ΚΟΣΜΟΣ

Πρώτη «μετωπική» σύγκρουση ΗΠΑ – Ρωσίας

proti-metopiki-sygkroysi-ipa-amp-8211-rosias-2183910

Την περασμένη εβδομάδα υπήρχαν βάσιμες ενδείξεις ότι η Συρία θα μπορούσε να εξελιχθεί στο πρώτο πεδίο συνεννόησης μεταξύ της Ρωσίας και της νέας αμερικανικής διοίκησης του Ντόναλντ Τραμπ. Τόσο ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Ρεξ Τίλερσον όσο και η πρέσβειρα των ΗΠΑ στον ΟΗΕ Νίκι Χέιλι είχαν δηλώσει ότι προτεραιότητα της Ουάσιγκτον είναι η συντριβή του Ισλαμικού Κράτους και όχι η απομάκρυνση του Σύρου προέδρου και συμμάχου της Ρωσίας, Μπασάρ Ασαντ.

Ωστόσο, το προχθεσινό μακελειό στην κωμόπολη Χαν Σεϊχούν της επαρχίας Ιντλίμπ άλλαξε δραματικά τα δεδομένα. Ο θάνατος δεκάδων αμάχων, μεταξύ των οποίων και πολλών παιδιών, από χημικά αέρια στη διάρκεια βομβαρδισμών της συριακής αεροπορίας, οδήγησε στην πρώτη μετωπική σύγκρουση της Ρωσίας με τη Δύση επί προεδρίας Τραμπ, απειλώντας να ακυρώσει εν τη γενέσει της κάθε προσπάθεια προσέγγισης της Ουάσιγκτον με τη Μόσχα.

Ενόψει έκτακτης συνεδρίασης του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί χθες το βράδυ, Ηνωμένες Πολιτείες, Βρετανία και Γαλλία κατέθεσαν κοινό σχέδιο ψηφίσματος, το οποίο ρίχνει την ευθύνη για την προχθεσινή επίθεση στη Δαμασκό. Ωστόσο, η εκπρόσωπος Τύπου του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών Μαρία Ζαχάροβα ξεκαθάρισε ότι το σχέδιο ψηφίσματος «είναι μη αποδεκτό υπό την παρούσα μορφή του», υποστηρίζοντας ότι «στηρίζεται σε εξ ολοκλήρου εσφαλμένες πληροφορίες». Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ, η έκλυση τοξικών αερίων προκλήθηκε όταν η συριακή αεροπορία έπληξε αποθήκη όπλων αντικαθεστωτικών ανταρτών, όπου είχαν τοποθετηθεί αποθέματα χημικών όπλων. Την εκδοχή αυτή έσπευσε να διαψεύσει ο Χασάν Χατζ Αλι, διοικητής αντικαθεστωτικών ανταρτών του Ελεύθερου Συριακού Στρατού, που ελέγχει την Ιντλίμπ.

O Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε χθες «βαθύτατα επηρεασμένος» από την επίθεση με χημικά όπλα, την οποία χαρακτήρισε «πρόκληση απέναντι στην ανθρωπότητα που δεν μπορεί να γίνει ανεκτή». «Πέρασε πολλές κόκκινες γραμμές», είπε ο Τραμπ.

Από την πλευρά του, ο Ρεξ Τίλερσον καταλόγισε ηθική και πολιτική ευθύνη στη Ρωσία και στο Ιράν, λόγω της στήριξης που παρέχουν στον πρόεδρο Ασαντ. Πάντως, ο Ρώσος ομόλογός του Σεργκέι Λαβρόφ ξεκαθάρισε ότι η χώρα του θα συνεχίσει να στηρίζει τη συριακή κυβέρνηση.

Ως πίεση στην κυβέρνηση Τραμπ να αλλάξει στάση έναντι του Ασαντ, στον απόηχο της προχθεσινής επίθεσης, ερμηνεύεται η χθεσινή κοινή τοποθέτηση των υπουργών Εξωτερικών Βρετανίας και Γαλλίας, Μπόρις Τζόνσον και Ζαν-Μαρκ Ερό. Στο περιθώριο της διεθνούς συνόδου για το Συριακό, που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες υπό την αιγίδα της Ε.Ε., ο επικεφαλής της βρετανικής διπλωματίας δήλωσε ότι «αυτό το βάρβαρο καθεστώς δεν μας επιτρέπει να φανταστούμε ότι μπορεί να συνεχίζει να διαφεντεύει τον συριακό λαό από τη στιγμή που θα τερματιστεί η σύγκρουση», ενώ ο Γάλλος ομόλογός του τόνισε ότι η προχθεσινή επίθεση θέτει σε «δοκιμασία» την κυβέρνηση Τραμπ. Τα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία σημειώνουν, ωστόσο, ότι υπάρχουν σοβαρές διαφορές μεταξύ των «28» για τη στάση της Ε.Ε. έναντι του Ασαντ και της Ρωσίας.