ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Ετσι τους βρήκανε στο ύψωμα οι Ιταλοί. 731 μέτρα πάνω από τη γη. 731 μέτρα πάνω από τον Αδη. Ούτε φωτιά ούτε τσιγάρο. Τις θέσεις δεν τις άφηναν. Επρεπε να κρατήσουν. Μια χούφτα φαντάσματα. Επρεπε να κρατήσουν το ύψωμα. Αθλιοι. Κουρελήδες. Ξεχασμένοι απ’ το Θεό. Αν τους έβλεπες, έλεγες τι διάολο είναι αυτοί; Χτικιά ή άνθρωποι; (…) Μάρτιος του 1941. Δεκαπέντε χιλιάδες ιταλικά αυτοκίνητα, 83.000 μεταγωγικά, 600.000 Ιταλοί στρατιώτες, η αφρόκρεμα τoύ ιταλικού στρατού με μαχητικά, βομβαρδιστικά ήρθαν με τον στρατάρχη τους…».

Ετσι ξεκινάει το «Υψωμα 731», η «μουσικοθεατρική παράσταση για την αξία της ελευθερίας», όπως μας τη συστήνει ο δημιουργός της, σκηνοθέτης και ηθοποιός Αρης Μπινιάρης. Ενα από τα θεατρικά πρόσωπα που μας απασχολούν έντονα τα τελευταία χρόνια, για τον τρόπο που στήνει τα θεάματά του, με τη φόρμα της μουσικής αφήγησης.

Στο θέατρο «Πορεία» ο θεατής έχει απέναντί του τα βασικά όργανα ενός ροκ σχήματος: κιθάρα, τύμπανο και μπάσο. Αλλά αυτή τη φορά οι υποκριτές είναι δύο: Αρης Μπινιάρης, Κωνσταντίνος Σεβδαλής. Μαζί τα Δευτερότριτα ξεδιπλώνουν στη σκηνή, όσα διαδραματίστηκαν πριν από 78 χρόνια στο Υψωμα 731, βόρεια της Κλεισούρας.

Οταν ο ολιγάριθμος, εξαθλιωμένος ελληνικός στρατός νίκησε τον πολυάριθμο στρατό του Μουσολίνι.

«Για μένα η γνώση της Ιστορίας, προσωπικής, κοινωνικής, εθνικής, τοπικής, είναι το όχημα για να συνάψεις σχέσεις, να συστηθείς. Η άγνοια δημιουργεί απομόνωση, ναρκισσισμό, καταστροφή» μου είχε πει τον περασμένο Ιούνιο ο Αρης Μπινιάρης.

Τώρα, λίγες μέρες πριν από την πρεμιέρα, λέει πως θέλει να δείξει ότι εκείνη η νίκη οφείλεται σε απλούς ανθρώπους «που δεν φαντάζουν με ήρωες παραμυθιών». Αντλησε υλικό από εφημερίδες, μαρτυρίες της εποχής, ντοκιμαντέρ όπως αυτό της «Μηχανής του χρόνου». Συνέθεσε το κείμενο και επέστρεψε στη φόρμα της μουσικής αφήγησης. Σκληρή ροκ και ατμοσφαιρική μουσική επί 70 λεπτά δονούν τον λόγο, προκαλώντας την εγρήγορση του κοινού, όπως στις συναυλίες.

«Η ιστορία αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ένα σύμβολο, αρχέτυπο, για να μιλήσω για οποιαδήποτε νίκη μπορεί να πραγματοποιήσει κάποιος στην προσπάθεια του να προασπίσει έναν ζωτικό χώρο είτε αυτός είναι τόπος, σχέση, οτιδήποτε. Φανταστείτε τον χάρτη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου: μια από τις μεγαλύτερες συρράξεις της ανθρωπότητας με πάνω από 30 χώρες εμπλεκόμενες. Χώρες πολύ μεγαλύτερες όπως η Γαλλία, η Πολωνία κ.ά. συνθηκολογούν και παραδίδονται στις δυνάμεις του Αξονα, όμως η Ελλάδα αρνείται να παραδοθεί, συγκρούεται και νικάει τους Ιταλούς. Παραλληλίζοντάς τα με όσα ζούμε σήμερα, συγκινήθηκα βαθιά».

Στη σκιά...

Ο παππούς του Αρη Μπινιάρη πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο αλλά όχι στο Υψωμα 731. Δεν άκουσε τις ιστορίες απ’ αυτόν, «ίσως γιατί η γενιά του αποσιώπησε πολλά πράγματα. Νομίζω ότι η γερμανική κατοχή και ο εμφύλιος επισκίασαν όσα συνέβησαν την περίοδο 1940-1941. Πέντε χρόνια με παιδεύει η ιστορία του Υψώματος 731. Υπάρχει μια αντιστοιχία με όσα συμβαίνουν σήμερα στον κόσμο αλλά και μια άγνοια για αυτά τα ζητήματα», λέει ο 38χρονος σκηνοθέτης που θεωρεί ότι «η Ιστορία υπάρχει από τη στιγμή που ασχολείσαι μαζί της».


«Χώρες όπως η Γαλλία κ.ά. παραδίδονται στις δυνάμεις του Αξονα, όμως η μικρή Ελλάδα αρνείται να παραδοθεί, συγκρούεται και νικάει τους Ιταλούς. Παραλληλίζοντάς τα με όσα ζούμε σήμερα, συγκινήθηκα βαθιά», λέει ο Αρης Μπινιάρης (δεξιά).

Η παράσταση εστιάζει στα βασικά γεγονότα. Την εικόνα των δύο στρατών. Από τη μια οι Ελληνες φαντάροι, χωρίς εξοπλισμό και οπλισμό, νηστικοί με σκισμένα ρούχα, μέσα στην ψείρα και από την άλλη πλευρά παρατεταγμένος ο καλοζωισμένος ιταλικός στρατός. Η αντιστοιχία των δυνάμεων ήταν ένα προς τρία υπέρ των Ιταλών. «Ο Μουσολίνι, παραγκωνισμένος από τον Χίτλερ και θέλοντας να αποδείξει ότι αξίζει, πίστευε ότι θα καταλάβει την Ελλάδα σε λίγες ημέρες. Πήγε στην πρώτη γραμμή για να επιβλέψει τη μάχη. Από την άλλη πλευρά, ήταν αγρότες και βοσκοί από τη Θεσσαλία, 19χρονοι από τα Τρίκαλα, την Καρδίτσα, το Μέτσοβο. Παρουσιάζω την εικόνα τους πριν από τη μάχη ενώ ακούγεται μια συρραφή λόγων του Μουσολίνι για να φανεί το ιδεολογικό υπόβαθρο της Ιταλίας. Ακολουθεί η περιγραφή των βομβαρδισμών και το “θάψιμο” των Ελλήνων στη γη προκειμένου να γλιτώσουν από τις βόμβες. Εχει στοιχεία αρχαίου ελληνικού πολιτισμού η επάνοδός τους, η νίκη τους και η υποχώρηση του Μουσολίνι από το μέτωπο. Η κάθοδος και η άνοδος των Ελλήνων στον λόφο, το θάψιμο σ’ αυτό το ύψωμα είναι για μένα όλη η Ιστορία. Η κατάβαση στη μάνα γη και στον Αδη για να επιστρέψεις αναγεννημένος και νικητής».

Το Υψωμα 731 μετά τους βομβαρδισμούς χαμήλωσε κατά πέντε μέτρα και έγινε 726 πια.

«Πρέπει να δούμε τι τους έδωσε δύναμη», λέει ο Αρης Μπινιάρης σαν γυρίζουμε τη συζήτηση στο σήμερα. «Ασχέτως ιδεολογίας πρέπει να ξανακοιτάξουμε την Ιστορία. Η γενιά μου και οι νεότερες έχουμε χρέος να δούμε τι συνέβη για να καταλάβουμε. Υπάρχει μια σκιά και μια ενοχή και δεν έχω βρει ακόμη απαντήσεις για το τότε. Η παράσταση αφηγείται τι συνέβη, προφανώς με θαυμασμό».


O ζωγράφος Γιώργος Προκοπίου στο εργαστήρι του, δουλεύοντας σκηνή επίθεσης από τον πόλεμο στην Aλβανία, πριν ακόμη του δοθεί άδεια για απεικόνιση μαχών στο ίδιο το μέτωπο, όπου και άφησε την τελευταία του πνοή.

Γιος του ηθοποιού Γιώργου Μπινιάρη, ο Αρης στον χώρο μπήκε κάπως παράδοξα το 2003 κάνοντας θέατρο δρόμου. Περιπλανήσεις με ξυλοπόδαρα, ζογκλερικά, «η γοητεία της γυροβολιάς» και του απροσδόκητου, ταξίδια σε όλη την Ελλάδα και στην Κύπρο, γράφοντας κείμενα, μουσική, σκηνοθετώντας. Τρία χρόνια περιπέτειας και μαθητείας, αφού δεν πήγε σε δραματική σχολή.

Θέαμα και ακρόαμα

Ο ρυθμός και ο παλμός καθορίζουν τις παραστάσεις του. Κάνει θέατρο με όχημα τη μουσική όπως έδειξε στο «Θείο Τραγί» ή «Το ’21». Οι «Πέρσες» είχαν τη ρυθμική αφήγηση του ραπ. «Αντιμετωπίζω μια παράσταση σαν θέαμα και ακρόαμα» λέει ο ίδιος, ενώ οι συνεργάτες του δεν ξαφνιάζονται σαν τον βλέπουν να κλείνει τα μάτια στις πρόβες για να «ακούσει» τη ροή. «Αυτό που βλέπει ο θεατής πρέπει να είναι συνδεδεμένο με αυτό που ακούει και προσλαμβάνει με το σώμα του».

Τον ρωτάω για το διάλειμμα που έκανε δουλεύοντας ως ψήστης σε φούρνο, ηλεκτρολόγος κ.ά. «Αισθανόμουν ότι το “Θείο Τραγί” δεν είχε τελειώσει και όντως παιζόταν έως το 2017. Δεν ήθελα να φτιάξω μία άλλη παράσταση, ούτε να πάω σε ένα παιδικό, οπότε έπρεπε να λύσω το οικονομικό μου πρόβλημα». Τι έμαθε; «Νομίζω πως ένα παιδί που τελειώνει μια δραματική σχολή πρέπει δύο χρόνια να δουλέψει στον ιδιωτικό τομέα για να υπάρχει μια ευγνωμοσύνη στη συνέχεια, σε σχέση με το θέατρο. Εμαθα τον σεβασμό, τη διαχείριση του χρόνου, το αλισβερίσι με ανθρώπους που δεν φανταζόμουν, ότι η δουλειά αντιμετωπίζεται ως δουλειά και όχι ως χώρος ψυχοθεραπείας, ότι υπάρχει συνέπεια, ωράρια, οργάνωση, ότι εκεί δεν μπορείς να κοροϊδέψεις κανέναν, δεν το περνάς σαν άποψη».

Τι τον ενοχλεί

Τον Οκτώβριο θα παρουσιάσει στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά τον «Χορό της φωτιάς», παράσταση για τον ποντιακό πολιτισμό πριν από τη γενοκτονία. Μεγάλος θίασος με τους Χρήστο Λούλη, Ιωάννα Παππά, νέα παιδιά, μουσικές του Φώτη Σιώτα. Η θέση του για την υπερπροσφορά στο θέατρο; «Το θέμα είναι πού θα οδηγηθεί», απαντά. «Οπως όλη η χώρα, έτσι και το θέατρο ψάχνει να βρει τον εαυτό του».

Τι τον ενοχλεί στο σήμερα; «Με ενοχλεί και με φοβίζει που στο όνομα της δημοκρατίας λαμβάνονται οι πιο τρομακτικές αποφάσεις. Με ενοχλεί η επίφαση της προοδευτικότητας και δημοκρατικότητας. Πρέπει να ξανακοιτάξουμε το παρελθόν, να ξαναδούμε τους μύθους που φτιάξαμε κι εκείνους που μας πέρασαν οι γονείς μας και τους μεταφέρουμε άκριτα. Πολλοί ζούμε με φαντάσματα. Χρειαζόμαστε μια απομυθοποίηση για να απελευθερωθούμε, για να συνυπάρξουμε και πάλι».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ