ΒΙΒΛΙΟ

Στα χρόνια της μεγάλης ξηρασίας

ΜΑΡΩ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ

Η Μεγάλη Ξηρασία διήρκεσε από το 2003 έως το 2012, καταστρέφοντας την ενδοχώρα της Αυστραλίας. Σε αυτή την αποπνικτική ατμόσφαιρα που τρελαίνει τους ανθρώπους στήνει το σκηνικό του βιβλίου της η Τζέιν Χάρπερ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

JANE HARPER
Η Ξηρασία
μτφρ. Χίλντα Παπαδημητρίου
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 417

Η δημοσιογράφος Καμίλ Πρίκερ επιστρέφει στη μικρή γενέθλια πόλη, το Γουίντ Γκαπ του Μισούρι, παρά τη θέλησή της. Ομως, δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Ο αστυνομικός Αρον Φαλκ επιστρέφει στην Κιβάρα, μια αγροτική κοινότητα της νοτιοανατολικής Αυστραλίας κοντά στη Μελβούρνη όπου μεγάλωσε, επειδή επίσης δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Και στις δύο περιπτώσεις αφορμή για την επιστροφή τους είναι μία σειρά φόνων, που πρέπει να εξιχνιαστούν. Ομως στ’ αλήθεια αυτό δεν θα ήταν καθόλου δική τους δουλειά, αν οι ίδιοι δεν κουβαλούσαν το παρελθόν τους στην πλάτη τους σαν βαρύ φορτίο. Η παιδική ηλικία δεν είναι η πατρίδα της αθωότητας. Ενίοτε είναι ένας λασπότοπος με θαμμένα μυστικά που σκιάζουν την ενήλικη ζωή. Μέχρι να βγουν στο φως και να καθαριστούν.

Η Πρίκερ είναι η λογοτεχνική ηρωίδα της Τζίλαν Φλιν στο πρώτο βιβλίο της «Αιχμηρά αντικείμενα» (2006), που υπήρξε τεράστια εκδοτική επιτυχία – μάλιστα το 2018 έγινε προσαρμογή για μια πολύ καλή τηλεοπτική σειρά από το δίκτυο ΗΒΟ. Η Τζίλιαν Φλιν εργάστηκε επί πολλά χρόνια ως δημοσιογράφος πριν καταπιαστεί με τη συγγραφή αστυνομικών μυθιστορημάτων.

Ως δημοσιογράφος δούλεψε για χρόνια και η Τζέιν Χάρπερ, δημιουργός του Αρον Φαλκ, πριν αποφασίσει να ξεκινήσει διαδικτυακά μαθήματα δημιουργικής γραφής μυθιστορήματος. Με την «Ξηρασία» (2016) έκανε το ντεμπούτο της και ταυτοχρόνως ένα διεθνές μπεστ σέλερ, του οποίου τα δικαιώματα για κινηματογραφική μεταφορά έχουν ήδη αγοραστεί. 

Δεν είναι λίγες οι ομοιότητες ανάμεσα στα δύο αυτά ενδιαφέροντα βιβλία. Θα μπορούσαν, όμως, να θεωρηθούν περιστασιακές, αν τόσο η Φλιν όσο και η Χάρπερ δεν αποφάσιζαν να τοποθετήσουν την ιστορία τους μέσα στο ίδιο πλαίσιο, κι ας πρόκειται για διαφορετικές ηπείρους: το οπισθοδρομικό και ασφυκτικό περιβάλλον μιας μικρής επαρχιακής πόλης. Εδώ, υποστηρίζουν, δοκιμάζονται η αντοχή του ανθρώπου στην αδυναμία και η ανοχή του στην κακία. Ετσι, αντί να απλώνουν την ιστορία τους, τη δουλεύουν μεθοδικά εις βάθος, κρατώντας μεγεθυντικό φακό και νυστέρι.

Η «Ξηρασία» μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Σε μια εποχή κατά την οποία η αγορά βρίθει μυθιστορημάτων με αστυνομική πλοκή και πλήθος δολοφονιών, η εμφάνιση ενός συγγραφέα που δεν αποσκοπεί απλώς στη δημιουργία ενός επιτυχημένου page-turner το οποίο ο αναγνώστης δεν αφήνει από το χέρι του ώσπου να βρεθεί ο ένοχος, είναι είδηση. Οπως και η απομάκρυνση από τα χιονισμένα τοπία του κουρασμένου πλέον Nordic Noir προς θερμότερα κλίματα και πιο πρωτότυπες  λογοτεχνικές ματιές.

«Η Τζέιν Χάρπερ, σε αυτό το πρώτο βιβλίο της, μας συστήνει τον πιο τρομακτικό και αδυσώπητο κατά συρροήν δολοφόνο: τη Μεγάλη Ξηρασία. Χωρίς λογοτεχνικές υπερβολές, περιγράφει το φαινόμενο που διήρκεσε τη δεκαετία 2003-2012 και κατέστρεψε την ενδοχώρα της Αυστραλίας, στήνοντας ένα αποπνικτικό σκηνικό που τρελαίνει τους ανθρώπους», σχολιάζει η μεταφράστρια του βιβλίου και συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων, Χίλντα Παπαδημητρίου. «Ρίχνοντας μελετημένα στην πλοκή το ένα στοιχείο μετά το άλλο, η συγγραφέας δεν αφήνει καμία λεπτομέρεια ανεκμετάλλευτη στη δημιουργία ενός αγωνιώδους αστυνομικού-ψυχολογικού-οικολογικού θρίλερ».

Θυμός και απελπισία

Η Χάρπερ, γεννημένη στο Μάντσεστερ και μεγαλωμένη στη Βικτόρια, προφανώς αγάπησε την Αυστραλία στα χρόνια που έζησε εκεί και επέλεξε να γίνει πατρίδα της. Γι’ αυτό τη γνωρίζει πολύ καλά χωρίς όμως να της χαρίζεται. Σχολιάζει την ντόπια κοινωνία με θάρρος, περιγράφει τις ανθρώπινες σχέσεις με οξυδέρκεια και καταφέρνει να δείξει με καλοδουλεμένες φράσεις και ευφυΐα τον τρόπο που η φύση της αυστραλιανής ηπείρου, με την αγριάδα και τις ιδιαιτερότητές της επηρεάζει τη ζωή όλων.

Μια καυτή ημέρα, σε ένα απομονωμένο αγρόκτημα που το κυκλώνει ξερή γη, οι μύγες βουίζουν ασταμάτητα. «Η ξηρασία αυτού του καλοκαιριού τις έχει κάνει πολύ επιλεκτικές. Αναζητούσαν μάτια ακίνητα και κολλώδεις πληγές αφού οι αγρότες της Κιβάρα αναγκάζονται να σκοτώσουν τα σκελετωμένα τους ζωντανά». Μέσα σε αυτήν τη μικρή πόλη που βράζει από θυμό και απελπισία, «κάτω από ένα ανελέητα φλογερό ουρανό» φτάνει ο Αρον Φαλκ για την κηδεία του παιδικού του φίλου. Είναι αποφασισμένος να επιστρέψει στη Μελβούρνη και στην ασφάλεια των κλιματιστικών μηχανημάτων της πόλης μέσα σε 18 ώρες. Δεν είναι διόλου διατεθειμένος να συμμετάσχει στην έρευνα για την εξιχνίαση αυτού του εγκλήματος. Ισως πραγματικά ο φίλος του να είναι  υπεύθυνος για το τριπλό φονικό που του καταλογίζουν  – άλλος ένας αγρότης που τρελάθηκε. Ή μήπως όχι;  

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ