ΚΟΣΜΟΣ

Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, το τέλος…

slompontan-milosevits-to-telos-amp-8230-2239096

Δώδεκα χρόνια συμπληρώθηκαν από την 11η Μαρτίου 2006 όταν βρέθηκε νεκρός στο κελί του στις φυλακές Σβενινγκεν του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την Γιουγκοσλαβία ο Σλομπονταν Μιλοσεβιτς.

Ήταν πέντε χρόνια φυλακισμένος και η δίκη του βρισκόταν σε εξέλιξη, όταν υπέστη βαρύτατο εγκεφαλικό και λόγω υψηλής αρτηριακής πίεσης κατέληξε.

Διατυπώθηκαν επ' αυτού θεωρίες περί δολοφονίας του, σκόπιμης μη χορήγησης από τις αρχές της φυλακής της φαρμακευτικής αγωγής και άλλες θεωρίες συνωμοσίας. Η αλήθεια είναι ότι ο ίδιος δεν έπαιρνε πολλές φορές τα φάρμακά του και κάποια στιγμή η αμέλεια αυτή στάθηκε μοιραία. Το δήλωσαν και δικοί του άνθρωποι, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία. Όπως δεν αντέχει σοβαρής κριτικής η θεωρία ότι το δικαστήριο αθώωσε τον Μιλόσεβιτς.

Η δική δεν ολοκληρώθηκε, ως εκ τούτου δεν υπήρξε απόφαση, και την «αθώωσή» του Μιλόσεβιτς πρόσφατα από νοσταλγούς του που μετέτρεψαν σε ετυμηγορία κάποια πράγματα που ακούστηκαν στην δίκη του Καράτζιτς, δεν την πήραν στα σοβαρά ούτε οι ίδιοι οι Σέρβοι.

Με αφορμή την επέτειο θανάτου του ηγέτη που διαδραμάτισε ίσως τον κορυφαίο, και κατά πολλούς καταστροφικό ρόλο, στο αιματοκύλισμα της Γιουγκοσλαβίας, η «Κ» δημοσιεύει αποσπάσματα από το βιβλίο του Σταύρου Τζίμα, «Η κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας και οι ελληνικές φαντασιώσεις», για την ανατροπή και το τέλος του της αμφιλεγόμενης αυτής προσωπικότητας της σύγχρονης ευρωπαϊκής πολιτικής..

«…Η μονοκατοικία του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς στη γενέτειρά του, τη μικρή πόλη Ποζάρεβατς της Ανατολικής Σερβίας, παραμένει ερμητικά κλειστή. Ο ψηλός μαντρότοιχος και η σκουριασμένη σιδερένια αυλόπορτα προστατεύουν το χορταριασμένο μνήμα του νοικοκύρη, που αναπαύεται από το 2006 στον αυλόγυρο του σπιτιού του. Ένας γέρος γείτονας είχε για ένα διάστημα κλειδιά της αυλόπορτας και την άνοιγε πότε πότε για κάποιον που ήθελε ν’ ανάψει κερί στον τάφο ή να αποθέσει λίγα λουλούδια. Τον πλήρωνε γι’ αυτό το κόμμα του Μιλόσεβιτς, το Σοσιαλιστικό. Αυτό έγινε και όταν η τότε Γενική Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας Αλέκα Παπαρήγα πήγε επικεφαλής κομματικής αντιπροσωπείας για να αφήσει λουλούδια στον τάφο του.

Πολύ σύντομα, όμως, το ίδιο το κόμμα του, αποτίναξε το παρελθόν, αποκηρύσσοντας τον μεγάλο αρχηγό, και μάλιστα συμμετείχε στη φιλοδυτική κυβέρνηση (!). Έπαψε έτσι να πληρώνει και τον υπερήλικα, που τα παράτησε, και ο μαρμάρινος λιτός τάφος παραδόθηκε στη φθορά του χρόνου. Όπως ξεθώριαζε σιγά σιγά και το ενδιαφέρον των Σέρβων για τον άνθρωπο που τους έταξε ταξίδι στα ουράνια αλλά τους έσυρε στον γκρεμό.

Εκείνος στο χώμα. Η άλλοτε πανίσχυρη σύζυγός του, Μίριανα Μάρκοβιτς και ο σκοτεινός κανακάρης τους, Μάρκο, καταζητούμενοι από τη σερβική δικαιοσύνη για εμπλοκή σε δολοφονίες, λαθρεμπόριο, κατάχρηση εξουσίας, κ.λπ., κρύβονται κάπου στη Ρωσία. Η κόρη Μάρια, με εύθραυστη ψυχική υγεία, φυγάς και αυτή, κάπου στο Μαυροβούνιο. Άδοξο τέλος για τον αγαπημένο «Σλόμπο» του σερβικού εθνικισμού.

Εξακόσιες χιλιάδες άνθρωποι τον ακολούθησαν στην τελευταία του κατοικία όταν η σορός του μεταφέρθηκε από την Χάγη, όπου πέθανε στη φυλακή. Πολύ σύντομα το μνήμα του χορτάριασε.

Ξημερώματα της 1ης Απριλίου 2001: Επίλεκτες δυνάμεις της αστυνομίας, προσκείμενες στον πρωθυπουργό Τζίντζιτς, περικύκλωσαν τη βίλα του Μιλόσεβιτς στην αριστοκρατική συνοικία Ντέντινιε και οι επικεφαλής του εφοδιασμένοι με σχετικό ένταλμα της εισαγγελίας του Βελιγραδίου του ζήτησαν να παραδοθεί. Ο ίδιος φέρεται να δήλωσε, διαρκούσης της «πολιορκίας» του, πως δεν πρόκειται να επιτρέψει να οδηγηθεί ζωντανός στη φυλακή.

Οι στιγμές ήταν κρίσιμες. Ο Μιλόσεβιτς έπρεπε να συλληφθεί, καθώς τις επόμενες ώρες εξέπνεε η προθεσμία που είχε δώσει η Ουάσιγκτον στο Βελιγράδι για συνεργασία με το δικαστήριο της Χάγης, εάν ήθελε να εκταμιευτούν τα πρώτα από τα εκατόν εξήντα εκατομμύρια δολάρια που είχε υποσχεθεί ως βοήθεια.

Υπήρχαν πάντα οι φόβοι βίαιης αντίδρασης από τους πιστούς φρουρούς του ή και τον ίδιο. Ο Μιλόσεβιτς ήταν ταμπουρωμένος στη βίλα του, μαζί με τη σύζυγό του και την κόρη του, φρουρούμενος από είκοσι πάνοπλους, κι όπως μετέδωσαν κάποια ΜΜΕ, μεθυσμένους σωματοφύλακες. Το ενδεχόμενο να πέσει νεκρός πολεμώντας μ’ ένα καλάσνικοφ στο χέρι, όπως ο Σαλβαδόρ Αλιέντε, και να γίνει σύμβολο αντίστασης, έκανε ακόμα πιο προσεκτικούς τους οργανωτές της επιχείρησης.

Φαίνεται όμως ότι ο πρώην πανίσχυρος άντρας της Σερβίας είχε συνειδητοποιήσει το μάταιο της όποιας αντίστασης και συμφώνησε να βγει χωρίς την παρουσία τηλεοπτικών φακών και δίχως να του δέσουν τα χέρια. Με το που επιβιβάστηκε σ’ ένα από τα τζιπ της αστυνομίας και ξεκίνησε, πίσω του ακούστηκαν πυροβολισμοί. Ήταν η κόρη του Μάρια που έριχνε με αυτόματο εναντίον των θωρακισμένων οχημάτων της αυτοκινητοπομπής της αστυνομίας. Τα πάντα είχαν κριθεί.

Ο Σέρβος υπουργός Εσωτερικών Ντούσαν Μιχαήλοβιτς θα δηλώσει πως η σύλληψη του Μιλόσεβιτς έγινε «χωρίς προσφυγή στη βία και δίχως την παραμικρή αντίσταση», σε αντίθεση με τον πρόεδρο Κοστούνιτσα που την χαρακτήρισε «άκομψη και όχι καλοσχεδιασμένη».

Στη Δύση υποδέχτηκαν με ικανοποίηση τη σύλληψη, και ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους σε γραπτή του δήλωση ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι αυτή «πρέπει να αποτελέσει το πρώτο βήμα για την παραπομπή του σε δίκη για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας για τα οποία έχει κατηγορηθεί».

Ο Μιλόσεβιτς οδηγήθηκε αρχικά στις κεντρικές φυλακές του Βελιγραδίου και στη συνέχεια στην εισαγγελία, όπου αρνήθηκε τις κατηγορίες και δήλωσε ότι θα υπερασπιστεί μόνος του τον εαυτό του. Λίγες μέρες μετά, σε γραπτή του δήλωση, χαρακτήρισε πολιτική τη σύλληψή του και αξίωσε την άμεση απελευθέρωσή του. Παραδέχθηκε δε για πρώτη φορά ότι διοχέτευσε παράνομα εκατομμύρια δολάρια από τα μυστικά κονδύλια στους Σέρβους της Βοσνίας και της Κροατίας για την αγορά όπλων με σκοπό να ενισχύσει τον αγώνα τους. «Τα κονδύλια αυτά ήταν μυστικά και δεν μπορούσαν να αναφέρονται στον κρατικό προϋπολογισμό», υποστήριξε και φυσικά αρνήθηκε τις εναντίον του κατηγορίες ότι τα χρησιμοποίησε για προσωπικό πλουτισμό.

Οι πιέσεις των Δυτικών για άμεση έκδοσή του στο Δικαστήριο της Χάγης, προκάλεσαν ρήγμα στη νεόκοπη εξουσία του Βελιγραδίου. Ο ελληνοαμερικανός καλός φίλος του, Κρις Σπύρου επιμένει ότι ο ίδιος ο Μιλόσεβιτς δεν πίστευε ότι θα τον δώσουν στη Χάγη. Ο δυτικόστροφος πρωθυπουργός Ζόραν Τζίντζιτς βιαζόταν να τον παραδώσει στους δικαστές της διεθνούς κοινότητας ώστε να ανοίξει ο δρόμος για την εισροή δυτικής βοήθειας στη Σερβία, αλλά και για την ευρωπαϊκή της προοπτική. Αντιθέτως, ο μετριοπαθής εθνικιστής πρόεδρος Κοστούνιτσα πίστευε ότι δεν έπρεπε να βιαστούν και άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο να δικαστεί ο Μιλόσεβιτς στην ίδια τη χώρα του για τα εγκλήματα που διέπραξε εις βάρος της.

Τελικά, στις 28 Ιουνίου του 2001, η κυβέρνηση «φόρτωσε» σ’ ένα ελικόπτερο τον άνθρωπο που ταυτίστηκε με τη σερβική καταστροφή στη γιουγκοσλαβική κρίση, τον μετέφερε σε μια βάση του ΝΑΤΟ στη Βοσνία και από εκεί «πέταξε» για τη Χάγη, εν μέσω μάλλον χλιαρών αντιδράσεων.

Μεταξύ αυτών και το κείμενο που υπέγραψαν ογδόντα βουλευτές όλων των κομμάτων στην Ελλάδα, διαμαρτυρόμενοι για την έκδοση του Μιλόσεβιτς στο «λεγόμενο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την Πρώην Γιουγκοσλαβία». Το ψήφισμα απευθυνόταν στην κυβέρνηση και την προεδρία της Γιουγκοσλαβίας και οι υπογράφοντες βουλευτές ζητούσαν να μην παραδοθεί ο Μιλόσεβιτς. Για την ιστορία: επιδόθηκε στην πρεσβεία της Γιουγκοσλαβίας στην Αθήνα, από τριμελή επιτροπή αποτελούμενη από τους βουλευτές Παναγιώτη Κρητικό (ΠΑΣΟΚ), Έλσα Παπαδημητρίου (ΝΔ) και Παναγιώτη Λαφαζάνη (ΣΥΝ).

Ο Μιλόσεβιτς δήλωσε ενώπιον του δικαστηρίου ότι δεν το αναγνωρίζει και το κατήγγειλε ως πολιτικό όργανο των Αμερικανών που στήθηκε για να τον εξοντώσει. Στα τέσσερα χρόνια που κράτησε η ακροαματική διαδικασία αντιμετώπιζε με απαξίωση και ειρωνεία τους δικαστές, αρνούμενος να απολογηθεί. Το δικαστήριο δεν θα εκδώσει απόφαση για την πιο σημαντική δίκη που διεξήγαγε γύρω από τα εγκλήματα πολέμου στη Γιουγκοσλαβία. Δεν θα προλάβει να το κάμει, διότι ο Μιλόσεβιτς, που υπέφερε από υψηλή αρτηριακή πίεση και του χορηγούνταν φαρμακευτική αγωγή, θα βρεθεί νεκρός στο κελί του στις 11 Μαρτίου του 2006.

Ο Κρις Σπύρου τον επισκεπτόταν συχνά στη φυλακή και, όπως λέει, μιλούσαν συχνά στο τηλέφωνο. «Ο Μιλόσεβιτς που γνώρισα εγώ ήταν ένα παλικάρι. Παρέμεινε μέχρι το τέλος δυνατός και ψύχραιμος. Μου είχε ζητήσει να καταθέσω στη δίκη, και είχα δεχθεί. Σχεδίαζε να στείλει επιστολή στον πρόεδρο Κλίντον για να τον καλέσει ως μάρτυρα. Με ρωτούσε αν πίστευα πως θα ερχόταν ο Κλίντον και εάν θα τολμούσε να πει την αλήθεια. Μίλησα μαζί του στο τηλέφωνο έναν μήνα προτού πεθάνει. Του συνέστησα να προσέχει την υγεία του και να παίρνει τα χάπια του. Ζούσε σε ατμόσφαιρα διαρκούς πίεσης, διάβαζε πολύ, για να προλάβει να προετοιμαστεί. Νομίζω ότι σε αυτή την κατάσταση δεν πρέπει να έπαιρνε τα χάπια του. Αισθανόταν ότι δεν είναι καλά, γι’ αυτό επέμενε να πάει για θεραπεία στη Μόσχα ή στο Βελιγράδι, αίτημα που, όπως ξέρετε, απορρίφθηκε από το δικαστήριο».

Για το εάν αυτοκτόνησε, όπως ισχυρίστηκαν μερικοί, ο Ελληνοαμερικανός φίλος του δεν έχει καμία αμφιβολία. «Δεν υπήρχε ούτε μια περίπτωση στο εκατομμύριο να προβεί σε απονενοημένη πράξη. Όχι, δεν αυτοκτόνησε».

Με την εκδίωξη των Σέρβων από το Κόσοβο και τη σταδιακή παράδοσή του στους Αλβανούς, ήρθε η ώρα για τη Δύση να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς της με τον Μιλόσεβιτς. Μέχρι την έναρξη του πολέμου στο Κόσοβο ο Μιλόσεβιτς παρέμενε ο συνομιλητής των Δυτικών, που ωστόσο δεν έπαυαν να τον θεωρούν τον κυρίως υπαίτιο της γιουγκοσλαβικής κρίσης. Κατ’ αυτούς δεν νοείτο ειρήνη και σταθερότητα στα μεταπολεμικά Βαλκάνια με τον Μιλόσεβιτς ατιμώρητο. Για τους Αμερικανούς και το ΝΑΤΟ αυτός ήταν ο υπεύθυνος της τραγωδίας, ο «χασάπης των Βαλκανίων» και έπρεπε να πληρώσει.

Η αλήθεια είναι ότι ο Μιλόσεβιτς είχε να διαχειριστεί μια πολύπλοκη κατάσταση. Με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας το μεγάλο πρόβλημα ήταν η διευθέτηση του σερβικού ζητήματος. Σερβικοί πληθυσμοί και μάλιστα συμπαγείς ζούσαν στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, την Κροατία, το Κόσοβο και λιγότεροι στη Σλοβενία, και κατά την κυριαρχούσα θεωρία του Βελιγραδίου κινδύνευαν είτε να καταστούν καταπιεζόμενες μειονότητες, είτε να εκδιωχθούν.

Το όραμα του Μιλόσεβιτς «όλοι οι Σέρβοι σε μια Σερβία» τον ανέδειξε σε ένα είδος εθνικού ηγέτη. Διότι η εκπλήρωση ενός τέτοιου οράματος, με δεδομένο το εθνοτικό πληθυσμιακό κράμα της Γιουγκοσλαβίας σήμαινε πόλεμο. Και ο Μιλόσεβιτς με τη μεγαλομανία του δεν δίστασε να κάνει την επιλογή του. Εφοδίασε με όπλα, ενίσχυσε οικονομικά και πολιτικά τους εκτός Σερβίας ομοεθνείς του για να διεκδικήσουν δυναμικά το δικαίωμα της ανεξαρτησίας στην αρχή και της ενσωμάτωσης στον εθνικό κορμό στη συνέχεια.

Για τους Δυτικούς, και ειδικά τους Αμερικανούς, ο Μιλόσεβιτς ήταν ο εμπρηστής και συνάμα ο πυροσβέστης. Άναψε φωτιά στην Κράινα, την Ανατολική Σλαβονία, τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και μετά ανέλαβε να τη σβήσει. Ο Μιλόσεβιτς πίστεψε ότι με τη σημαντική συμβολή του στην υπογραφή της συνθήκης του Ντέιτον και τον τερματισμό της σφαγής στη Βοσνία και την Κροατία ενδυνάμωσε κατά πολύ τη διεθνή του θέση. Νόμιζε ίσως ότι το Ντέιτον θα λειτουργούσε και ως «απαλλακτικό βούλευμα» του διεθνούς παράγοντα όσον αφορά στην τύχη του.

Όμως όλοι εκείνοι που συνεργάστηκαν μαζί του για το Ντέιτον, και κυρίως οι Αμερικανοί, έπρεπε να απαντήσουν στο ερώτημα: Ποιος έφταιξε για τα ποτάμια αίματος που χύθηκαν και τον πόνο που ξεχειλίζει ακόμη; Και, φυσικά, κατ’ εκείνους δεν ήταν άλλος από τον Μιλόσεβιτς, που έπρεπε να πληρώσει, μολονότι δεν ήταν άμοιροι ευθυνών ο Κροάτης Φράνιο Τούτζμαν και ο Βόσνιος μουσουλμάνος Αλία Ιζετμπέκοβιτς.

Οι σχέσεις των Αμερικανών με τον Μιλόσεβιτς δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα καλές. Οι ΗΠΑ ουδέποτε τον είδαν ως φίλο ή συνεργάτη, και αυτό το ήξερε και ο ίδιος. Διατηρούσαν μαζί του επαφές σκοπιμότητας. Γι’ αυτούς ήταν η σημαντικότερη και η πιο επικίνδυνη πηγή αστάθειας στα Βαλκάνια. Έπρεπε όμως να συνομιλούν μαζί του, γιατί έλεγχε τον στρατό και την αστυνομία στη Σερβία και ασκούσε ισχυρή επιρροή στους Σέρβους της Κροατίας, της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και του Κοσόβου. Οποιαδήποτε πρόοδος στις εστίες της κρίσης δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς τη δική του σύμφωνη γνώμη και παρέμβαση.

Όταν όμως οι Δυτικοί συνειδητοποίησαν ότι στο Κόσοβο οδηγούσε τα πράγματα στη σύγκρουση, προδιέγραψαν την τύχη του: με μοχλό το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για εγκλήματα πολέμου στη Γιουγκοσλαβία, που άσκησε εναντίον του δίωξη, τον κατέστησαν όμηρό τους. Πρώτο βήμα για να τον βγάλουν από τη μέση ήταν η εκδίωξή του από την εξουσία με εκλογές. Ήταν διαφορετικό και πολύ πιο δύσκολο να τον οδηγήσουν στη Χάγη όντας στην ηγεσία της χώρας του και μάλιστα με λαϊκή αναβάθμιση, και διαφορετικό να τον σύρουν με σύμμαχο τη λαϊκή αποδοκιμασία. Θα το πετύχουν το φθινόπωρο του 2000.

Το σχέδιο είχε καταστρωθεί νωρίτερα. Οι Αμερικανοί θα αναλάβουν αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου στο Κόσοβο να οργανώσουν και να εκπαιδεύσουν μέσω μη κυβερνητικών οργανώσεων τις αντιπολιτευόμενες το καθεστώς δυνάμεις στη Σερβία, που βρίσκονταν σε άνοδο. Οι Σέρβοι κουρασμένοι από τους πολέμους και τα δεινά, τα οποία τους επισυσσώρευσε στη χώρα τους ο Μιλόσεβιτς, αναζητούσαν μια διέξοδο. Το βουβό κύμα διαμαρτυρίας εναντίον του ηγέτη, που οι ίδιοι δόξαζαν μέχρι πρότινος, αναζητούσε τρόπο έκφρασης.

Τα υφιστάμενα πολιτικά κόμματα, οι οργανώσεις και οι προσωπικότητες που αντιπάλευαν υπό απίστευτα δύσκολες συνθήκες τον παντοδύναμο ως προ ολίγου Μιλόσεβιτς, έπρεπε να ενοποιηθούν για να αποτελέσουν την πειστική εναλλακτική λύση. Οι Αμερικανοί επωμίστηκαν τη χρηματοδότηση της όλης επιχείρησης, και η Ελλάδα ανέλαβε τον συντονισμό της.

Γιατί η Ελλάδα; «Ήμασταν οι μόνοι που δεν μπορούσε να κατηγορήσει ως εχθρούς ο Μιλόσεβιτς», λέει (Η Καθημερινή, 10.10.2010) ο εκ των πρωταγωνιστών της ανατροπής του, Αλέξ Ρόντος.

Κατόπιν παρασκηνιακών ενεργειών και σε συνθήκες ημιπαρανομίας συγκροτήθηκε ο συνασπισμός DOS, στον οποίο συμμετείχαν δεκαοχτώ κόμματα και οργανώσεις, με τον πρώην δήμαρχο του Βελιγραδίου Ζόραν Τζίντζιτς να δεσπόζει σ’ αυτόν λόγω της μαχητικότητάς του, αλλά και της εμπειρίας του στον αγώνα εναντίον του Μιλόσεβιτς. Στόχος, η κοινή κάθοδος στις επικείμενες ομοσπονδιακές προεδρικές εκλογές και η ειρηνική ανατροπή του Μιλόσεβιτς.

Μέχρι τότε ο Μιλόσεβιτς ήταν πρόεδρος της αποτελούμενης από τη Σερβία και το Μαυροβούνιο Γιουγκοσλαβίας, εκλεγμένος από τα κοινοβούλια των δύο Δημοκρατιών, και από τη θέση αυτή κινούσε τα νήματα της εξουσίας. Διαβλέποντας, ωστόσο, τον κίνδυνο σύλληψης και παραπομπής του σε δίκη θέλησε να υψώσει γύρω από τον εαυτό του ασπίδα λαϊκής προστασίας. Έτσι, άλλαξε το σύστημα, και προκήρυξε εκλογές με απευθείας ανακήρυξη, πλέον από τον λαό, του προέδρου της ομοσπονδίας. Οι λόγοι ήταν προφανείς, όμως τα πράγματα είχαν πάρει τον δρόμο τους.

Ο πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στο Βελιγράδι Μοντγκόμερι, ο οποίος παραμονές του πολέμου στο Κόσοβο είχε εκδιωχθεί από τον Μιλόσεβιτς και είχε εγκατασταθεί στη Βουδαπέστη, ανέλαβε τον σχεδιασμό, και η Αθήνα τον συντονισμό. «Εμείς δώσαμε χρήματα στις μη κυβερνητικές οργανώσεις, και εκείνες εκπαίδευσαν στελέχη της αντιπολίτευσης στο πώς να οργανώνουν διαδηλώσεις, να συγκεντρώνουν χρήματα, να προπαγανδίζουν τις θέσεις τους», δήλωσε αργότερα ο Μοντγκόμερι στην εκπομπή του ΣΚΑΪ «Νέοι Φάκελοι».

Ο Αλέξ Ρόντος είχε επιφορτιστεί παρασκηνιακά με το όλο έργο για λογαριασμό της Αθήνας. Έτσι, τον Απρίλιο του 2000 η ελληνική κυβέρνηση θα καλέσει στην Αθήνα τους ηγέτες της σερβικής αντιπολίτευσης και στη συνάντηση, που θα πραγματοποιηθεί στο Καβούρι, θα γίνει μια πρώτη συζήτηση να προταθεί ως ηγέτης του DOS και υποψήφιός του στις προεδρικές εκλογές ο Βόιτσλαβ Κοστούνιτσα.

«Η συνάντηση αποσκοπούσε στο να βρεθεί κοινή χημεία μεταξύ των ηγετών της αντιπολίτευσης και να υπάρξει ομοψυχία. Τα πράγματα ήταν απλά. Η ελληνική πλευρά επιθυμούσε αλλαγή σκηνικού στη Σερβία. Η Αθήνα επελέγη ως τόπος συνάντησης, διότι η Ελλάδα ήταν χώρα-φίλη της Σερβίας. Δεν θα μπορούσαν να συναντηθούν σε άλλη δυτική χώρα, που τους είχε βομβαρδίσει», θα μου πει αργότερα ο Ρόντος, ο ρόλος του οποίου στην επιχείρηση ανατροπής του Μιλόσεβιτς δεν περιορίστηκε στη συνάντηση στο Καβούρι. Μετέφερε, όπως μου εξήγησε, τις κρίσιμες εκείνες ημέρες μηνύματα των Αμερικανών στο καθεστώς του Βελιγραδίου και κυρίως εργαζόταν για να αποκόψει τις σχέσεις του Μιλόσεβιτς με τη Σερβική Εκκλησία.

Μετά τη συνάντηση στο Καβούρι και καθώς η μέρα των εκλογών πλησίαζε, ο Γιώργος Παπανδρέου θα πραγματοποιήσει ως Υπουργός Εξωτερικών επίσημο ταξίδι στη Σερβία και το Μαυροβούνιο. Μαζί του ήταν και ο Αλέξ Ρόντος. Το κλίμα για τον Έλληνα Υπουργό Εξωτερικών κάθε άλλο παρά φιλικό και εγκάρδιο ήταν στο Βελιγράδι. Τόσο ο Μιλόσεβιτς όσο και ο σκληροπυρηνικός υπουργός Εξωτερικών Ζιβαντίν Γιοβάνοβιτς, δεν έκρυψαν τη δυσαρέσκειά τους για την ανοιχτή υποστήριξη της Αθήνας στην αντιπολίτευση.

Η επίσκεψη μάλιστα κινδύνεψε να τιναχθεί στον αέρα λόγω ενός επεισοδίου με πρωταγωνιστές τον Παπανδρέου και τον Γιοβάνοβιτς. Το βράδυ, ο τότε Έλληνας πρέσβης στο Βελιγράδι Μιχάλης Σπινέλης, παρέθεσε δεξίωση, στο σπίτι του στη συνοικία Ντέντινιε, στην οποία παρέστησαν, μεταξύ άλλων, και οι δύο Υπουργοί Εξωτερικών. Σε κάποια στιγμή και ενώ όλα κυλούσαν μεταξύ σαμπάνιας και …καχυποψίας, στον αυλόγυρο της βίλας έκαναν την εμφάνισή τους μερικοί νεαροί, μέλη της μαχητικής νεολαιίστικης οργάνωσης που μαχόταν τον Μιλόσεβιτς, OTPOR. (Αντίσταση στα σέρβικα). Οι διαδηλωτές φώναζαν συνθήματα κατά του Μιλόσεβιτς και ζητούσαν να δουν τον Παπανδρέου.

Ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών εμφανίστηκε πρόθυμος να συναντηθεί μαζί τους, όμως ο Γιοβάνοβιτς έγινε έξαλλος και απείλησε ότι εάν ανοίξει η καγκελόπορτα για να μπουν οι της OTPOR, θα αποχωρήσει από τη δεξίωση. Το διπλωματικό επεισόδιο αποφεύχθηκε με παρέμβαση του Σπινέλη που παρέλαβε από τα κάγκελα ένα ψήφισμα των νεαρών το οποίο παρέδωσε στον Παπανδρέου. Το κλίμα, όμως, έγινε ακόμα πιο βαρύ και την επομένη, στις κοινές δηλώσεις, ο Γιοβάνοβιτς δεν έκρυβε ότι ήθελε να «φάει ζωντανό» τον Παπανδρέου.

Έτυχε να καλύψω αυτή την περιοδεία για λογαριασμό της «Καθημερινής» και του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων, και με την ευκαιρία γνώρισα και τον Κοστούνιτσα, ο οποίος δέχθηκε να με συναντήσει χάρη στην παρέμβαση του παλαιού γνώριμου και φίλου ιστορικού Μίροσλαβ Βούκελιτς. Μάλιστα μου παραχώρησε στο σπίτι του αποκλειστική συνέντευξη για την Καθημερινή, την πρώτη σε ελληνικό μέσο ενημέρωσης.

Εκ πρώτης όψεως, ο Κοστούνιτσα με απογοήτευσε ως ηγέτης. Αναρωτήθηκα πώς αυτός ο καθηγητάκος με την ψιθυριστή φωνή θα ήταν σε θέση να καθοδηγήσει ένα ολόκληρο κίνημα στην ανατροπή του θεωρούμενου παντοδύναμου, λόγω ελέγχου των μηχανισμών, Μιλόσεβιτς. Θα τα κατάφερνε σε λίγους μήνες, με τη βοήθεια των Δυτικών…

Μου απάντησε σε πολλές ερωτήσεις, (Η Καθημερινή, 17.9.2000) μεταξύ των οποίων:

Θεωρείτε πιθανό το ενδεχόμενο ο Μιλόσεβιτς να νοθεύσει το εκλογικό αποτέλεσμα;

Βεβαίως. Το αντίδοτο σ’ αυτή την περίπτωση είναι η μαζική συμμετοχή στην ψηφοφορία. Όσο μεγαλύτερη είναι η προσέλευση ψηφοφόρων τόσο πιο δύσκολο είναι να γίνει νοθεία.

Τι θα κάνετε σε μια τέτοια περίπτωση, θα αναγνωρίσετε το αποτέλεσμα;

Όχι, αυτό είναι σαφές. Θα προσπαθήσουμε να επιβλέψουμε στενά την ψηφοφορία και να δώσουμε έγκαιρα τα αποτελέσματα ώστε να προλάβουμε την εκτεταμένη νοθεία.

Ποια είναι η γνώμη σας για τον Μιλόσεβιτς;

Έλαβε καταστροφικές για τη Γιουγκοσλαβία αποφάσεις. Με την πολιτική του εκείνοι που κέρδισαν ήταν οι εχθροί μας και όχι εμείς. Καταφέραμε η Κροατία να γίνει εθνικά καθαρή, χωρίς Σέρβους δηλαδή, και ακόμη οι Αλβανοί του Κοσόβου να έχουν μια μέρα δικό τους ανεξάρτητο κράτος.

Την παραπομπή του στο δικαστήριο της Χάγης πώς την κρίνετε;

Το Δικαστήριο της Χάγης είναι ένας υπό αμφισβήτηση θεσμός. Δεν υπάρχει ένα παγκόσμιο δικαστήριο που να δικάζει εγκλήματα πολέμου. Υπάρχει η βούληση να γίνει ένα τέτοιο δικαστήριο, την οποία βεβαίως οι ΗΠΑ δεν υποστηρίζουν. Το δικαστήριο της Χάγης είναι περισσότερο ένα πολιτικό παρά νομικό εργαλείο.

Εσείς τι σχεδιάζετε, θα τον εκδώσετε εφόσον νικήσετε στις εκλογές;

Αυτό είναι το τελευταίο πράγμα που θα σκεφτώ. Υπάρχουν σοβαρότερα ζητήματα που καίνε σήμερα τη χώρα. Η Γιουγκοσλαβία είναι χώρα βομβαρδισμένη, έχουμε κυρώσεις, η βιομηχανία μας έχει καταστραφεί. Η δημοκρατική εξουσία θα έρθει αντιμέτωπη με τέτοια προβλήματα. Εξάλλου στο Σύνταγμά μας δεν προβλέπεται τέτοια εξουσιοδότηση για τον πρόεδρο. Είμαι πολιτικά εναντίον της έκδοσης…

Έναν χρόνο μετά δεν θα τον ρωτούσε κανείς ούτε για τη σύλληψη, ούτε για την παράδοση του Μιλόσεβιτς στη Χάγη.

Έγιναν και άλλα ενδιαφέροντα πράγματα εκείνο το διήμερο κατά την παρουσία του Παπανδρέου στο Βελιγράδι. Αναφέρω ένα εξόχως αποκαλυπτικό: Μεταξύ των αξιωματούχων που είδε ο Γιώργος Παπανδρέου σ’ εκείνη την επίσκεψη ήταν και ο τότε πρόεδρος της Σερβίας Μίλαν Μιλουτίνοβιτς, στενός συνεργάτης του Μιλόσεβιτς (θεωρούνταν ότι τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια της αρμονικής συνύπαρξής τους ήταν το κρυφό του ταμείο).

Ο Μιλουτίνοβιτς είχε διατελέσει πρέσβης της Γιουγκοσλαβίας στην Αθήνα και Υπουργός Εξωτερικών της χώρας και ήταν ο άνθρωπος που εν πολλοίς χειριζόταν και τις σχέσεις με την Ελλάδα για λογαριασμό του Μιλόσεβιτς. Με την έναρξη του πολέμου στο Κόσοβο, η εισαγγελία του δικαστηρίου της Χάγης άσκησε εναντίον του δίωξη, με την κατηγορία ότι ως πρόεδρος της Σερβίας και εκ της θέσεώς του ως αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων συνυπέγραψε την εμπλοκή του στρατού στο Κόσοβο. Παραπέμφθηκε στο δικαστήριο, έμεινε για ένα διάστημα προφυλακισμένος, έγινε η δίκη, αλλά αθωώθηκε.

Από τον πόλεμο στο Κόσοβο για τον οποίο οι δυο άνδρες φέρονταν να είχαν διαφορετικές προσεγγίσεις, που όμως ουδέποτε εκδηλώθηκαν ανοιχτά, οι σχέσεις τους είχαν αρχίσει να ψυχραίνονται. Ο Μιλόσεβιτς υποπτευόταν ότι ο Μιλουτίνοβιτς είχε αλλάξει στρατόπεδο, ότι έγινε άνθρωπος των Δυτικών, για να αποφύγει τις διαφαινόμενες διώξεις-συνέπειες μιας πιθανής ήττας.

Πολύ καιρό μετά την ανατροπή του Μιλόσεβιτς, ένας Έλληνας επιχειρηματίας, που διατηρούσε στενές σχέσεις με τον Μιλουτίνοβιτς, μου διηγήθηκε στο λόμπι του ξενοδοχείου «Χάγιατ» του Βελιγραδίου μια απίστευτη ιστορία από εκείνη τη συνάντηση, ισχυριζόμενος ότι του την αποκάλυψε άνθρωπος πολύ κοντά στον Μιλουτίνοβιτς. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, ο Μιλουτίνοβιτς στο περιθώριο της επίσημης συνάντησης με την ελληνική αντιπροσωπεία, σ’ εκείνο το ταξίδι είδε μετά από αίτημά του τον Παπανδρέου και τον Ρόντο, κατ’ ιδίαν, για ένα «άκρως σοβαρό ζήτημα». Ο Μιλουτίνοβιτς, γνωρίζοντας ότι ακόμα και οι τοίχοι ήταν παγιδευμένοι με κοριούς από τις μυστικές υπηρεσίες του Μιλόσεβιτς, τους πρότεινε να τα πουν εκτός γραφείου. Τους οδήγησε, λοιπόν, στον κήπο του μεγάρου, και εκεί ο Ρόντος του είπε, μεταφέροντας πρόταση των Αμερικανών ότι, εάν δεχόταν να καταθέσει στη Χάγη εναντίον του Μιλόσεβιτς, θα είχε ως αντάλλαγμα την ελάφρυνση της θέσης του στο Δικαστήριο, όπου, όπως του είπε και του υπογράμμισε, ήταν σίγουρος –έτσι και έγινε τελικά– ότι θα οδηγούνταν και ο ίδιος.

Ο Μιλουτίνοβιτς φέρεται να κούνησε το κεφάλι του και του απάντησε πως δεν μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο γιατί είχε παιδιά και φοβόταν την εκδίκηση του Μιλόσεβιτς. Τότε ο Ρόντος του είπε πως υπήρχε η δυνατότητα να τον φυγαδεύσουν πριν τις εκλογές στο εξωτερικό με ασφάλεια και από εκεί να καταγγείλει τον Μιλόσεβιτς, γεγονός που θα βάρυνε στην επικείμενη ψηφοφορία. Όσον αφορά στην οικογένεια του Μιλουτίνοβιτς, ο Ρόντος του δήλωσε πως θα κατάφευγε σε μια δυτική πρεσβεία στο Βελιγράδι απ’ όπου με παρέμβαση της Δύσης θα έφευγε για κάποια ευρωπαϊκή χώρα. Παρ’ όλα αυτά, ο Μιλουτίνοβιτς επέμεινε στην άρνησή του. Ο ίδιος ο Αλέξ Ρόντος μου επιβεβαίωσε αργότερα την παραπάνω συνάντηση και τα όσα διαμείφθηκαν.

«Όταν έπεσε ο Μιλόσεβιτς, στο γραφείο του Μιλουτίνοβιτς βρέθηκαν δεκατέσσερις κοριοί», μου είπε ο ίδιος επιχειρηματίας, που ήταν και παραμένει στενός φίλος του Μιλουτίνοβιτς.

Ανεξαρτήτως του τι τους είπε ο Μιλουτίνοβιτς τότε, η Αθήνα διαδραμάτισε ρόλο στο παρασκήνιο για την αθώωσή του στη συνέχεια από το Δικαστήριο της Χάγης. Η ίδια η Κάρλα Ντελ Πόντε φέρεται να είπε στον Μιλουτίνοβιτς μετά την αθωωτική απόφαση, όταν συναντήθηκαν κάποια στιγμή στους διαδρόμους του δικαστηρίου, «έχεις καλούς φίλους στην Ελλάδα…».

Παραμονές των εκλογών και, καθώς οι δυτικοί ήταν αποφασισμένοι να ανατρέψουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τον Μιλόσεβιτς, είχε αρχίσει ήδη η επιχείρηση συλλογής ισχυρών στοιχείων για τη στοιχειοθέτηση των εναντίον του κατηγοριών, στην οποία ενεπλάκη και η Ελλάδα.

Ο πρόεδρος των Ελλήνων επενδυτών στη Σερβία Βασίλης Ντερτιλής έλαβε εντολή από το «κέντρο» να βολιδοσκοπήσει κορυφαίο αξιωματούχο του καθεστώτος, με τον οποίο διατηρούσε άριστες σχέσεις, για το αν ήταν διατεθειμένος να παραδώσει συγκεκριμένα στοιχεία που θα ενοχοποιούσαν τον Μιλόσεβιτς για την εθνοκάθαρση στο Κόσοβο, που εκ της θέσεώς του γνώριζε. Έγιναν πολλές «φιλικές» συναντήσεις και, στο τέλος, ο αξιωματούχος, που μάλλον είχε πέσει σε δυσμένεια και φοβόταν και αυτός πιθανή παραπομπή του στη Χάγη, δέχθηκε. Έτσι μια μέρα ο Ντερτιλής πήγε στο γραφείο του για να τα παραλάβει. Ο συνομιλητής του υπό τον φόβο των «κοριών» –οι πάντες έτρεμαν την καχυποψία του Μιλόσεβιτς– τον κατέβασε στο κλιμακοστάσιο και εκεί του ενεχείρησε ένα στικάκι που περιείχε πολλές ατράνταχτες αποδείξεις για τα σχέδια εκδίωξης των Αλβανών του Κοσόβου. Φεύγοντας ο Ντερτιλής, παλιός αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και συνεργάτης των ελληνικών μυστικών υπηρεσιών, τηλεφώνησε στον Έλληνα πρέσβη και του είπε να ετοιμάσουν το χρηματοκιβώτιο της Πρεσβείας διότι είχε να φυλάξει κάτι πολύ σοβαρό. Άριστος γνώστης του πώς σκέφτονται και λειτουργούν οι μυστικές υπηρεσίες έπαιξε το παιγνίδι της παραπλάνησης.

Αντί για την πρεσβεία πήγε στο σπίτι του και πέφτοντας για ύπνο έβαλε το στικάκι κάτω από το μαξιλάρι του. Το πρωί οι υπάλληλοι της πρεσβείας διαπίστωσαν ότι τη νύχτα είχε διαρρηχθεί το χρηματοκιβώτιο. Ο Ντερτιλής σκέφθηκε σωστά και φυγάδευσε το στικάκι στην Άθηνα, όπου παρελήφθη από υψηλόβαθμο στέλεχος των μυστικών υπηρεσιών και στη συνέχεια πήρε τον δρόμο για τη Χάγη.

Οι κρίσιμες εκλογές είχαν οριστεί για τις 24 Σεπτεμβρίου του 2000. Στις 3 Σεπτεμβρίου, ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης έδωσε στη Θεσσαλονίκη την καθιερωμένη συνέντευξη στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης. Την ίδια μέρα στην εφημερίδα της Θεσσαλονίκης Μακεδονία υπήρχε συνέντευξη του Γιοβάνοβιτς στους συναδέλφους Μπάμπη Μπίκα και Παντελή Σαββίδη, στην οποία ο Σέρβος αξιωματούχος τα «έχωνε» άγρια στην Αθήνα, μιλώντας για «αμερικανοκίνητη πολιτική» του ελληνικού ΥΠΕΞ απέναντι στο Βελιγράδι.

Προφανώς ο Μιλόσεβιτς ήξερε για την εμπλοκή της ελληνικής κυβέρνησης στο εν εξελίξει σχέδιο ανατροπής του και ο παρορμητικός Γιοβάνοβιτς πέρασε γενεές δεκατέσσερις, σούρνοντας και κάποια «γαλλικά», τον Παπανδρέου και κυρίως τον Ρόντο, χρησιμοποιώντας εκτός κασετοφώνου ακατονόμαστες εκφράσεις. Μάλιστα σε κάποια στιγμή έξαλλος πέταξε τα ποτήρια με το κρασί που είχαν μπροστά τους!

«Σε σημερινή συνέντευξή του, κ. πρωθυπουργέ, ο υπουργός Εξωτερικών της Γιουγκοσλαβίας Γιοβάνοβιτς, βάλλει ευθέως εναντίον της κυβέρνησής σας, κατηγορώντας την ότι η πολιτική που ακολουθεί στο Γιουγκοσλαβικό είναι καθ’ υπαγόρευση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Ποια είναι η απάντησή σας επ’ αυτού;» ρώτησα τον Σημίτη.

Εμφανώς εκνευρισμένος, ο συνήθως ήρεμος και προσεκτικός στις διατυπώσεις Έλληνας Πρωθυπουργός, έλαβε αφορμή για να εξαπολύσει σφοδρή επίθεση εναντίον του Μιλόσεβιτς. Ήταν η πρώτη φορά που Έλληνας Πρωθυπουργός μιλούσε με τόσο σκληρά λόγια για την ηγεσία του Βελιγραδίου. Ήταν σαφές, από τα λεγόμενα του Σημίτη, ότι η Αθήνα είχε αποφασίσει να αδειάσει πλήρως τον Μιλόσεβιτς. Και θα φαινόταν αυτό στο αμέσως επόμενο διάστημα.

«Η Γιουγκοσλαβία», απάντησε ο Κώστας Σημίτης, «είναι ένα ιδιαίτερο πρόβλημα στη Βαλκανική, είναι μια πηγή εντάσεων. Η Γιουγκοσλαβία είναι μια χώρα η οποία, λόγω της πολιτικής που ακολουθεί, δεν βοηθά την ειρηνική εξέλιξη. Η ελληνική κυβέρνηση έχει επισημάνει ότι θέλει μια δημοκρατική Γιουγκοσλαβία, η οποία θα εντάσσεται και αυτή μέσα στις κοινές διαδικασίες της Βαλκανικής και της Ευρώπης, κάτι που δεν συμβαίνει σήμερα.

»Η ελληνική κυβέρνηση έχει επισημάνει ότι θα πρέπει να ξεπεραστούν προβλήματα όπως αυτό του Μαυροβουνίου και του Κοσόβου. Γιατί οι επισημάνσεις αυτές είναι αμερικανική πολιτική; Οι επισημάνσεις αυτές είναι ελληνική πολιτική, γιατί την Ελλάδα τη συμφέρει πολύ περισσότερο από τις ΗΠΑ και από οποιονδήποτε, να υπάρχει συνεργασία στα Βαλκάνια.

»Και εγώ θα πω στον κ. Γιοβάνοβιτς ότι η Ελλάδα δεν ήταν εκείνη η οποία προώθησε και προωθεί την άρση του εμπάργκο; Δεν πέτυχε σε ορισμένο βαθμό την άρση του εμπάργκο; Και δεν συνεχίζει να κάνει αυτή τη συζήτηση; Κι ενώ εμείς ήμασταν παλιά οι μόνοι, τώρα έχουμε κερδίσει –θα έλεγα– έναν μεγάλο αριθμό χωρών σε αυτή την άποψη.

»Η Ελληνική Κυβέρνηση ήταν εκείνη η οποία υποστήριξε πως η άποψη να απομονώσουμε τη Γιουγκοσλαβία, είναι μια άποψη η οποία δεν βοηθά να ξεπεράσουμε το πρόβλημα. Και αυτό έχει γίνει συνείδηση στους περισσότερους. Νομίζω ότι η γιουγκοσλαβική πολιτική ηγεσία θα πρέπει να δει τη δημιουργική μας συμβολή στην αντιμετώπιση του προβλήματος και κυρίως να συνεισφέρει επιτέλους και αυτή, στο να υπάρχει μια καλύτερη σχέση στα Βαλκάνια».

Η είδηση έκανε τον γύρο του κόσμου: Η Αθήνα άδειαζε οριστικά τον Μιλόσεβιτς που έχανε και επισήμως τον πιο πιστό φίλο και σύμμαχό του. Οι ανά την Ελλάδα υπέρμαχοι της ελληνοσερβικής συμμαχίας στην κρίση έπνεαν μένεα κατά του «αμερικανόδουλου» Σημίτη και, πίσω στο Βελιγράδι, ο Μιλόσεβιτς έπαιζε μαζί με την εξουσία και το κεφάλι του. Αν κέρδιζε, είχε ελπίδες να γλιτώσει τη φυλακή, τουλάχιστον όσο θα ήταν πρόεδρος, διαφορετικά θα έπρεπε να ετοιμάζει τις βαλίτσες για τη Χάγη.

Η αντιπολίτευση έπαιζε το τελευταίο της χαρτί. Αν έχανε, το πιθανότερο ήταν ότι θα διαλυόταν και θα περνούσε πολύς καιρός μέχρις ότου ανασυγκροτηθεί. Όσο για τους Δυτικούς, είπαμε: ήταν η μεγάλη ευκαιρία να γκρεμίσουν τον χασάπη των Βαλκανίων από την εξουσία και έπειτα, ηττημένος και ανίσχυρος καθώς θα ήταν, να τον περιποιηθούν δεόντως.

Η μάχη προβλεπόταν σκληρή. Ο Μιλόσεβιτς ήλεγχε ή νόμιζε ότι ήλεγχε τον στρατό, την αστυνομία και τον κρατικό μηχανισμό και πίστευε πως μαζί με τον αγροτικό πληθυσμό και τους συνταξιούχους θα κέρδιζε την ψηφοφορία. Η νοθεία στην ίδια την κάλπη, εξάλλου, όπως πίστευαν οι πάντες, θα ήταν το ύστατο όπλο του.

Η αντιπολίτευση, από την πλευρά της, πόνταρε στη νεολαία, την ψυχική κόπωση των πολιτών από τους πολέμους, την ανέχεια και τη φτώχεια, στην οποία τους είχε οδηγήσει η απομόνωση της διεθνούς κοινότητας, και φυσικά υπολόγιζε στην υποστήριξη της Δύσης.

Δυο μέρες πριν από την ψηφοφορία έφυγα για το Βελιγράδι με τον συνάδελφο Παύλο Νεράντζη. Πήραμε μαζί μας και έναν οδοντίατρο από τη Θεσσαλονίκη, φίλο του Μπάμπη Μπίκα, που μας περίμενε στη γιουγκοσλαβική πρωτεύουσα. Μόλις είχαμε περάσει τη Γευγελή και συζητούσαμε για την τρομοκρατία που ασκούσε εκείνες τις μέρες το καθεστώς του Μιλόσεβιτς στους δημοσιογράφους και ειδικά στους ξένους οι οποίοι έφταναν στο Βελιγράδι για τις εκλογές, όταν, ο συνεπιβάτης μας, μάς αποκάλυψε ότι στη βαλίτσα του μετέφερε τέσσερις χιλιάδες προκηρύξεις που είχε τυπώσει για λογαριασμό της αντικαθεστωτικής OTPOR. Όπως μας είπε, στο περιεχόμενό τους γινόταν έκκληση στον σερβικό λαό να ανατρέψει τον Μιλόσεβιτς ακόμη και διά της βίας αν χρειαστεί.

Παγώσαμε. Το μυαλό μας πήγε στο τι θα γινόταν, εάν στα σύνορα οι Σέρβοι τελωνειακοί ανακάλυπταν τις προκηρύξεις. Το πιθανότερο ήταν να μας συλλάβουν και να μας οδηγήσουν σε κάποιο δικαστήριο, το οποίο θα μας επέβαλε μια ποινή και στη συνέχεια θα μας απέλαυναν.

Το καθεστώς του Βελιγραδίου έψαχνε για «εχθρούς». Θα είχε μια καλή ευκαιρία να ισχυρισθεί ότι υπονομευόταν απέξω και να σκληρύνει τη στάση του απέναντι στους ξένους δημοσιογράφους: Έλληνες δημοσιογράφοι μετέφεραν προκηρύξεις ανατρεπτικού περιεχομένου εναντίον μιας νόμιμα εκλεγμένης ηγεσίας. Άρα για λογαριασμό κάποιου εχθρού εργάζονταν.

Τα είπαμε όλα αυτά στον συνεπιβάτη μας, αλλά αυτός τίποτα. Προσπαθούσε να μας πείσει για την ανάγκη να φτάσουν οι προκηρύξεις στον προορισμό τους…

Δεν άντεξα. Στάθμευσα το αυτοκίνητο λίγα χιλιόμετρα μετά τη Γευγελή, κοντά σε μια γέφυρα του Αξιού και του είπα: «Ή πετάς τις προκηρύξεις ή σε κατεβάζω εδώ και πήγαινε όπως θέλεις στο Βελιγράδι…» Θύμωσε. Έβγαλε τη σακούλα και την έκρυψε σ’ ένα θάμνο με την υπόμνηση να μην τις ξεχάσουμε στην επιστροφή. Στα σύνορα ΠΓΔΜ και Σερβίας οι τελωνειακοί και οι αστυνομικοί μάς έκαναν φύλλο και φτερό. Δεν βρήκαν τίποτα, ούτε εμείς είπαμε ότι είμαστε δημοσιογράφοι. Δηλώσαμε απλώς ότι πάμε για δουλειές…

Στο Βελιγράδι η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη. Η προεκλογική συγκέντρωση της αντιπολίτευσης ήταν ογκώδης παρά την τρομοκρατία. Φαινόταν ότι το ποτάμι της οργής εναντίον του Μιλόσεβιτς φούσκωνε. Οι επιτελείς του Μιλόσεβιτς προτίμησαν να οργανώσουν, την παραμονή της ψηφοφορίας, μια συναυλία στο κέντρο του παλαιού Βελιγραδίου, που όμως απέτυχε παταγωδώς. Όχι μόνο δεν συγκέντρωσε πλήθη, αλλά μάζεψε μόλις μερικές δεκάδες άτομα. Και αυτά, όπως και το συγκρότημα, τα μάζεψαν και έφυγαν καθώς στους γύρω δρόμους συγκεντρώνονταν πλήθη για να τους αποδοκιμάσουν.

Οι Έλληνες δημοσιογράφοι είχαμε ως ορμητήριο το γραφείο Τύπου της Ελληνικής Πρεσβείας στην οδό Φραντζούσκα. Ήταν πολύ κοντά στους δρόμους και τις πλατείες που εξελίσσονταν τα γεγονότα, αισθανόμασταν ασφαλείς και είχαμε μεγάλη βοήθεια από τον Μάκη Μουρατίδη, τον Δρόσο Χατζηθεοδούλου και τους συνεργάτες τους. Ελένη Καλογεροπούλου, Νικόλας Βαφειάδης, Νίκος Πέλπας, Γιώργος Γεωργιάδης, Νίκος Φραγκόπουλος, Παντελής Σαββίδης, Παύλος Νεράντζης, Μπάμπης Μπίκας κ.ά., παλιές καραβάνες όλοι στη γιουγκοσλαβική κρίση, εξορμούσαμε από το κτίριο για ρεπορτάζ με χίλιες προφυλάξεις.

Όποιος γινόταν αντιληπτός από την αστυνομία συλλαμβανόταν και απελαυνόταν, με το πρόσχημα ότι δεν είχε άδεια παραμονής, που όμως ουδέποτε μας ζητούσαν στη Σερβία, ειδικά εμάς τους Έλληνες. Μάλιστα ασφαλίτες με πολιτικά έκαναν εφόδους σε ξενοδοχεία όπου είχαν καταλύσει απεσταλμένοι των ξένων ΜΜΕ και τους έδιωχναν. Με τον Σαββίδη και μερικούς άλλους τεχνικούς τηλεοπτικών συνεργείων, καταφύγαμε σ’ ένα διαμέρισμα, που είχε νοικιάσει ο Μπίκας κοντά στην Ελληνική Πρεσβεία, όπου κοιμόμασταν στρωματσάδα, κι έτσι ξεπεράσαμε το εμπόδιο των αστυνομικών.

Η ψηφοφορία διεξήχθη σε ήρεμο γενικά κλίμα. O Κάρολος Παπούλιας, Πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της ελληνικής Βουλής, επικεφαλής αντιπροσωπείας Ελλήνων βουλευτών, περιόδευσε σε εκλογικά κέντρα του Βελιγραδίου μαζί με τον Μιλουτίνοβιτς και τα βρήκαν όλα εντάξει. Ο Μιλόσεβιτς, τελικά, νόθευσε όσο μπορούσε το αποτέλεσμα ή τουλάχιστον αυτό πίστεψε ο πολύς κόσμος.

Η αντιπολίτευση ανακοίνωσε την ίδια μέρα ότι με βάση τα αποτελέσματά της είναι ο νικητής με διαφορά εξακοσίων χιλιάδων ψήφων. Ο Μιλόσεβιτς αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς της και φυσικά δεν αναγνώρισε το αποτέλεσμά της. Ευρωπαίοι και Αμερικανοί όμως υιοθέτησαν αμέσως την εκδοχή της αντιπολίτευσης και αξίωσαν από τον Μιλόσεβιτς να παραδεχθεί την ήττα του χωρίς σπασμωδικές αντιδράσεις. Ενώπιον, δε, του κινδύνου να γίνει μεγαλύτερη νοθεία στον δεύτερο γύρο, που από τον εκλογικό νόμο προβλεπόταν να διεξαχθεί σε δεκαπέντε ημέρες, ή να μετατεθεί η ψηφοφορία για την επόμενη χρονιά, οι ηγέτες της αντιπολίτευσης με την καθοδήγηση των Αμερικανών, αποφάσισαν να δράσουν και να τον ανατρέψουν δυναμικά.

Κατά τον Ρόντο «είχε σχεδιαστεί από πριν πως σε περίπτωση που γίνει νοθεία η αντιπολίτευση να ανακηρύξει εαυτόν νικητή».

Τρεις μέρες μετά την ψηφοφορία πραγματοποιείται στο εργοστάσιο του επιχειρηματία Νεμπόισα Τσόβιτς έξω από το Βελιγράδι μυστική σύσκεψη των κομμάτων του DOS. Εκεί οι ηγέτες της αντιπολίτευσης αποφασίζουν να διοργανώσουν μπροστά στο κτίριο του ομοσπονδιακού κοινοβουλίου παλλαϊκή συγκέντρωση και, στη συνέχεια, οι διαδηλωτές να προχωρήσουν στην κατάληψη όλων των κυβερνητικών κτιρίων του Βελιγραδίου. Επανάσταση δηλαδή…

Σύμφωνα με τον, εκ των πρωτεργατών της εξέγερσης, Ζόραν Ζίβκοβιτς, αντιδήμαρχο τότε του Νις και πρωθυπουργό της Σερβίας, αμέσως μετά τη δολοφονία του Ζόραν Τζίντζιτς, «στόχος μας ήταν να αναγνωρίσει ο Μιλόσεβιτς τη νίκη μας. Φυσικά δεν περιμέναμε να κάνει κάτι τέτοιο, και γι’ αυτό το Plan B ήταν να εισβάλουμε στο κτίριο και να πάρουμε τη νίκη που πετύχαμε στις εκλογές» (αδημοσίευτη μαγνητοφωνημένη συνομιλία με τον γράφοντα τον Απρίλιο του 2003).

Στην εκπομπή «Νέοι Φάκελοι» του ΣΚΑΪ (13.5.2008) και στη δημοσιογράφο Κατερίνα Λομβαρδέα, ο Ζίβκοβιτς αφηγήθηκε λεπτομέρειες της κρίσιμης σύσκεψης: «στη συνάντηση ήμασταν εφτά οχτώ άνθρωποι, ο Τζίντζιτς, ο Σβιλάνοβιτς, ο Μιτσούνοβιτς, ο Τσόβιτς, οι στρατηγοί Πέρισιτς και Ομπράντοβιτς και κάποιοι άλλοι. Εμείς ήμασταν η ομάδα δράσης που κατηύθυνε τις κινητοποιήσεις.

»Φτάσαμε στο εργοστάσιο με αυτοκίνητα, τα παρατήσαμε εκεί, επιβιβαστήκαμε σε ένα τζιπ και φύγαμε κατευθείαν για ένα σπίτι κοντά στο στάδιο στο Ζέλεζνικ, που ξέραμε ότι δεν παρακολουθούνταν. Η ατμόσφαιρα στη σύσκεψη ήταν τεταμένη.

»Το καυτό ερώτημα ήταν τι θα γίνει, εάν πυροβολήσουν το πλήθος, και αν είμαστε αποφασισμένοι να σκοτωθούμε ή να υποχωρήσουμε. Αποφασίσαμε να τελειώνουμε τη δουλειά.

»Να τον διώξουμε ακόμα και αν χρειαστεί να σκοτωθούμε. Στο μεταξύ είχαμε έρθει σε επαφή με ανώτερους αξιωματικούς του στρατού και της αστυνομίας, και η εντύπωση που αποκομίσαμε ήταν ότι δεν σκόπευαν να χτυπήσουν το πλήθος. Προφανώς είχαν αντιληφθεί ότι η πλάστιγγα έγερνε προς την πλευρά του λαού».

Η 5η Οκτωβρίου ήταν μια ηλιόλουστη μέρα. Η ατμόσφαιρα, όμως, μύριζε μπαρούτι. Προς το μεσημέρι χιλιάδες άνθρωποι άρχισαν να συρρέουν μπροστά στο ομοσπονδιακό κοινοβούλιο. Το σχέδιο της αντιπολίτευσης προέβλεπε τρεις πορείες που θα κατέληγαν στο κέντρο του παλαιού Βελιγραδίου όπου βρίσκονται συγκεντρωμένα τα περισσότερα κυβερνητικά κτίρια. Απ’ αυτές η μία θα ξεκινούσε νότια από το Νις με επικεφαλής τον Ζίβκοβιτς, η άλλη από το Τσάτσακ με ηγέτη τον δυναμικό δήμαρχο της πόλης Βέλιμιρ Ίλιτς και η τρίτη από το νέο Βελιγράδι.

Γύρω στις 3 τοπική ώρα μπροστά στο κοινοβούλιο είχαν συγκεντρωθεί περί τις εξακόσιες χιλιάδες άνθρωποι, που φώναζαν συνθήματα όπως «Σλόμπο, σώσε τη Σερβία, αυτοκτόνησε!» «Σλόμπο, απάτη!» κ.ά. Οι στιγμές ήταν κρίσιμες. Πώς θα αντιδρούσε ο Μιλόσεβιτς; Ο Μοντγκόμερι ενημερωνόταν συνεχώς εγκατεστημένος στο κτίριο της Αμερικανικής Πρεσβείας στη Βουδαπέστη για τις εξελίξεις, και ο Ρόντος τις παρακολουθούσε από το ξενοδοχείο «Χάγιατ» του Βελιγραδίου.

Κάποια ξένα τηλεοπτικά δίκτυα μετέδιδαν ότι ο εμφύλιος πόλεμος στη Σερβία είχε ξεκινήσει ήδη και πως στο Βελιγράδι διεξάγονταν μάχες. Δεν ήταν αλήθεια. Η αστυνομία προσπάθησε να εμποδίσει την κατάληψη του κοινοβουλίου από τους διαδηλωτές με περιορισμένη χρήση δακρυγόνων, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο κόσμος όρμησε στο κτίριο καίγοντας και λεηλατώντας παρά τις εκκλήσεις των οργανωτών να αποφύγουν τη βία και κυρίως να μην λιντσάρουν τους αστυνομικούς, πολλοί εκ των οποίων έσπευσαν από την πρώτη κιόλας στιγμή να συνταχθούν με το πλήθος.

Δυο ελικόπτερα της αστυνομίας πετούσαν πάνω από τη συγκέντρωση με εντολή να ψεκάσουν τους διαδηλωτές με χημικά, όμως οι αξιωματικοί που επέβαιναν σ’ αυτά αντικρίζοντας τη λαοθάλασσα, αρνήθηκαν να υλοποιήσουν τις άνωθεν εντολές και επέστρεψαν στη βάση τους.

Μετά την κατάληψη του κοινοβουλίου σειρά είχε το μέγαρο της τηλεόρασης. Για τους αντιπάλους του Μιλόσεβιτς ήταν το κατεξοχήν σύμβολο της εξουσίας, της προπαγάνδας, της παραπληροφόρησης και της καταπίεσης του σερβικού λαού. Στη θέα των διαδηλωτών οι αστυνομικοί-φρουροί της εισόδου απώλεσαν την ψυχραιμία τους και έβαλαν εναντίον τους με τα όπλα.

Το εξαγριωμένο πλήθος επιτέθηκε. Μια μπουλντόζα, που είχε κουβαλήσει ο Ίλιτς, γκρέμισε την πόρτα και την τζαμαρία, και οι εξαγριωμένοι διαδηλωτές όρμησαν στο εσωτερικό, απ’ όπου άρπαξαν έγγραφα και έβαλαν φωτιά. Έσυραν έξω τον διευθυντή και τον κακοποίησαν βάναυσα. Μισούσαν αυτόν τον άνθρωπο και για έναν επιπλέον λόγο: θεωρούσαν πως, μολονότι γνώριζε ότι το κτίριο της τηλεόρασης θα βομβαρδιστεί από το ΝΑΤΟ το μοιραίο εκείνο βράδυ, δεν ειδοποίησε τους εργαζόμενους να το εγκαταλείψουν, με αποτέλεσμα κάποιοι εξ αυτών να σκοτωθούν.

Παρακολουθούσαμε από μικρή απόσταση τα επεισόδια για να προστατευτούμε από τα δακρυγόνα και τις σφαίρες. Μου έκανε εντύπωση ότι χιλιάδες διαδηλωτές κρατούσαν στα χέρια τους μπουκάλια μπίρας. Προς στιγμή πίστεψα ότι έπιναν για να ξεπεράσουν τις όποιες αναστολές ενόψει της επικείμενης σύγκρουσης με τις δυνάμεις καταστολής. Η πραγματικότητα ήταν διαφορετική. Όπως μου εξήγησε ένας εξ αυτών, η μπίρα είναι το καλύτερο αντίδοτο στα εισπνεόμενα καπνογόνα!

Δεν ξέραμε ανά πάσα στιγμή τι μπορούσε να συμβεί, όπως δεν ήξερε και κανείς άλλος. Ούτε οι ίδιοι οι οργανωτές. Η κατάσταση ήταν ανεξέλεγκτη. Πώς θα μπορούσαν να ελεγχθούν, άλλωστε, εξακόσιες και πλέον χιλιάδες άνθρωποι (ίσως είχαν φτάσει και το εκατομμύριο) που ήταν αποφασισμένοι για όλα; Ωστόσο, ως πιθανότερο ενδεχόμενο, συζητούσαμε οι συνάδελφοι εκείνες τις ώρες, να στείλει ο Μιλόσεβιτς τις ειδικές δυνάμεις της αστυνομίας και τον στρατό και να γίνει αιματοκύλισμα. Τίποτα από αυτά, ευτυχώς, δεν συνέβη.

Ο Ελληνοαμερικανός πρώην βουλευτής των ΗΠΑ και στέλεχος του Δημοκρατικού Κόμματος, φίλος και μυστικοσύμβουλος του Μιλόσεβιτς, Κρις Σπύρου, ήταν κατηγορηματικός όταν τον ρώτησα εάν εκείνες τις ώρες ο Μιλόσεβιτς σκέφθηκε να κατεβάσει τον στρατό.

«Δεν πέρασε καθόλου από το μυαλό του κάτι τέτοιο, σας βεβαιώ, γιατί ήμουν σε διαρκή επαφή μαζί του. Δε διανοείτο να χτυπήσουν Σέρβοι τους Σέρβους. Το λάθος του ήταν ότι πίστευε πως θα κερδίσει τις εκλογές, γιατί νόμιζε πως ο λαός εξακολουθούσε να τον αγαπάει. Δε με άκουσε, όταν τον συμβούλευσα να οργώσει απ’ άκρη σ’ άκρη τη Σερβία, να μιλήσει στον κόσμο και να του πει πως ό,τι έκανε το έκανε για το καλό του σερβικού λαού…»

Όταν άρχισε να καίγεται το κτίριο της κρατικής τηλεόρασης, ο Μίλοραντ Λούκοβιτς, γνωστός ως Λέγκια, πρώην υπαρχηγός του Αρκάν, διοικητής των ειδικών αστυνομικών δυνάμεων και πιστός μέχρι τότε στον Μιλόσεβιτς (κατηγορήθηκε αργότερα ως ο δολοφόνος του πρωθυπουργού Ζόραν Τζίντζιτς τον Μάρτιο του 2004 και καταδικάστηκε σε φυλάκιση σαράντα χρόνων), έλαβε εντολή από τους ανωτέρους του να εμπλακεί και ο ίδιος στις εξελίξεις. Του είπαν μάλιστα για να τονώσουν το πάθος μέσα του ότι οι διαδηλωτές σκοτώνουν αστυνομικούς και έπρεπε να υπερασπιστεί τη ζωή των ανδρών του.

Προς το απογευματάκι ο Λέγκια πήγε στη συγκέντρωση, είδε από κοντά την κατάσταση, μίλησε με κάποιον στο κινητό και έφυγε συνοδευόμενος από πάνοπλους αστυνομικούς, που αποχωρώντας χαιρέτησαν με τα τρία δάκτυλα (για τους Σέρβους σημαίνει την Αγία Τριάδα) τους διαδηλωτές. Ήταν σαφές ότι συνειδητοποίησε πως το παιγνίδι είχε χαθεί και δεν είχε κανένα νόημα πλέον να προστατεύει το καθεστώς.

Ο Ζίβκοβιτς θα μου πει σε άλλη συζήτησή μας στο «Καφέ Ρούσκι» του παλιού Βελιγραδίου για τη δύσκολη εκείνη βραδιά: «Υπήρχαν πολλές επαφές με τον στρατό και την αστυνομία ενόψει της 5ης Οκτωβρίου. Με τον Λέγκια ήρθε σε συνεννόηση ο Τζίντζιτς, κι εγώ είχα επαφές και συζητήσεις με αξιωματικούς της 63ης επίλεκτης ταξιαρχίας αλεξιπτωτιστών, που έδρευε στη Νις, ότι υπήρχε περίπτωση να πυροβολήσουν εναντίον μας οι άνθρωποι του Μιλόσεβιτς. Ορισμένοι από εμάς μιλούσαν με κάποιους άλλους από τον στρατό και την αστυνομία. Στόχος μας ήταν να τους πείσουμε να μην πυροβολήσουν εναντίον μας στη συγκέντρωση. Ήταν βέβαια υπερβολικό να τους ζητήσουμε να συνταχθούν μαζί μας. Δε θα το έκαναν ποτέ. Επικαλεστήκαμε, όμως, τον όρκο της στρατιωτικής του τιμής ότι δε θα έστρεφαν ποτέ τα όπλα εναντίον του λαού και όπως φάνηκε τους πείσαμε. Άλλωστε ήξεραν και οι ίδιοι ότι ο αγώνας μας σκοπό είχε να πλήξει το βάρβαρο καθεστώς του Μιλόσεβιτς, τη διαφθορά και το οργανωμένο έγκλημα και όχι το κράτος, όπως ήθελε να εμφανίσει τα πράγματα ο Μιλόσεβιτς. Οι συζητήσεις αυτές νομίζω ότι συνέβαλαν αποφασιστικά ώστε τη μεγάλη αυτή ημέρα να μη χυθεί αίμα, εκτός από τον θάνατο δυο ανθρώπων που σκοτώθηκαν τυχαία».

Γύρω στις έξι το απόγευμα κατέφθασε στη συγκέντρωση ο Κοστούνιτσα και απευθύνθηκε στο πλήθος κάνοντας μια μάλλον άχρωμη για την περίσταση ομιλία και στη συνέχεια κατευθύνθηκε στο έρημο προεδρικό μέγαρο, όπου ο πρώτος άνθρωπος ο οποίος τον επισκέφθηκε ήταν ο Ρόντος.

Το πλήθος παρέμεινε ξάγρυπνο στο κέντρο του Βελιγραδίου και στα κατειλημμένα κτίρια, φοβούμενο επίθεση του στρατού και της αστυνομίας που όμως δεν εκδηλώθηκε. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα ο Κοστούνιτσα εμφανίστηκε στην κρατική τηλεόραση και σε ζωντανή συνέντευξη απηύθυνε διάγγελμα στο σερβικό έθνος. Όλη τη νύχτα η τηλεόραση του Βελιγραδίου έπαιζε τη συνέντευξη του Κοστούνιτσα.

Ο Μιλόσεβιτς είχε ανατραπεί και μάλιστα αναίμακτα. Αμερικανοί και Ευρωπαίοι έσπευσαν αμέσως να αναγνωρίσουν τη νέα πραγματικότητα υποσχόμενοι βοήθεια στον Κοστούνιτσα και στην κυβέρνηση που επρόκειτο να σχηματιστεί στη συνέχεια υπό τον Ζόραν Τζίντζιτς.

Ο δρόμος για τη Χάγη είχε ανοίξει για τον Μιλόσεβιτς.*