ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οταν πέθανε ο Χέρμαν Ροθ, ο γιος του, ο Φίλιπ Ροθ, φρόντισε τα της ταφής. Σε κάποιο συρτάρι του υπνοδωματίου βρήκαν ένα κουτί που περιείχε, προσεκτικά φυλαγμένα, δύο ταλίτ, δύο περιώμια προσευχής (σ. 238). Ο γιος έθαψε τον πατέρα κατά τα νενομισμένα της εβραϊκής θρησκείας, όπως ακριβώς θάφτηκαν οι γονείς και οι παππούδες του: με το προγονικό σάβανο και με το περιώμιο. Ο γιος όμως, ο Φίλιπ Ροθ, όταν ήρθε η δική του ώρα, κηδεύτηκε με πολιτική κηδεία, διακόπτοντας μια μακρά οικογενειακή συνέχεια.

Δεν ξέρω τους λόγους της απόφασής του, ξέρω όμως πως αυτή η απόφαση σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει άρνηση της εβραϊκότητάς του, γιατί η εβραϊκότητα του Ροθ είναι απολύτως μη απαρνήσιμη, καθώς αποτελεί την ίδια τη διαμόρφωσή του, μέσα στην οικογένειά του, από τις αφηγήσεις του πατέρα και των άλλων συγγενών, και μέσα στην εβραϊκή γειτονιά του Νιούαρκ, που ήταν γι’ αυτόν «η επιτομή του ιουδαϊσμού» («Τα γεγονότα», σ. 25). Το ρεπερτόριο των αφηγήσεων δεν ήταν, παραδέχεται ο Ροθ, ιδιαίτερα πλούσιο: «Οικογένεια, οικογένεια, οικογένεια, Νιούαρκ, Νιούαρκ, Νιούαρκ, Εβραίοι, Εβραίοι, Εβραίοι», και συμπληρώνει με χιούμορ: «Οπως και το δικό μου πάνω-κάτω» («Τα γεγονότα», σ. 28).

H λάθος διάγνωση

Το 1988, ο πατέρας, στα 86 χρόνια του, ακμαίας υγείας μέχρι τότε, ξυπνάει ένα πρωί με παραλυμένη τη μία πλευρά του προσώπου του, κάτι που διαγνώστηκε εσφαλμένα ως πάρεση του προσωπικού νεύρου. Στην πραγματικότητα η αιτία ήταν ένας μεγάλος όγκος στον εγκέφαλο. Ο γέρος δεν το βάζει κάτω, θέλει να ξέρει τι του συμβαίνει, επισκέπτεται γιατρούς, με λίστα ερωτήσεων, δεν παραδίδεται σε αυτούς και σε κανέναν, θέλει να ελέγχει τα πράγματα. Ο γιος του, ο Φίλιπ, πενήντα πέντε χρόνων τότε (σ. 83), είναι δίπλα του και του συμπαραστέκεται με διακριτικότητα, τρυφερότητα και νοιάξιμο. Το μεγάλο δίλημμα είναι αν θα γίνει εγχείρηση ή όχι. Αλλεπάλληλες συζητήσεις, στάθμιση των υπέρ και των κατά.

Ολη αυτή τη φρικτά κουραστική προσπάθεια με τους γιατρούς την υποστηρίζει η ακατάβλητη επιθυμία του ανθρώπου να ζήσει κι άλλο, να ζήσει πολύ, να ζήσει για πάντα: «Ωραία θα ήταν να είχα μερικά χρονάκια ακόμα» (σ. 89) λέει κάποια στιγμή ο πατέρας στον γιο, ενώ εκείνο που πραγματικά σκέφτεται και δεν λέει είναι «απαιτώ απλώς αυτό που μου αξίζει – άλλα ογδόντα έξι χρόνια! Και γιατί δηλαδή [...] πρέπει σώνει και καλά να πεθαίνουμε;» (σ. 136, βλ. και σ. 196). Αντί όμως να κάνει αυτή την ερώτηση στον γιατρό, τον ρωτάει κάτι τελείως διαφορετικό (επειδή ακριβώς άλλο είναι αυτό που τον απασχολεί τώρα): «Η βελόνα, η βελόνα που χώνεται μέσα [στο κεφάλι] – δεν είναι επικίνδυνο αυτό;» (σ. 136).

Ενώ λοιπόν ο Χέρμαν Ροθ κάνει όλο αυτόν τον αγώνα με τους γιατρούς και τα νοσοκομεία για να ζήσει, στην ουσία αυτό που προσπαθεί είναι να πεθάνει. Δεν πεθαίνει κανείς γυρίζοντας ένα διακόπτη, είναι κι αυτό μια δουλειά που ο Χέρμαν Ροθ θέλει να την κάνει σωστά, με τον δικό του τρόπο, αναλαμβάνοντάς την ο ίδιος, όσο γίνεται, χωρίς απελπισία, αλλά με «εκείνο το αμάλγαμα υπερηφάνειας και παραίτησης» (σ. 152).

Η κορύφωση του αγώνα είναι οι τελευταίες δώδεκα ώρες, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της 24ης Οκτωβρίου 1989 μέχρι το μεσημέρι της επόμενης μέρας, όταν ο πατέρας «πάλεψε για την κάθε ανάσα με φοβερή ένταση, μια ύστατη επίδειξη της πεισματικής μαχητικότητας μιας ολόκληρης ζωής» (σ. 236). Ο γιος έχει την ευλογία να βρίσκεται δίπλα του αυτές τις ώρες για να του ψιθυρίσει τρυφερά στο αυτί κάτι που εκείνος δεν μπορεί να ακούσει: «Μπαμπά, πρέπει να σ’ αφήσω να φύγεις πια» (σ. 237). Ο γιος μένει εκεί μέχρι τέλους και παρακολουθεί ανήμπορος την τελευταία σκληρή δουλειά του πατέρα του, τον θάνατό του.


Φωτογραφία αρχείου.

Οι έντεκα λέξεις

Σε αυτά τα συμφραζόμενα θα γράψει και την κορυφαία φράση του βιβλίου: «Είναι δύσκολη δουλειά ο θάνατος κι ο πατέρας μου ήταν δουλευταράς» (σ. 237). Αξίζει να διαβάσει κανείς το βιβλίο μόνο και μόνο για να φτάσει σε αυτήν τη φράση, σε αυτές τις έντεκα λέξεις, και να αναπηδήσει διαβάζοντάς τες. «Είναι φρικτό πράγμα ο θάνατος και ο πατέρας μου πέθαινε. Του έπιασα το χέρι, που τουλάχιστον ακόμα θύμιζε το χέρι του· του χάιδεψα το μέτωπο, που τουλάχιστον θύμιζε ακόμα το μέτωπό του· και του είπα ένα σωρό πράγματα που δεν μπορούσε πια να ακούσει. Ευτυχώς, εκείνο το πρωί δεν του είπα τίποτα που δεν το ήξερε ήδη» (σ. 237-238). Θέλω να φαντάζομαι τον Φίλιπ Ροθ να λέει στον πατέρα του εκείνη την ύστατη ώρα πόσο σπουδαίος ήταν και πόσο τον αγαπάει.

Κάθε γιος είναι και κληρονόμος (βλ. σ. 106). Εκείνο όμως που έχει σημασία είναι τι κληρονομεί από τον πατέρα, τι έχει να δώσει ο πατέρας και τι είναι ικανός να παραλάβει ο γιος. Ο Φίλιπ Ροθ ζητάει και παίρνει από τον πατέρα του τη λίστα με τις ερωτήσεις στον γιατρό, γραμμένη με τα δικά του κολλυβογράμματα, και το κύπελλο ξυρίσματος του παππού του Σέντερ Ροθ, για να τον συνδέει με τον πατέρα του πατέρα του. Οσο και αν έχουν κι αυτά τη σημασία τους, άλλη είναι η καθαυτό πατρική κληρονομιά. Η σχέση του γιου με τον πατέρα τώρα στο τέλος αρχίζει να ξαναγίνεται αισθησιακά απτή, ο γιος δεν αηδιάζει κρατώντας τη μασέλα του πατέρα του στα χέρια, αλλά νιώθει αντίθετα υπέρτατη ικανοποίηση (σ. 154). Ο Φίλιπ Ροθ είναι έτοιμος πια να δεχτεί και να παραλάβει την πατρική κληρονομιά.

Ο Χέρμαν Ροθ θα αναγκαστεί να κάνει ένα κανονικό χειρουργείο, προκειμένου να γίνει βιοψία. Μία από τις μετεγχειρητικές παρενέργειες είναι ότι δεν μπορεί να ενεργηθεί. Υστερα από τέσσερις-πέντε ημέρες, θα συμβεί αυτό που ήθελε με κάθε τρόπο να αποφύγει: «Αφόδευσα πάνω μου», θα πει συντετριμμένος και κλαίγοντας στον γιο του. Νιώθει ταπεινωμένος και θέλει να μην το μάθει κανείς άλλος. Ο γιος θα καθαρίσει την τουαλέτα και τον πατέρα, και θα τον οδηγήσει στο κρεβάτι του για να ξεκουραστεί. Εχει λερωθεί και ο ίδιος.

Η εβραϊκότητα χωρίς Τορά, αλλά ως οικογενειακή ιστορία

«Πατώντας στις μύτες ξαναπήγα στο δωμάτιό του, όπου κοιμόταν, ακόμα ανέπνεε, ακόμα ζούσε, ακόμα ήταν κοντά μου – είχε ξεπεράσει άλλη μια δοκιμασία, αυτός ο άνθρωπος που μια ζωή τον ήξερα ως πατέρα μου. Ενιωθα απαίσια για την ηρωική, την απελπισμένη μάχη που έδωσε για να καθαριστεί πριν φτάσω εγώ στο μπάνιο, και για την ντροπή, την ταπείνωση που θα ένιωσε· κι ωστόσο τώρα που είχαν τελειώσει όλα κι εκείνος κοιμόταν βαθιά, σκεφτόμουν πως δεν θα μπορούσα να είχα ζητήσει τίποτε περισσότερο απ’ αυτόν πριν πεθάνει – ήταν κι αυτό σωστό, ήταν όπως έπρεπε να είναι. Καθαρίζεις τα σκατά του πατέρα σου γιατί πρέπει να καθαριστούν, αλλά μετά το καθάρισμα, όλα όσα μπορεί κανείς να νιώσει, τα νιώθεις με έναν τρόπο ασύγκριτο. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το συνειδητοποιούσα: άπαξ και παρακάμψεις την αηδία και αγνοήσεις την αναγούλα και υπερπηδήσεις όλες εκείνες τις φοβίες που έχουν γιγαντωθεί σαν ταμπού, ανακαλύπτεις ένα ολόκληρο απόθεμα ζωής που μπορείς να αγαπήσεις» (σ. 177).

Και λίγο παρακάτω συμπερασματικά: «Να [υπογραμμίζει ο συγγραφέας], λοιπόν ποια ήταν η κληρονομιά μου από τον πατέρα μου. Κι όχι επειδή το καθάρισμα είχε κάτι συμβολικό, αλλά ακριβώς επειδή δεν είχε, επειδή δεν ήταν τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο από τη συγκεκριμένη βιωμένη πραγματικότητα. Αυτή ήταν η κληρονομιά από τον πατέρα μου: ούτε τα λεφτά ούτε τα τεφιλίν ούτε το κύπελλο ξυρίσματος, αλλά τα σκατά» (σ. 178).

Ιδια ακριβώς με αυτή τη βιωμένη πραγματικότητα του σκατοσκουπίσματος του πατέρα είναι και η εβραϊκότητα του Φίλιπ Ροθ.

Ούτε Τορά ούτε Ταλμούδ, αλλά η βιωμένη πραγματικότητα της οικογένειας και του Νιούαρκ. Η εβραϊκότητα του Ροθ δεν ορίζεται από την πίστη στον Θεό ή την τήρηση των Εντολών, αλλά από την οικογενειακή ιστορία του και τη ζωή στο Νιούαρκ.

Ο εβραϊσμός είναι ο κόσμος του. Τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο. Δεν υπήρχε πράγματι άλλη επιλογή για τον Ροθ παρά να μιλήσει για Εβραίους («Διαβάζοντας τον εαυτό μου και άλλους», σ. 268), αν ήθελε να οικοδομήσει έναν μυθοπλαστικό κόσμο που να είναι αληθινός, δηλαδή να έχει καθολική σημασία.


Ο Μπαράκ Ομπάμα απονέμει στον Φίλιπ Ροθ το Εθνικό Μετάλλιο Ανθρωπιστικών Επιστημών σε εκδήλωση στον Λευκό Οίκο το 2011. Φωτογραφία αρχείου.

Η αμερικανικότητά του

Η τέτοιας λογής εβραϊκότητα του Ροθ δεν μπορεί να διαφέρει σε τίποτε από την αμερικανικότητά του:

«Η πραγματική δουλειά, αυτή η αόρατη, τεράστια δουλειά που έκανε [ο πατέρας μου] σ’ όλη του τη ζωή, όπως και ολόκληρη εκείνη η γενιά Εβραίων, ήταν πως έγιναν Αμερικάνοι. Οι καλύτεροι [υπογραμμίζει ο συγγραφέας] πολίτες. Η Ευρώπη τελείωσε με τον πατέρα μου» (σ. 127).

Ο Φίλιπ Ροθ γίνεται Αμερικανός όχι μέσα από ιδέες και συναισθήματα, αλλά μέσω της βιωμένης πραγματικότητας του μπέιζμπολ.

Ο Ροθ δεν απέκτησε ίσως ποτέ δικά του τεφιλίν, φυλακτήρια. Το γάντι του μπέιζμπολ είναι γι’ αυτόν ό,τι ήταν τα φυλακτήρια για τον παππού του («Τα γεγονότα», σ. 48).

Φυλακτήρια είχε και ο Χέρμαν Ροθ, από τα οποία φρόντισε να απαλλαγεί όσο ζούσε. Τα έβαλε σε μια χαρτοσακούλα και τα άφησε μια μέρα στα αποδυτήρια της πισίνας της Αδελφότητας, μέσα σε ένα ντουλάπι.

«Ναι, στα αποδυτήρια της Αδελφότητας, εκεί όπου όλοι τους γδύνονταν και ίδρωναν και βρωμοκοπούσαν, εκεί όπου ως άνδρες μεταξύ ανδρών, εξοικειωμένοι με την κάθε κόγχη και σχισμή των ταλαιπωρημένων, γέρικων κορμιών τους, κουβέντιαζαν κι έλεγαν τα βρώμικα καλαμπούρια τους και όπου παλιά, μια φορά κι έναν καιρό, έκλειναν και τις δουλειές τους – να ποιος ήταν ο ναός τους, ο τόπος όπου παρέμεναν Εβραίοι» (σ. 97).

Να ποιος είναι ο τρόπος του Φίλιπ Ροθ να παραμένει Εβραίος! Χωρίς κανέναν αγγελισμό, χωρίς καμιά εξιδανίκευση ή εξαΰλωση.

Η υπέρβαση

Η «Πατρική κληρονομιά» φωτίζει και αυτή, με το δικό της φως, την εβραϊκότητα του Ροθ, αλλά και την υπερβαίνει. Υπερβαίνει ακόμη και τη σχέση πατέρα - γιου, καθώς δεν προορίζεται προφανώς να διαβάζεται μόνο από άντρες αναγνώστες. Τα υπερβαίνει και τα δύο, γιατί εκείνο που κυρίως φωτίζει, με τρόπο μοναδικό, είναι η θνητότητα, και πιο συγκεκριμένα η δύσκολη δουλειά να πεθαίνεις.

Οι παραπομπές στα έργα του Ροθ γίνονται όλες στις εκδόσεις Πόλις. Οπου σημειώνεται μόνο σελιδάριθμος, χωρίς άλλη ένδειξη, η παραπομπή γίνεται στην «Πατρική κληρονομιά».

​Το κείμενο βασίζεται σε ομιλία του Σταύρου Ζουμπουλάκη που δόθηκε στο Μουσείο Μπενάκη στις 26 Νοεμβρίου 2018 και σε εκδήλωση του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ