Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Aπό την «Αναπαράσταση» στον «Κυνόδοντα»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Σ​​τις 24 Ιανουαρίου του 2012 ο Θόδωρος Αγγελόπουλος έφυγε εντελώς αναπάντεχα από τη ζωή εν μέσω γυρίσματος, από σοβαρό τραυματισμό, στη Δραπετσώνα. Σε έναν μήνα από τώρα, την Κυριακή 24 Φεβρουαρίου, θα ξέρουμε πόσα Οσκαρ θα αποσπάσει τελικά «Η Eυνοούμενη» του Γιώργου Λάνθιμου, στην 91η τελετή απονομής των βραβείων. Το «Favourite» συγκέντρωσε συνολικά 10 υποψηφιότητες, στη μία από τις οποίες διαγωνίζεται ο ίδιος ο Γιώργος Λάνθιμος για το Οσκαρ σκηνοθεσίας.

Ο ένας, πολυβραβευμένος και διεθνής, απήλθε, ο άλλος, βραβευμένος ήδη, εισήλθε με μεγάλη φόρα στη διεθνή κινηματογραφική κοινότητα, από την εποχή του «Κυνόδοντα» (2009), εγκαινιάζοντας το «weird wave of Greek cinema» («αλλόκοτο κύμα του ελληνικού κινηματογράφου»). Η «Αναπαράσταση» (1970) του Θόδωρου Αγγελόπουλου αποτέλεσε, σε μια άλλη εποχή, τη ληξιαρχική πράξη γέννησης του νέου ελληνικού κινηματογράφου.

Από το 1970 στο 2009, η Ελλάδα και ο κινηματογράφος της έχουν κάνει πολλές διαδρομές. Δεν είναι η πρώτη φορά που βάζω δίπλα δίπλα τους δύο σκηνοθέτες. Το επιχείρησα και σε ένα παλαιότερο σχόλιό μου με τίτλο «Από τον Αγγελόπουλο στον Λάνθιμο και αντίστροφα» (24/5/2015).

Ποια είναι η Ελλάδα της «Αναπαράστασης» και ποια του «Κυνόδοντα»; Πώς καταγράφονται η ελληνική επαρχία, η εξουθενωτική πίεση από το φτωχό βιοτικό επίπεδο στο ρημαγμένο χωριό της Ηπείρου, από τη μια, και η καθημερινότητα σε ένα σπίτι αποκλεισμένο από την πραγματικότητα, από την άλλη; Η πενταμελής οικογένεια του «Κυνόδοντα» έχει μια «ξεχωριστή» εικόνα του κόσμου. Για την ακρίβεια, τα παιδιά δεν έχουν καμία. Ζουν σε συνθήκες ενός «πειράματος» το οποίο έχουν αποφασίσει οι γονείς τους γι’ αυτά.

Η κοσμοθεωρία του Γ. Λάνθιμου έχει ως βάση τη μικροαστική-μεσοαστική Ελλάδα, στην αισθητική και στη συμπεριφορά, την οποία όμως μετασχηματίζει μέσα από τις εικόνες του σε έναν τόπο – αλλού. «Μαμά, βρήκα δύο ζόμπι μικρά. Να στα φέρω;», ρωτάει η κόρη, βλέποντας στον κήπο της έπαυλης δύο κίτρινα λουλούδια. Θαυμάζει μια καραμπίνα (πολύ όμορφο λευκό πουλί) και στο οικογενειακό τραπέζι ζητεί το τηλέφωνο (δηλαδή το αλατοπίπερο). Ο πατέρας μπαίνει με ψαροντούφεκο στην πισίνα για να πιάσει τα ψάρια, τα οποία τοποθέτησε πριν από λίγο. Τα τρία παιδιά (δύο κορίτσια, ένα αγόρι) νομίζουν ότι τα αεροπλάνα είναι παιχνίδια που θα προσγειωθούν στην αυλή τους.

Τρία είναι τα πρόσωπα που απασχολούν τον Θόδωρο Αγγελόπουλο στην «Αναπαράσταση»: ο σύζυγος, η γυναίκα και ο εραστής. Η δική τους αλλοτρίωση αποτυπώνεται και στο περιβάλλον. Το χωριό Τυμφαία της Ηπείρου (όπου επιστρέφει ο μετανάστης από τη Γερμανία, για να δολοφονηθεί λίγες μέρες αργότερα από τη σύζυγο και τον εραστή της – το πτώμα θάβεται στον κήπο) αποτελείται από μια χούφτα πέτρινα σπίτια, με λιγοστούς κατοίκους, γέρους, γυναίκες και μικρά παιδιά. Μια έρημη και τραχιά περιοχή, αποδεκατισμένη από χρόνια μετανάστευσης. Ο χώρος προσδιορισμένος από τις συντεταγμένες ενός καθορισμένου χρόνου (δικτατορία). Αυστηρός ρεαλισμός και αποστασιοποίηση.

Και οι δύο δημιουργοί, ο καθένας με το ύφος του, απολύτως προσωπικό και ιδιόμορφο, «κουβαλούν» τη δική τους Ελλάδα. Μεγάλωσαν, καθένας, σε διαφορετική Ελλάδα. Oμως και οι δύο εκφράζουν, με τον τρόπο τους και την εξάρτυσή τους, την κρίση ενός μεταβατικού κόσμου.

Η «Αναπαράσταση» και ο «Κυνόδοντας» σε μια νοητή, παράλληλη, προβολή, δηλώνουν πολλά για εμάς, για τις παθογένειες και τον εγκλεισμό μας. Μπορεί οι κινηματογραφικές γραφές τους να μην είναι καθόλου συγκρίσιμες, όμως ο τόπος που κλείνουν μέσα τους είναι ο «τόπος» μας. Η ανθρώπινη συνείδηση είναι ένας κλειστός χώρος, όπως και η συμπεριφορά των προσώπων, η βία, η ερμηνεία των πράξεων. Η κοινωνία που περιβάλλει το ζεύγος των εραστών ή την πενταμελή οικογένεια σε συνθήκες πειράματος και απομόνωσης είναι λιγότερο ή περισσότερο απρόσωπη. Είναι όμως «εκεί», έχει διαμορφώσει αντιλήψεις μαζί με ένα βίωμα που διχάζεται ανάμεσα σε μια ενδημική μιζέρια και το όραμα μιας Γης της Επαγγελίας, όπου κι αν αυτή βρίσκεται για τον καθένα από τους ήρωες των δύο ταινιών, για τον καθένα μας. Τα αδιέξοδα γεννούν φιγούρες τραγικές όσο και γκροτέσκες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ