ΜΟΥΣΙΚΗ

Επιτέλους, καλός Μάλερ από την Κρατική

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Ο Στέφανος Τσιαλής απέδωσε με επιτυχία το συγκινησιακό περιεχόμενο του απαιτητικού –124 μουσικοί, δύο μονωδοί, δύο χορωδίες– έργου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Συνολικά επιτυχημένη υπήρξε η απόδοση της απαιτητικής «Συμφωνίας της Αναστάσεως» του Γκούσταβ Μάλερ: το δημοφιλές έργο του Βοημού συνθέτη ερμήνευσε η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στην αίθουσα «Φίλων της Μουσικής» στις 18 Ιανουαρίου. Ο Στέφανος Τσιαλής, αρχιμουσικός και καλλιτεχνικός διευθυντής του συνόλου, δεν δάμασε απλώς τις αναγκαίες κολοσσιαίες δυνάμεις –124 μουσικούς, δύο μονωδούς και δύο χορωδίες– αλλά απέδωσε με επιτυχία το συγκινησιακό περιεχόμενο του έργου. Η δε ορχήστρα ανταποκρίθηκε γενικώς ικανοποιητικά, ειδικά στα πολλά εκτεθειμένα σολιστικά μέρη. Μόνη εξαίρεση υπήρξε ο εξάρχοντάς της Δημήτρης Σέμσης, ο οποίος εκτροχίασε δύο από τα χαρακτηριστικότερα. Ζητούμενο εξακολουθεί να είναι στα έγχορδα ένας ήχος περισσότερο ευγενής, στοιχείο απαραίτητο ειδικά στο συγκεκριμένο έργο. Πάγιο πρόβλημα παραμένει, επίσης, ο καλύτερος συντονισμός των εγχόρδων στις ζωηρές φράσεις, στη συγκεκριμένη περίπτωση στο πρώτο μέρος της Συμφωνίας, κάτι που θα επιτύγχαναν ενδεχομένως περισσότερες και πιο επίμονες δοκιμές. Με αυτές τις επιφυλάξεις, η απόδοση του έργου μπορεί να θεωρηθεί θετική και η ένταξή του στον προγραμματισμό μονάχα κέρδος για κοινό και μουσικούς.

Στο πρώτο μέρος, το οποίο κατά τον Μάλερ αποδίδει το τελετουργικό μιας κηδείας, οι αδυναμίες έγιναν περισσότερο αισθητές. Κυρίως η έλλειψη ενός ομοιογενούς, μεστού και πάνω απ’ όλα αισθητικά ωραίου ήχου στα έγχορδα περιόρισε την εκφραστική παλέτα της ορχήστρας στα βασικά και στέρησε διαστάσεις από την απόδοση των αποχρώσεων του συναισθήματος. Παρ’ όλα αυτά, ο Τσιαλής ανέδειξε τη δραματουργία της μουσικής χάρη στη σαφή άρθρωση των κύριων και δευτερευόντων μουσικών θεμάτων, στην επιλογή των κατάλληλων ταχυτήτων αλλά και των στάσεων ανάμεσα στις μουσικές παραγράφους, καθώς επίσης μέσα από τις διαβαθμίσεις δυναμικής, οι οποίες προσέθεταν κίνηση και παλμό, όπως εναλλάσσονταν αντανακλώντας τις μεταβολές συγκινησιακής θερμοκρασίας του μουσικού κειμένου.

Περισσότερο ξάφνιασε η επιτυχημένη απόδοση στο δεύτερο και στο τρίτο μέρος του έργου, τα οποία λόγω του τρυφερού τους χαρακτήρα και της πιο ανάλαφρης διάθεσης, προσπερνιούνται συχνά δίχως πολλή σκέψη. Ο Τσιαλής βρήκε κυρίως την κατάλληλη ταχύτητα, όχι πολύ αργά ούτε πολύ ζωηρά, ώστε να εξασφαλίσει ότι το νοσταλγικό τους λίκνισμα θα εκτυλιχθεί γοητευτικά ανεμπόδιστο.

Στο τέταρτο μέρος, το περίφημο τραγούδι «Αρχέγονο φως» απέδωσε εκφραστικά με την εξαιρετικά πλούσια, πολυτελή φωνή της η Φινλανδή μεσόφωνος Λίλι Παασικίβι. Στο τελευταίο μέρος προστέθηκε η υψίφωνος Αλεξάντρα Στάινερ, με ισχυρή και τονικά ακριβή φωνή. Καλά προετοιμασμένες ήταν γενικά οι σολιστικές συνεισφορές των μουσικών της ορχήστρας όπως επίσης οι εκτός σκηνής μουσικές, συνεισφέροντας θετικά στο αποτέλεσμα. Ομοια, η Χορωδία της ΕΡΤ και η Μεικτή Δημοτική Χορωδία Αθηνών συνέβαλαν στο αποθεωτικό φινάλε έστω και σε λιγότερο κατανοητά γερμανικά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ