ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Ντανιέλα Σβάρτσερ στην «Κ»: Η Ευρώπη εξαρτάται από τις ΗΠΑ

ΞΕΝΙΑ ΚΟΥΝΑΛΑΚΗ

«Το ζητούμενο είναι να μην καταστούμε εκβιάσιμοι από τη Μόσχα και το Πεκίνο», λέει στην «Κ» η κ. Ντανιέλα Σβάρτσερ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι σχέσεις των επιμέρους χωρών της Ε.Ε. με τη Ρωσία και την Κίνα θα μπορούσαν να αποτελέσουν την πηγή ενδοκοινοτικών τριβών στο άμεσο μέλλον, εκτιμά η Ντανιέλα Σβάρτσερ, διευθύντρια της Γερμανικής Εταιρείας Εξωτερικής Πολιτικής, σε συνέντευξή της στην «Κ» στο περιθώριο του Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών. «Είναι σαφές ότι ως Ευρωπαίοι εξαρτιόμαστε από τις ΗΠΑ, αλλά ποια πολιτική έναντι της Ρωσίας είναι σήμερα η ενδεδειγμένη; Αντιπαράθεση, ανάσχεση, εκφοβισμός, τι κάνουμε;».

Αυτό είναι κατά τη γνώμη της ένα βασικό ερώτημα, που οφείλει να απαντηθεί στις Βρυξέλλες και θα μπορούσε να πυροδοτήσει την επόμενη κρίση στους κόλπους της Ε.Ε. «Η κεντρική επικεφαλίδα την οποία καλούμαστε να επιλύσουμε είναι πώς μπορεί η Ε.Ε. να μην καταστεί εκβιάσιμη από τη Μόσχα και το Πεκίνο», επισημαίνει και υπενθυμίζει ότι από τη μία η ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία και από την άλλη οι αυξανόμενες κινεζικές επενδύσεις στη Γηραιά Ηπειρο με τελευταίο σταθμό την Ιταλία και τα λιμάνια της χώρας αυξάνουν την επιρροή των δύο χωρών. «Η Ρωσία και οι ΗΠΑ είναι ένα θέμα: ποια θέση λαμβάνουμε όσο κλιμακώνεται η σύγκρουση των μεγάλων δυνάμεων; Πώς προσδιορίζουμε τη στάση μας καθώς επιτείνονται οι απειλές για την ασφάλειά μας μετά και την κατάρρευση της συνθήκης INF για τις πυρηνικές δυνάμεις μέσου βεληνεκούς; Ποιες νέες συμμαχίες οφείλουμε να οικοδομήσουμε;», είναι μερικά από τα υπαρξιακά ερωτήματα που θέτει η Γερμανίδα ειδική σε θέματα ευρωπαϊκών υποθέσεων. Η Σβάρτσερ βρέθηκε στη Σύνοδο για την Ασφάλεια του Μονάχου και παρακολούθησε από κοντά τις αντιφατικές ομιλίες της καγκελαρίου Αγκελα Μέρκελ και του αντιπροέδρου των ΗΠΑ Μάικ Πενς. «Δεν έχουμε την εναλλακτική να πούμε ότι θα αποκλίνουμε από τους Αμερικανούς», τονίζει. «Παρ’ όλα αυτά είναι σημαντικό να ορθώνουμε το ανάστημά μας απέναντι στις ΗΠΑ με αποφασιστικότητα και να ασκούμε κριτική στην πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ, όπου αυτό απαιτείται», συμπληρώνει. «Από τη γερμανική οπτική αυτό συνιστά το πλαίσιο αξιών, που διέπει τις διατλαντικές σχέσεις. Η Μέρκελ το περιέγραψε από την πρώτη στιγμή μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ, υπενθυμίζοντας ότι οι φιλελεύθερες δημοκρατικές αξίες αποτελούν τη βάση για τις διατλαντικές σχέσεις. Το έκανε ξανά στο Μόναχο, επιβεβαιώνοντας αυτόν τον αξιακό κώδικα, στον οποίο θα έπρεπε να συναινούμε με τις ΗΠΑ», αναφέρει η Γερμανίδα πολιτική επιστήμονας.

Η πολιτική της Μέρκελ

Η Σβάρτσερ θεωρεί ότι ακόμη και όταν αποχωρήσει από την καγκελαρία η Μέρκελ, η οποία κατά την άποψή της θα εξαντλήσει τη θητεία της και δεν θα εγκαταλείψει τον θώκο πρόωρα, η Γερμανία θα συνεχίσει την ίδια πολιτική. «Ποιος όμως θα ηγείται της Ευρώπης, όταν φύγει από το προσκήνιο η Μέρκελ;», είναι η ερώτηση της «Κ».

«Παρ’ όλο που η διάδοχός της στην ηγεσία των Χριστιανοδημοκρατών, Ανεγκρέτ Κραμπ- Καρενμπάουερ δεν έχει πει πολλά στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, οι θέσεις της είναι παρόμοιες με της Μέρκελ», απαντά. Ανεξάρτητα ποιος θα ηγηθεί της Ευρώπης, η γερμανική εξωτερική πολιτική έχει συνέχεια, υπογραμμίζει. Ερωτηθείσα κατά πόσον μπορεί η Ευρώπη να σώσει τη συμφωνία με το Ιράν, η Σβάρτσερ εμφανίζεται απαισιόδοξη. Προβλέπει ότι εξαιτίας των αμερικανικών πιέσεων και με δεδομένο το υψηλό κόστος, είναι πιθανό οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη χώρα να έρθουν αντιμέτωπες με το δίλημμα «Αξίζει τον κόπο;» (σ.σ.: η παραμονή τους). «Βρίσκεται σε εξέλιξη μια σπείρα κλιμάκωσης σε αμφότερες τις πλευρές και οι Ευρωπαίοι δεν έχουν βρει ακόμη τον τρόπο να λειτουργούν με εξισορροπητικό τρόπο, εδραιώνοντας τη μετριοπάθεια», αναφέρει. 

«Πώς μπορεί να διαφυλαχθεί το αίσθημα ασφάλειας των Ευρωπαίων, χωρίς όμως να πληγούν τα ανθρώπινα δικαιώματα; Πώς π.χ. μπορεί να γίνει κατανοητό ότι η τρομοκρατία και η μετανάστευση είναι δύο ξεχωριστά φαινόμενα που δεν εφάπτονται;», είναι η ερώτηση της «Κ».

Διαφορετικές απειλές

Η Γερμανίδα αναλύτρια υπενθυμίζει ότι υπάρχουν στην Ευρώπη διαφορετικές αντιλήψεις περί ασφάλειας, αφού στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, στην Πολωνία, στις χώρες της Βαλτικής κ.λπ., η απειλή προέρχεται από τη Ρωσία μέσω του υβριδικού πολέμου και της κινητοποίησης ευρωφοβικών δυνάμεων, ενώ σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης, κυρίως στη Γαλλία και στο Βέλγιο και λιγότερο στη Γερμανία ως μεγαλύτερος κίνδυνος αναδεικνύεται η ισλαμική τρομοκρατία.

Η απάντηση στη δεύτερη αυτή οπτική είναι η ευρωπαϊκή συνεργασία στον τομέα της εσωτερικής ασφάλειας, που είδαμε ότι δεν ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματική. Το γεγονός π.χ. ότι οι τρομοκράτες κατάφεραν να διασχίσουν τα σύνορα είναι ένα σοβαρό σημείο εκκίνησης για τις αρμόδιες υπηρεσίες στην Ευρώπη. «Πάντως, στη Γερμανία έχει εξηγηθεί με πλήρη σαφήνεια ότι οι αιτούντες άσυλο έχουν πολύ συγκεκριμένους λόγους που θέλουν να ζήσουν στην Ευρώπη, υπάρχουν νόμιμοι και παράτυποι, τους οποίους στέλνουμε πίσω, είναι απαράδεκτο να εξισώσουμε μετανάστες και τρομοκράτες, ακόμη και αν κάποιοι ύποπτοι τρομοκράτες εισήλθαν στις χώρες μας ως πρόσφυγες», καταλήγει.

Οι κρίσιμες ευρωεκλογές

Οι περισσότερες δημοσκοπήσεις εμφανίζουν την Ακροδεξιά να σημειώνει κέρδη στις επικείμενες ευρωεκλογές του Μαΐου, ωστόσο η τάση αυτή αναμένεται να αμβλυνθεί λόγω της απουσίας του βρετανικού UKIP και των Συντηρητικών, που ανήκαν σε δύο διαφορετικές ομάδες ευρωσκεπτικιστών, σημειώνει στην «Κ» η Ντανιέλα Σβάρτσερ.

«Το Brexit θα μετριάσει δηλαδή την παρουσία των ευρωφοβικών δυνάμεων στην επόμενη Ευρωβουλή. Είναι μια ειρωνεία της Ιστορίας. Οσο για τη ρωσική επιρροή στις ευρωεκλογές πρέπει να την παρακολουθούμε διαρκώς. Πριν από μερικά χρόνια η επιχείρηση αυτή γινόταν μόνο μέσω του Russia Today, ενώ σήμερα έχει λάβει πολύ πιο κρυφές μορφές, μέσω Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων ή άλλων μέσων. Υπάρχουν ενδείξεις για προσπάθεια χρηματοδότησης ακροδεξιών κομμάτων, όπως τα κόμματα της Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία και του Ματέο Σαλβίνι στην Ιταλία. Οι ευρωεκλογές είναι ιδανική χρονική στιγμή για τη Ρωσία».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ