρόμο για την επανάληψη των διαπραγματεύσεων της Γενεύης, με στόχο την πολιτική επίλυση της κρίσης

Τα προηγούμενα εικοσιτετράωρα, ο Βλαντιμίρ Πούτιν είχε αποδυθεί σε έναν πυρετικό διπλωματικό μαραθώνιο με όλους τους «παίκτες» του συριακού δράματος, επιδιώκοντας την κατά το δυνατόν πληρέστερη εφαρμογή της συμφωνίας. Η άκρως ενεργητική εκστρατεία του Ρώσου ηγέτη δεν εκπλήσσει, δεδομένου ότι η χώρα του ήταν ο υπ’ αριθμόν ένα ωφελημένος από το κοινό αμερικανορωσικό σχέδιο. Η αλλαγή των δεδομένων μετά τη ρωσική επέμβαση στη Συρία, η προέλαση του κυβερνητικού στρατού και ο άμεσος κίνδυνος ολοκληρωτικού ελέγχου του Χαλεπίου από τον Ασαντ ανάγκασαν τις ΗΠΑ να έρθουν σε συμφωνία με τους Ρώσους, αίροντας την προϋπόθεση που μέχρι χθες έθεταν, αναφορικά με την απομάκρυνση του Ασαντ πριν από οποιαδήποτε προσπάθεια ειρήνευσης. Από την πλευρά του, ο Πούτιν κατάφερε να θωρακίσει τη ρωσική στρατιωτική παρουσία στη Συρία και να εξασφαλίσει σημαντικό μερίδιο επιρροής στη χώρα μετά τον τερματισμό των εχθροπραξιών, όποτε και όπως αυτή προκύψει. Επιπλέον, έστειλε ένα ισχυρό μήνυμα σε όλο τον κόσμο: ότι η Ρωσία δεν «πουλάει» τους συμμάχους της, όπως έπραξε η Αμερική του Μπαράκ Ομπάμα με την Αίγυπτο του Μουμπάρακ και την Τυνησία του Μπεν Αλι, στο ξεκίνημα της Αραβικής Ανοιξης.

Τι «ώθησε» τον Πούτιν
Ωστόσο και ο Πούτιν έχει ισχυρούς λόγους να επείγεται να κλείσει το Συριακό. Το ενδεχόμενο παγίδευσης της Ρωσίας σε έναν μακρύ πόλεμο ξυπνάει οδυνηρές μνήμες από το Αφγανιστάν και αυξάνει τους κινδύνους ευθείας σύγκρουσης με την Τουρκία του απρόβλεπτου Ερντογάν, λόγω του Κουρδικού. Το κυριότερο, το Κρεμλίνο δεν κρύβει την πρόθεσή του να χρησιμοποιήσει το Συριακό ως μοχλό για έναν γενικότερο συμβιβασμό με τις ΗΠΑ, ο οποίος θα περιλαμβάνει και το Ουκρανικό, τερματίζοντας την ψυχροπολεμική υποτροπή στις σχέσεις μεταξύ των δύο μεγάλων δυνάμεων και τις επώδυνες οικονομικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Υπό αυτό το πρίσμα, πρέπει να ερμηνεύσει κανείς και την πίεση που ασκεί, δημόσια και παρασκηνιακά, η Μόσχα στον Ασαντ να τηρήσει την εκεχειρία και να μην επιδιώξει να συντρίψει στρατιωτικά τη φιλοαμερικανική αντιπολίτευση. Μπορεί να υποθέσει κανείς πως η Ρωσία αντιλαμβάνεται ότι ο Ασαντ δεν μπορεί να αποτελεί μέρος της τελικής πολιτικής λύσης του προβλήματος, αν και άλλα στελέχη του κυβερνώντος κόμματος Μπάαθ, χωρίς αίμα στα χέρια τους, ασφαλώς θα έχουν ρόλο σε μια μελλοντική μεταβατική κυβέρνηση.

Περισσότερο συγκεχυμένη διαγράφεται η κατάσταση στην Ουάσιγκτον. Οπως αποκάλυψε αυτή την εβδομάδα η Wall Street Journal, Πεντάγωνο και CIA αντιδρούν στη διαγραφόμενη συνεννόηση της κυβέρνησης Ομπάμα με το Κρεμλίνο και πιέζουν για πιο αποφασιστική ενίσχυση της φιλοαμερικανικής αντιπολίτευσης. Ο ίδιος ο Τζον Κέρι έδωσε δείγματα ταλάντευσης και αντιφατικότητας καθώς, μόλις την επομένη της συμφωνίας με τους Ρώσους, μίλησε στην αρμόδια επιτροπή της Γερουσίας για Σχέδιο Β. Ο επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ εξέφρασε αμφιβολίες για το κατά πόσον η Ρωσία και ο Ασαντ θα εφαρμόσουν τη συμφωνία, αφήνοντας να εννοηθεί ότι σε αυτή την περίπτωση οι ΗΠΑ θα ευνοήσουν τη διάσπαση του συριακού κράτους.

Τον διάχυτο σκεπτικισμό ενισχύουν και οι μεγάλες ασάφειες της ίδιας της συμφωνίας. Το ρωσοαμερικανικό σχέδιο εξαιρεί από την κατάπαυση του πυρός το Ισλαμικό Κράτος και την Αλ Νούσρα (παρακλάδι της Αλ Κάιντα), οι οποίοι θεωρούνται νόμιμοι στόχοι του Ασαντ, των ΗΠΑ, της Ρωσίας και των συμμάχων τους. Ωστόσο, είναι γνωστό ότι η Αλ Νούσρα μάχεται εναντίον του Ασαντ σε κοινό μέτωπο με υποστηριζόμενες από τις ΗΠΑ, την Τουρκία και τη Σαουδική Αραβία ομάδες της αντιπολίτευσης. Επομένως, κάθε πλήγμα εναντίον της θα μπορούσε προκαλέσει απώλειες στις τάξεις και αυτών των ομάδων, απειλώντας την τήρηση της εκεχειρίας. Επειτα, δεν έχει ακόμη διευκρινιστεί ποιος θα επιτηρεί την εφαρμογή της συμφωνίας και ποιος θα επιβάλλει ποινές σε όσους την παραβιάζουν. Ερωτήματα που θα πρέπει να απαντηθούν άμεσα, πρωτίστως από τις ΗΠΑ και τη Ρωσία, αν πρόκειται το κοινό τους σχέδιο να αποδειχθεί κάτι περισσότερο από ένα άλμα στο κενό.