ΚΟΣΜΟΣ

Προειδοποίηση και αιχμές Ομπάμα προς Πούτιν

proeidopoiisi-kai-aichmes-ompama-pros-poytin-2166141

ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ. Για αμερικανικά «αντίποινα» εναντίον της Ρωσίας έκανε λόγο ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα, εφόσον αποδειχθεί ότι η Ρωσία αναμείχθηκε ενεργά στις εκλογές των ΗΠΑ, προκαλώντας άμεση και έντονη διάψευση από το Κρεμλίνο.

Σε συνέντευξη που παραχώρησε στον κρατικό αμερικανικό ραδιοφωνικό σταθμό NPR το βράδυ της Πέμπτης, ο Αμερικανός πρόεδρος είπε ότι, σε περίπτωση απόπειρας παρεμβολής ξένης κυβέρνησης σε αμερικανικές εκλογές, η Ουάσιγκτον οφείλει να αναλάβει δράση, «πράγμα που θα πράξουμε, αφού εμείς επιλέξουμε τον τόπο και τον χρόνο των αντιποίνων».

Ο πρόεδρος Ομπάμα προσέθεσε: «Μέρος της αντίδρασή μας ίσως να έχει σαφή και διαφανή μορφή, ενώ άλλο μέρος της ίσως να μην έχει τέτοια γνωρίσματα. Ο κ. Πούτιν γνωρίζει ακριβώς πώς αντιλαμβάνομαι το ζήτημα αυτό, καθώς του έχω μιλήσει ευθέως για το θέμα».

Παρότι ο Μπαράκ Ομπάμα απέφυγε να κατηγορήσει τον πρόεδρο Πούτιν για ανάμειξη στις αμερικανικές εκλογές, ο εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου Τζος Ερνεστ, μιλώντας αργότερα, είπε ότι η δράση Ρώσων χάκερ βοήθησε την προεκλογική εκστρατεία του Ντόναλντ Τραμπ, πλήττοντας εκείνη της Χίλαρι Κλίντον. «Μόνον η ανώτατη πολιτειακή ηγεσία της Ρωσίας θα μπορούσε να εγκρίνει τέτοιες δραστηριότητες», είπε ο κ. Ερνεστ.

Τον Ρώσο πρόεδρο κατηγόρησε, όμως, ευθέως ο δεύτερος τη τάξει του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ Μπεν Ρόουντς λέγοντας: «Δεν πιστεύω ότι η ρωσική κυβέρνηση θα προέβαινε σε τέτοιες δραστηριότητες, χωρίς ο Βλαντιμίρ Πούτιν να έχει ενημερωθεί για αυτές».

Τις κατηγορίες αυτές αρνήθηκε ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ, καλώντας χθες τις ΗΠΑ «να σταματήσουν επιτέλους να εκφέρουν τέτοιες θεωρίες ή να εμφανίσουν επιτέλους αποδείξεις για αυτές, αλλιώς όλα αυτά θα αρχίσουν να μοιάζουν απρεπή».

Οι αμερικανικές υπηρεσίες δεν έχουν παρουσιάσει αποδείξεις για τη ρωσική εμπλοκή στις κυβερνοεπιθέσεις εναντίον του Δημοκρατικού, αλλά και του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Η απουσία αποδείξεων –ή έστω και ενδείξεων– υποσκάπτει τη στρατηγική του Δημοκρατικού Κόμματος, που επιδιώκει να εμφανίσει την ανάμειξη του Πούτιν ως μέρος ρωσικού σχεδίου με στόχο το δημοκρατικό πολίτευμα στις ΗΠΑ.

Στη διένεξη ενεπλάκη και ο ιδρυτής της ιστοσελίδας Wikileaks Τζούλιαν Ασάντζ, ο οποίος σε συνέντευξη που παραχώρησε στην εκπομπή του συντηρητικού σχολιαστή του τηλεοπτικού δικτύου Fox Σον Χάνιτι είπε ότι κάποια από τα στοιχεία που εμφάνισε η ιστοσελίδα του «ίσως» προήλθαν από ρωσικές πηγές, απορρίπτοντας ωστόσο το ενδεχόμενο εμπλοκής της ρωσικής κυβέρνησης στις διαρροές μηνυμάτων emails της Χίλαρι Κλίντον.

Οι κατηγορίες του Λευκού Οίκου έφεραν την αμερικανική προεδρία σε πορεία σύγκρουσης με τον εν αναμονή πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, δίνοντας τέλος στην άτυπη εκεχειρία που κήρυξε με τον διάδοχό του ο πρόεδρος Ομπάμα.

Στο αγαπημένο του μέσο, το Twitter, ο Τραμπ έγραφε στα μέσα της εβδομάδας: «Αν η Ρωσία ή κάποια άλλη κρατική οντότητα διείσδυσε ηλεκτρονικά σε δίκτυα αμερικανικού κόμματος, γιατί ο Λευκός Οίκος άργησε τόσο πολύ να αναλάβει δράση; Μήπως το μόνο τους παράπονο είναι η ήττα της Χίλαρι;».

Ακόμη, όμως, και ανώτατα στελέχη του κόμματος του Τραμπ έχουν αποδεχθεί τις εκτιμήσεις της CIA και του FBI ότι η Ρωσία κρύβεται πίσω από τις επιθέσεις χάκερ. Την Τετάρτη, ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Λίνσι Γκάχαμ αποκάλυψε ότι είχε ενημερωθεί ήδη από τον Αύγουστο ότι η εκστρατεία του για την επανεκλογή του είχε γίνει στόχος χάκερ. «Στόχος μου είναι να προτείνω στον πρόεδρο Τραμπ την επιβολή σκληρών κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Πρέπει να πληρώσουν το τίμημα των πράξεών τους», είπε ο κ. Γκράχαμ.

Η ηγεσία της Βουλής και της Γερουσίας έχει ζητήσει τη διενέργεια επίσημης έρευνας γύρω από τα κρούσματα χάκινγκ.

Σκληρός ο νέος πρέσβης στο Ισραήλ

Τον δικηγόρο Ντέιβιντ Φρίντμαν ανακοίνωσε ότι θα διορίσει πρεσβευτή των ΗΠΑ στο Ισραήλ ο εν αναμονή πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ. Ο Φρίντμαν έχει εκφράσει κατά το παρελθόν τη στήριξή του στους ισραηλινούς εποικισμούς στην κατεχόμενη Δυτική Οχθη, ενώ εξέφρασε χθες την ικανοποίησή του για την τιμή που του έκανε ο Τραμπ, λέγοντας ότι σκοπεύει να επιτελέσει τα καθήκοντά του όχι από τη σημερινή πρεσβεία των ΗΠΑ στο Τελ Αβίβ, αλλά από «τη νέα αιώνια πρωτεύουσα του Ισραήλ, την Ιερουσαλήμ».

Ο Τραμπ δήλωσε, στο μεταξύ, ότι σχεδιάζει να διατηρήσει την «ειδική σχέση» μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ. Η επιλογή του Φρίντμαν προκάλεσε αντιδράσεις σε κύκλους προοδευτικών Αμερικανοεβραίων. Ο Τζέρεμι Μπενάμι, πρόεδρος της οργάνωσης J Street, χαρακτήρισε τον επικείμενο διορισμό του Φρίντμαν «ριψοκίνδυνο», μνημονεύοντας τη στήριξη του μελλοντικού πρεσβευτή στους εποικισμούς και τη διαφωνία του με την πολιτική λύση των «δύο κρατών» με τους Παλαιστινίους.

Στη μεταφορά της αμερικανικής πρεσβείας στην Ιερουσαλήμ είχαν δεσμευθεί και οι πρόεδροι Μπιλ Κλίντον και Τζορτζ Μπους ο νεότερος. Και οι δύο, όμως, υπαναχώρησαν από το σχέδιο αυτό αφού ανέλαβαν τα προεδρικά τους καθήκοντα.

Το Ισραήλ κατέλαβε την Ιερουσαλήμ στον Πόλεμο των Εξι Ημερών το 1967 και προσάρτησε την πόλη στη χώρα, κίνηση την οποία η διεθνής κοινότητα ουδέποτε αναγνώρισε. Ολες οι πρεσβείες ξένων κρατών βρίσκονται στο Τελ Αβίβ και τα περίχωρά του.