Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Αυτόχθονες έριδες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

​​Βρισκόμαστε στις πρώτες ημέρες μιας χρονιάς που προμηνύεται ταραχώδης και σημαδιακή. Οσο καθυστερεί η προεκλογική περίοδος, τόσο θα εντείνεται η πόλωση. Αλλά και μετά τις εκλογές θα βρεθούμε σε περίοδο παρατεταμένης αναμπουμπούλας, καθώς νικητές και ηττημένοι θα συνεχίσουν τη διαμάχη τους αλλιώς. Τέτοιες στιγμές είναι καλό να θυμόμαστε πώς ήταν τα πράγματα πριν από λίγα χρόνια· να διερευνήσουμε γιατί υπάρχει τέτοια ένταση μεταξύ μας και εάν μπορούμε να επιστρέψουμε σε μια εποχή μεγαλύτερης συναίνεσης – εάν τέτοια υπήρξε ποτέ.

Τι σημαίνει να είναι κανείς Ελληνας; Ως παιδί της Διασποράς, για εμένα Ελληνες ήταν οι συγγενείς και φίλοι (στα απόμακρα μέρη της Γης, για ένα παιδί όλοι οι Ελληνες είναι «θείοι» και «θείες»), η γλώσσα και η Εκκλησία. Η γλώσσα με την οποία επικοινωνούσαμε στο σπίτι μάς καθιστούσε «διαφορετικούς» απ’ όλους τους άλλους στην κοινωνία. Η εκκλησία ήταν το σημείο όπου συναντιόμασταν σε γιορτές, σε χαρές και σε λύπες, και σηματοδοτούσε άλλο ένα όριο ανάμεσα σε εμάς και τους άλλους. (Και αν κάποιοι είχαν ενταχθεί στην ντόπια κοινωνία στον βαθμό που να μιλούσαν ελληνικά με δυσκολία, όσο έρχονταν στην εκκλησία παρέμεναν κομμάτι της παροικίας.) Οι συγγενείς, οι φίλοι και δάσκαλοι (όπου υπήρχε κοινοτικό σχολείο) συμπλήρωναν τα στοιχεία της ταυτότητάς μας με διηγήσεις για το χωριό τους στην Ελλάδα, με τα επιτεύγματα των αρχαίων προγόνων και με ιστορίες από τους πολλούς και πάντα ηρωικούς αγώνες των Ελλήνων. Οσο και αν υπήρχαν πολιτικές διαφωνίες μεταξύ των ενήλικων μελών της κοινότητας, για τους μικρούς σταθερό κομμάτι της ταυτότητάς μας ήταν ότι είμαστε Ελληνες και ότι αυτό σήμαινε αγώνας για την ελευθερία και τη δημοκρατία. Οσο μεγαλώναμε, βεβαίως, μαθαίναμε και για τους ξένους –είτε εχθρούς είτε συμμάχους– που, κατά την προσφιλή αφήγηση, πάντα μας εμπόδιζαν ή μας πρόδιδαν.

Κάπως έτσι πρέπει να λειτούργησε η «συγκολλητική» ουσία του ελληνισμού πριν από την Επανάσταση και σε όλη τη διάρκεια της Μεγάλης Ιδέας, έως τη συντριβή του 1922: είμαστε διαφορετικοί από τους άλλους λαούς, καταγόμαστε από σπουδαία φυλή, μας ένωναν η γλώσσα, η θρησκεία και το όραμα να επανακτήσουμε όσα μας πήραν οι Τούρκοι πριν από 500 χρόνια. Στις κοινότητες των αποδήμων, όμως, υπήρχε μια πολύπλοκη αίσθηση της ανάγκης συνύπαρξης με άλλους λαούς. Γνωρίζαμε ότι δεν είμαστε μόνο εμείς οι Ελληνες στον κόσμο, ότι άλλοι μας ανέχονταν στην πατρίδα τους, ότι όλοι οι λαοί είχαν τα δικά τους καλά και τις δικές τους δυσκολίες. Για τους Ελληνες της Διασποράς, η διαμάχη μεταξύ αυτοχθόνων και ετεροχθόνων που βασάνιζε το νεοσύστατο κράτος των Ελλήνων είχε άλλη σημασία: και στην ξενιτιά και στην Ελλάδα ήταν ετερόχθονες. Στην Ελλάδα, όμως, είχαν την αίσθηση ότι βρίσκονταν στην πατρίδα, μεταξύ φίλων, συγγενών, συντοπιτών (όπως και αν τους έβλεπαν οι «αυτόχθονες»).

Στην Ελλάδα, με την κρίση, η «συγκολλητική» ουσία της μεταπολίτευσης –η απέχθεια προς τη δικτατορία, η ανάγκη για ενότητα εναντίον της Τουρκίας, η ευημερία των χρόνων της ένταξης στην ΕΟΚ– άρχισε να αδρανεί. Η Ελλαδίτες απέκτησαν την ποιότητα ζωής των Ελλήνων των πιο προηγμένων χωρών, χωρίς να υποστούν τη δοκιμασία του να είναι ετερόχθονες και χωρίς να μάθουν την τέχνη της συνύπαρξης και του συμβιβασμού. Εμαθαν να μιλούν για ανοχή χωρίς να δοκιμάζονται στην πράξη. Εδώ η γλώσσα και η θρησκεία είναι δεδομένες: ούτε μας ενώνουν ούτε μας χωρίζουν. Ετσι, με τη νέα στέρηση και την οργή, επανακάμπτουν διαχωριστικές γραμμές που βασίζονται στο προσωπικό συμφέρον, σε ρομαντικές αντιλήψεις περί ιδεολογικών διαφορών, στο θυμικό μας. Χωρίς ουσιαστικές διαφορές, επικεντρωνόμαστε στο χάσμα μεταξύ μας. Τρωγόμαστε σε ανόητες έριδες, πιστεύοντας ότι νικώντας ο ένας τον άλλον νικούμε τους πάντες. Οσοι, όμως, επενδύουν στην ένταση θα χρεωθούν την ήττα που φέρνει η έλλειψη συναίνεσης και ενότητας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ