ΚΟΣΜΟΣ

Ανάγκη αλλαγής κλίματος μεταξύ Δύσης – Ρωσίας

anagki-allagis-klimatos-metaxy-dysis-amp-8211-rosias-2139966

Δύση και Ρωσία διέρχονται μια μεταβατική φάση, προσπαθώντας να διαχειριστούν τις αντιφάσεις τους. Από τη μια, παρατηρούμε: την επέκταση των κυρώσεων από μεριάς Ε.Ε. μέχρι το τέλος του 2016, την εμπλοκή στη Συρία γύρω από τις επιθέσεις ρωσικών μαχητικών σε θέσεις της αντιπολίτευσης που υποστηρίζονται από ΗΠΑ και Ε.Ε., την αρνητική ατμόσφαιρα για τη Μόσχα στην επικείμενη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στη Βαρσοβία (θα μετουσιωθεί άραγε σε συγκεκριμένες ενέργειες στο ρωσικό «κατώφλι»;), ενώ έχει ήδη προηγηθεί η απόφαση εγκατάστασης αντιπυραυλικών συστημάτων σε Ρουμανία και Πολωνία και η εκ περιτροπής ενίσχυση της στρατιωτικής του παρουσίας στη Βαλτική, κινήσεις που δεν θα μείνουν αναπάντητες από το Κρεμλίνο.

Ακόμη και ο αποκλεισμός των Ρώσων αθλητών του στίβου από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ρίο, όπως και τα επεισόδια των Ρώσων χούλιγκαν στο Euro της Γαλλίας, αλλά και οι κατηγορίες για φλερτ της Μόσχας με ευρωσκεπτικιστικούς και εθνικιστικούς κύκλους ανά την Ευρώπη, δημιουργούν κλίμα περιθωριοποίησής της, με την κατηγορία πως η τελευταία ενίοτε αψηφά τους ισχύοντες κανόνες, κλονίζοντας την εμπιστοσύνη. Ετσι, καλλιεργείται η αίσθηση πως τα δύο στρατόπεδα χωρίζει άβυσσος, εφόσον αποδίδεται στη Ρωσία συμπεριφορά που παραπέμπει σε οιονεί ρεβιζιονιστή του υφιστάμενου status quo, με αποτέλεσμα η υποβόσκουσα εχθρότητα να μοιάζει φυσική εξέλιξη, για τους δε σκληροπυρηνικούς κύκλους, περίπου μη αναστρέψιμη.

Από την άλλη, είναι προφανές πως έχει επέλθει κόπωση αναφορικά με τις κυρώσεις. Η αποφασιστικότητα των τελευταίων δύο ετών έχει δώσει τη θέση της στη συνειδητοποίηση πως αυτή η μέθοδος έχει αρχίσει να εξαντλεί την όποια αποτελεσματικότητά της εξαιτίας της έντονης πολιτικοοικονομικής αλληλεξάρτησης Ε.Ε. – Ρωσίας, αλλά και της αναγνώρισης ότι οι θέσεις του Κρεμλίνου δεν διαφοροποιούνται ελλείψει εσωτερικής αντιπολίτευσης, αν και η ρωσική οικονομία είναι ευάλωτη σε κρίσεις. Ο Πούτιν, από την πλευρά του, προτάσσει τις επιτυχίες στην εξωτερική πολιτική ως αντίδοτο στην ύφεση, γνωρίζοντας, ωστόσο, ότι η οικονομική ανάκαμψη διέρχεται μέσα και από την εξομάλυνση των σχέσεων με τη Δύση και την προσέλκυση αντίστοιχων επενδύσεων.

Επίσης, αρκετοί στην Ευρώπη αντιλαμβάνονται την αυτοπαγίδευση της Ε.Ε. στο ουκρανικό ζήτημα. Πιέζοντας σχεδόν μονοδιάστατα τη Ρωσία για τήρηση της συμφωνίας του Μινσκ, έχει δημιουργηθεί μια πεποίθηση στην ουκρανική ηγεσία ότι δεν χρειάζεται να κάνει βήματα συμβιβασμού προς το ρωσόστροφο στοιχείο. Ενώ, λοιπόν, η Δύση έχει θέσει ως προϋπόθεση αποκατάστασης την εξεύρεση μιας βιώσιμης λύσης γύρω από την Ουκρανία, επιτρέπει στο Κίεβο να μπλοκάρει τη διαδικασία με επακόλουθο να αδυνατεί να αναλάβει πρωτοβουλίες εκτόνωσης προς τη Μόσχα.

Λαμβάνοντας, μάλιστα, υπόψη τον καθοριστικό ρόλο του Κρεμλίνου στην επίλυση του Συριακού (συνδέεται και με τις προσφυγικές ροές), τη δεσπόζουσα θέση του στον μετασοβιετικό χώρο (μέρος του οποίου χαρακτηρίζεται από εύθραυστα καθεστώτα), τη μελλοντική του χρησιμότητα για την εξισορρόπηση της κινεζικής ισχύος και την αναγκαιότητα (εξαιτίας των εκατέρωθεν πολλών ανοιχτών μετώπων) να μην παραμείνουν τα δύο μέρη εκτεθειμένα σε συνθήκες κρίσης, αναμένεται εν μέρει επαναπροσέγγιση Ε.Ε. – Ρωσίας. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τις ρωγμές που παρουσιάζει η τωρινή ευρωπαϊκή πολιτική έναντι της Μόσχας, παρά την ανυποχώρητη στάση ΗΠΑ και ορισμένων κρατών-μελών.

Σήμερα, βρισκόμαστε αρκετά μακριά από την υιοθέτηση μιας λειτουργικής και εύρυθμης σχέσης μεταξύ Δύσης – Ρωσίας. Το ζητούμενο είναι να μη διολισθήσουμε σε κατάσταση «Ψυχρής Ειρήνης», όπως διαφαίνεται καθαρά, με εκατέρωθεν καχυποψία και προληπτικές, υπονομευτικές ενέργειες, που θα συνιστούν τη νέα κανονικότητα. Το μεγάλο διακύβευμα, συνεπώς, συνίσταται στην έγκαιρη εξεύρεση του σημείου ισορροπίας στα πρότυπα της αμερικανορωσικής μερικής σύμπραξης στη Συρία, όπου στο όνομα του κοινού συμφέροντος απορροφώνται κραδασμοί και αντιθέσεις. Οι πολυπαραγοντικές κρίσεις και προκλήσεις απαιτούν πρακτικές –έστω και περιστασιακές– συνεννοήσεις Δύσης – Μόσχας σε καίρια διεθνή μέτωπα, παρά τα αποκλίνοντα συμφέροντά τους.

*Ο δρ Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.