ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ανησυχία ΔΝΤ για τις συνέπειες από το προεκλογικό ξεχείλωμα

ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΛΩΡΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Εκλογές υψηλού ρίσκου για την οικονομία είναι οι επερχόμενες, σύμφωνα με το ΔΝΤ, το οποίο ανησυχεί για τις προεκλογικού χαρακτήρα αποφάσεις που ήδη λαμβάνονται, απομακρύνοντας τη χώρα από τον μνημονιακό δρόμο της δημοσιονομικής πειθαρχίας και των μεταρρυθμίσεων. Πρόκειται για μια ανησυχία την οποία συμμερίζονται οι Ευρωπαίοι εταίροι, όπως φάνηκε και από την αρνητική απόφαση του Eurogroup τη Δευτέρα για την εκταμίευση του 1 δισ. ευρώ, παρά τα θετικά σχόλια που τη συνόδευσαν, ελέω ευρωεκλογών. Η διακοπή, αλλά και το ξήλωμα των μεταρρυθμίσεων και η υποταγή στις εκλογικές σκοπιμότητες της κυβέρνησης Τσίπρα, επαναφέρει το φάσμα ακόμη και μιας νέας χρηματοδοτικής στήριξης, ενός νέου μνημονίου, όπως επισημαίνει στο δυσμενές σενάριό του το Ταμείο, που ανέλαβε, όπως φαίνεται, και πάλι τον ρόλο του «δυσάρεστου» εταίρου.

«Ανησυχούμε για τις πιέσεις που θα έχουν οι εκλογές στις πολιτικές», είπε χθες ο επικεφαλής του κλιμακίου του Ταμείου για την Ελλάδα Π. Ντόλμαν, κατά την παρουσίαση της πρώτης μεταπρογραμματικής έκθεσης του ΔΝΤ. Χαρακτηριστικά, επικαλέστηκε τη νέα ρύθμιση που θα αντικαταστήσει τον ν. Κατσέλη, καθιστώντας σαφές ότι το ΔΝΤ διαφωνεί με τη διεύρυνση της περιμέτρου του, όπως ακριβώς και η Ευρωζώνη, και θεωρεί ότι θα επιδράσει αρνητικά στην ήδη αδύναμη κουλτούρα πληρωμών στην Ελλάδα. «Παροτρύνουμε την κυβέρνηση να σκεφτεί πιο στοχευμένα, αλλά σε ένα έτος εκλογών υπάρχει ο πειρασμός να διευρυνθεί», είπε ο κ. Ντόλμαν.

Η έκθεση καταγράφει την ανατροπή μνημονιακών μεταρρυθμίσεων, ιδίως υπό την πίεση των εκλογών του 2019, ως τον υπ’ αριθμόν 1 κίνδυνο για την οικονομία.

Οι επισημάνσεις της έκθεσης προκάλεσαν την αντίδραση του Ελληνα εκπροσώπου στο Ταμείο Μ. Ψαλιδόπουλου, που αντέκρουσε τα επιχειρήματα του Ταμείου, ενώ –σύμφωνα με το ΑΠΕ– «άφησε υπόνοιες για ιδεολογικές προσεγγίσεις του οργανισμού», κατά τη συνεδρίαση του Εκτελεστικού του Συμβουλίου.

Αναλυτικότερα, οι κυριότεροι κίνδυνοι και οι σχετικές ανησυχίες του Ταμείου, όπως τις περιγράφει στην έκθεση, είναι οι εξής:

• Ανατροπή μεταρρυθμίσεων. Σε ένα σενάριο συνδυασμένων δυσμενών εξελίξεων, με δικαστικές αποφάσεις που ανατρέπουν τις συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις και την κατάργηση των δώρων των δημοσίων υπαλλήλων (κόστους 9 δισ. ευρώ), καταπτώσεις εγγυήσεων του Δημοσίου και εφαρμογή προεκλογικών υποσχέσεων, το Ταμείο προβλέπει δημοσιονομικό εκτροχιασμό, ανικανότητα εξυπηρέτησης του χρέους και ανάγκη ενός νέου μνημονίου και νέας αναδιάρθρωσης του χρέους. Το σενάριο αυτό βλέπει χρηματοδοτικό κενό 4,7 δισ. το 2021, που θα φτάσει τα 15,2 δισ. ευρώ το 2024.

• Προσλήψεις πελατειακού χαρακτήρα. Από τα στελέχη του Ταμείου δεν πέρασε απαρατήρητη η αύξηση προσωπικού τα δύο τελευταία χρόνια με προσωρινές συμβάσεις, χρηματοδοτούμενες από μη κρατικούς πόρους (π.χ. κονδύλια της Ε.Ε.) έτσι ώστε να μην εμπίπτουν στους περιορισμούς του μνημονίου.

• Ασθενής φορολογική συμμόρφωση. Επισημαίνεται ότι παραμένει κάτω από τα στάνταρ ανεπτυγμένης χώρας. Η πρόσληψη προσωπικού στην ΑΑΔΕ έχει κολλήσει. Το ΔΝΤ είναι κατά των ρυθμίσεων για τις δόσεις σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία και καλεί την κυβέρνηση να επανεξετάσει τις προθέσεις της.

• Αυξήσεις πάνω από την παραγωγικότητα. Η αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 11% απειλεί την κοινωνική ένταξη (επίσημη απασχόληση) και την ανταγωνιστικότητα λόγω αύξησης του κόστους, και συνεπώς την ανάπτυξη.

• Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα παραμένει ευάλωτο και πρέπει να επισπευσθεί η εκκαθάριση των ισολογισμών των τραπεζών από τα κόκκινα δάνεια. Οι προτάσεις του Ταμείου περιλαμβάνουν κεφαλαιακή ενίσχυση (δεν ζητεί οπωσδήποτε νέα αύξηση κεφαλαίου, αλλά χρήση non dilutive κεφαλαιακών εργαλείων στις ιδιωτικές αγορές), ενίσχυση των υφιστάμενων εργαλείων μείωσης των κόκκινων δανείων μέσω του ιδιωτικού τομέα και προσεκτική εξέταση πιθανής κρατικής υποστήριξης.

• Οι επιδόσεις στις επενδύσεις ήταν απογοητευτικές το 2018 και επίσης διευρύνθηκε το έλλειμμα του ισοζυγίου περισσότερο από τις προβλέψεις, φτάνοντας το 3,4% του ΑΕΠ. Μεσοπρόθεσμα, το έλλειμμα αυτό θα διευρυνθεί, λόγω εισαγωγών. Για το 2019 προβλέπεται ρυθμός ανάπτυξης 2,4%, κυρίως λόγω κατανάλωσης, αλλά μεσοπρόθεσμα, από το 2022, θα υποχωρήσει στο 1,2%.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ