ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Πολ Ντόνοβαν στην «Κ»: «Η παροχολογία δεν είναι θετικό μήνυμα»

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΟΥΡΤΑΛΗ

Οι φιλικές προς τις επιχειρήσεις πολιτικές, καθώς και η μείωση της φορολογίας, θα βοηθήσουν να μείνουν οι νέοι στη χώρα, τονίζει ο επικεφαλής οικονομολόγος της UBS Wealth Management, Πολ Ντόνοβαν.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με τις προκλήσεις στις διεθνείς αγορές να είναι πολλές το επόμενο έτος, είναι σημαντικό η Ελλάδα να μπορέσει να πείσει τους επενδυτές ότι ο δημοσιονομικός κίνδυνος μειώνεται, ενώ πρέπει να προχωρήσει και στην ομαλοποίηση του τραπεζικού της συστήματος, επισημαίνει σε συνέντευξή του στην «Κ» ο επικεφαλής οικονομολόγος της UBS Wealth Management, Πολ Ντόνοβαν. Παράλληλα, σημειώνει πως η παροχολογία της κυβέρνησης δεν είναι ένα θετικό μήνυμα για τους επενδυτές, ωστόσο δεν αποτελεί έκπληξη γι’ αυτούς στο σημερινό περιβάλλον, που οι πιέσεις γύρω από την πολιτική σταθερότητα έχουν αυξηθεί.

– Η Ελλάδα έχει βγει από το μνημόνιο εδώ και σχεδόν τέσσερις μήνες, ωστόσο ακόμη δεν έχει καταφέρει να βγει στις αγορές με μια νέα έκδοση ομολόγου. Σε τι οφείλεται αυτή η αδυναμία, κατά τη γνώμη σας;

– Η Ελλάδα σημειώνει πρωτογενές πλεόνασμα και έτσι αυτό μειώνει την ανάγκη να βγει στις αγορές άμεσα. Το τελευταίο διάστημα, λόγω της κατάστασης στην Ιταλία, οι αγορές ομολόγων ειδικά της Ευρώπης παρουσιάζουν υψηλή μεταβλητότητα, έτσι μία έξοδος μπορεί να μην είναι «λογική». Είμαστε σε ένα περιβάλλον όπου τα επιτόκια διεθνώς αυξάνονται. Παράλληλα η ρευστότητα στις παγκόσμιες αγορές έχει μειωθεί, ενώ η πολιτική αβεβαιότητα στην Ιταλία έχει θυμίσει στους διεθνείς επενδυτές τον πολιτικό κίνδυνο στην Ευρώπη. Στην περίπτωση της Ελλάδας, η οποία αναζητεί διεθνή κεφάλαια, αυτό έχει παίξει σημαντικό ρόλο και γι’ αυτό η αντίδραση στα ελληνικά ομόλογα ήταν πιο έντονη σε σύγκριση με άλλα ομόλογα στην Ευρωζώνη. Ομως η Ιταλία δεν είναι η μόνη υπεύθυνη για την αδυναμία του ελληνικού Δημοσίου να βγει στις αγορές, με τη χαμηλή πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας να έχει επίσης επιτελέσει σημαντικό ρόλο στην προσέλκυση επενδυτών στα ελληνικά ομόλογα.

– Η Ελλάδα βρίσκεται σε προεκλογική περίοδο και η ελληνική κυβέρνηση ακολουθεί μια πολιτική παροχών έναντι μιας πολιτικής με στόχο την προσέλκυση επενδύσεων. Πώς το εκλαμβάνουν αυτό οι επενδυτές;

– Η παροχολογία δεν μόνο ελληνικό φαινόμενο. Οι πιέσεις γύρω από την πολιτική σταθερότητα έχουν ενταθεί και αυτό το είδαμε και στην περίπτωση του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν. Δεν αποτελεί έκπληξη για τους επενδυτές αυτή η πολιτική και ιδίως στην περίπτωση της Ελλάδας. Οι αγορές σίγουρα δεν αναμένεται να αντιδράσουν θετικά σε τέτοιες ανακοινώσεις, καθώς αυτό που θέλουν είναι πολιτικές που θα προσελκύσουν κεφάλαια. Ωστόσο, εάν κρίνουν πως οι πολιτικές αυτές δεν αλλάζουν τις δημοσιονομικές προοπτικές της χώρας, τότε αναμένεται να τις «ανεχθούν» κάπως.

– Πολλοί επισημαίνουν πως η Ελλάδα χρειάζεται ένα επενδυτικό σοκ. Πώς μπορεί αυτό να επιτευχθεί στο σημερινό περιβάλλον, ενόψει μάλιστα των γενικών εκλογών;

– Υπάρχει ένα ερώτημα στη διεθνή οικονομία, του τι ακριβώς σημαίνει «επενδύσεις». Γιατί οι επενδύσεις διεθνώς βρίσκονται σε χαμηλό επίπεδο, σε ένα περιβάλλον τόσο χαμηλών επιτοκίων; Μέρος του προβλήματος είναι πως σε μια οικονομία όπου υπάρχουν πολλές δομικές αλλαγές, η μέτρηση των επενδύσεων είναι δύσκολη. Και όσο πιο προσανατολισμένη στον τομέα των υπηρεσιών είναι μια οικονομία, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας, τόσο πιο δύσκολο είναι να «μετρηθούν» οι επενδύσεις. Μετά τη μεγάλη μείωση του κόστους εργασίας, το οποίο έχει βελτιώσει κάπως την ανταγωνιστικότητά της, και με βάση τις τάσεις στο διεθνές εμπόριο οι οποίες μπορεί να βοηθήσουν την Ελλάδα, η χώρα έχει προοπτικές εάν τις εκμεταλλευτεί σωστά. Το μειονέκτημα που έχει ωστόσο η Ελλάδα είναι το ότι πάρα πολλοί νέοι άνθρωποι έχουν φύγει από τη χώρα λόγω της κρίσης και αυτή είναι μια ανησυχητική τάση σε ό,τι αφορά τις επενδύσεις. Εάν πείσεις τους νέους ανθρώπους ότι υπάρχει μέλλον στη χώρα τους, τότε θα χρησιμοποιήσουν τις δεξιότητές τους με όφελος για την ελληνική οικονομία. Οι πιο φιλικές προς τις επιχειρήσεις πολιτικές καθώς και η μείωση της φορολογίας θα βοηθήσουν επίσης πάρα πολύ σε αυτό.

– Στο μακροοικονομικό μέτωπο, ποιες είναι σύμφωνα με τις προβλέψεις σας οι προοπτικές της Ελλάδας το 2019.

– Η οικονομία της Ευρωζώνης επιβραδύνεται και σε αυτό το περιβάλλον η ανάπτυξη της Ελλάδας θα κινηθεί σε σχετικά σταθερούς ρυθμούς, του 2%, τους επόμενους 12 μήνες. Αυτό γιατί η οικονομία της έρχεται από βαθιά διόρθωση τα προηγούμενα χρόνια, η εγχώρια ζήτηση έχει σταθεροποιηθεί και η ανάπτυξη των εξαγωγών αναμένεται να συνεχιστεί. Πάντως, οι τραπεζικές πιστώσεις παραμένουν μηδενικές και με την απουσία ενός ομαλού τραπεζικού συστήματος δεν αναμένεται να έχει η χώρα ομαλές τάσεις επενδύσεων και ανάπτυξης. Μια μεγάλη πρόκληση για την Ελλάδα, πάντως, είναι οι εξελίξεις στην Τουρκία. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μας, η Τουρκία θα μπει σε ύφεση το 2019 και αυτό θα επηρεάσει την Ελλάδα λόγω των εμπορικών δεσμών που έχουν οι δύο χώρες.

– Η αλλαγή πολιτικής της ΕΚΤ πώς θα επηρεάσει τις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων;

– Η Ελλάδα δεν συμμετείχε στο QE και έτσι το τέλος του δεν αλλάζει τόσο την προσφορά και ζήτηση για τα ελληνικά ομόλογα. Εάν οι γερμανικές αποδόσεις αυξηθούν λόγω της ανόδου επιτοκίων της ΕΚΤ, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα αυξηθούν και οι ελληνικές. Αυτό εξαρτάται από το πώς θα ζυγίσουν οι επενδυτές το ελληνικό ρίσκο. Εάν εκτιμήσουν πως το ελληνικό ρίσκο περιορίζεται, τότε το spread θα μειωθεί. Ετσι το σημαντικό για την Ελλάδα σε αυτό το νέο περιβάλλον είναι πώς θα παρουσιάσει τον εαυτό της στη διεθνή κοινότητα, εάν θα μπορέσει να πείσει τους διεθνείς επενδυτές ότι ο δημοσιονομικός κίνδυνος μειώνεται, ότι η ανάπτυξη θα συνεχιστεί μεσοπρόθεσμα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ