ΜΟΥΣΙΚΗ

Επιτυχημένη Συμφωνία «του Λένινγκραντ» από την Κρατική

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Σε όλο το έργο ο Μπέερμαν ήλεγχε πολύ καλά την τεράστια ορχήστρα η οποία κατελάμβανε όλα τα επίπεδα της αίθουσας «Φίλων της Μουσικής».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η διαφορά φάνηκε από τις πρώτες νότες της Συμφωνίας «του Λένινγκραντ»: στις 7 Δεκεμβρίου στην αίθουσα «Φίλων της Μουσικής» τα έγχορδα της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών δεν υπήρξαν μόνο συντονισμένα, αλλά παρήγαγαν επίσης έναν ήχο μεστό και ομοιογενή. Ο Γερμανός αρχιμουσικός Φρανκ Μπέερμαν, ο οποίος ακριβώς πριν από έναν χρόνο άφησε μέτριες εντυπώσεις διευθύνοντας έργα Μπετόβεν και Ρ. Στράους («Κ» 21.1.18), αποδείχθηκε πολύ πιο αποτελεσματικός στη δημοφιλή Εβδομη Συμφωνία του Ντμίτρι Σοστακόβιτς.

Κρίσιμο στοιχείο της επιτυχίας υπήρξε το γεγονός ότι σε όλη τη διάρκεια του εκτενέστατου έργου ο Μπέερμαν ήλεγχε πολύ καλά την τεράστια ορχήστρα, η οποία κατελάμβανε όλα τα επίπεδα της αίθουσας «Φίλων της Μουσικής». Ακόμα και το ενορχηστρωμένο «χάος» που έρχεται στην κορύφωση του περίφημου εμβατηρίου στο πρώτο μέρος της Συμφωνίας, αποδίδοντας όσα επικράτησαν μετά την άφιξη των εισβολέων ναζί και την επίθεσή τους στο Λένινγκραντ, ήταν ελεγχόμενο και συντονισμένο, επιτρέποντας στον ακροατή να παρακολουθήσει τα μουσικά θέματα του εμβατηρίου και τη δραματουργία, όπως την εξελίσσει ο συνθέτης.

Βεβαίως, ο Μπέερμαν είχε στη διάθεσή του τα πολύ καλά ξύλινα της Κρατικής, τη Χρυσή Πιλαφτσή, (φλάουτο), τον Φρανκ-Γκέοργκ Γιάρκε (πίκολο), τον Γιάννη Οικονόμου (όμποε), τη Χριστίνα Παντελίδου (αγγλικό κόρνο), τον Σπύρο Μουρίκη (κλαρινέτο) και τον Αλέξανδρο Οικονόμου (φαγκότο), ο οποίος υπήρξε εξαιρετικός στο σόλο του προς το τέλος του πρώτου μέρους της Συμφωνίας.

Ισως ακόμα πιο ευχάριστη έκπληξη ήταν η ποιότητα του ήχου των εγχόρδων, ο οποίος στα χαμηλόφωνα μεσαία μέρη διέθετε ταυτόχρονα όγκο και διαφάνεια, όπως ακριβώς χρειάζεται προκειμένου να δημιουργηθεί η ατμόσφαιρα τρόμου την οποία επιδιώκει ο Σοστακόβιτς. Τέλος, παρά τη μεγάλη διάρκεια της Συμφωνίας η ορχήστρα δεν έδειξε σημεία κόπωσης και περίπου μιάμιση ώρα αργότερα έφτασε στο μεγαλόπρεπο φινάλε με πλήρεις τις δυνάμεις της.

Η αρχή της βραδιάς δεν προϊδέαζε για κάτι παρόμοιο. Το Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 24 του Μότσαρτ (Κ. 491) που δόθηκε στο πρώτο μέρος, παρέμεινε συνολικά κάτω των προσδοκιών, κυρίως επειδή η ερμηνεία του ήταν εμφανώς λιγότερο προετοιμασμένη, με αποτέλεσμα να παραμείνει άχρωμη και αδιάφορη. Ούτε ο σολίστ Γιώργος-Εμμανουήλ Λαζαρίδης, ούτε η ορχήστρα υπό τον Μπέερμαν φάνηκαν να ενδιαφέρονται για κάτι περισσότερο από μια αξιοπρεπή ανάγνωση χωρίς «λάθη». Δεν διέκρινε κανείς ιδιαίτερη φροντίδα για τον σχηματισμό των φράσεων, για την ανάδειξη της ευγένειας της μουσικής ή του διαλόγου ανάμεσα στα μουσικά θέματα, σε αυτό που αρκετοί θεωρούν ως το σημαντικότερο Κοντσέρτο για πιάνο του Μότσαρτ. Ακόμα και τα ξύλινα πνευστά, που στο συγκεκριμένο έργο έχουν δεσπόζουσα θέση, παρέμειναν χλωμά στο παρασκήνιο, ίσως λόγω και του πλήθους των εγχόρδων. Κρατά κανείς στη μνήμη το πάντα καθαρό και ευχάριστα διαυγές παίξιμο του Λαζαρίδη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ