ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τη μεγαλύτερη αύξηση των τελευταίων 10 και πλέον ετών κατέγραψαν, κατά τη διάρκεια του 2018, οι τιμές πώλησης κατοικιών στη χώρα. Σύμφωνα με την τελευταία ετήσια έρευνα του δικτύου μεσιτικών γραφείων RE/ MAX, που προκύπτει με βάση τις αγοραπωλησίες που πραγματοποιήθηκαν, οι τιμές στο σύνολο της χώρας αυξήθηκαν κατά 7,3% σε σχέση με το 2017, όταν η αύξηση δεν είχε ξεπεράσει το 1% συγκριτικά με το αμέσως προηγούμενο έτος.

Σε πανελλαδικό επίπεδο, τη μεγαλύτερη άνοδο με σχεδόν 9% κατέγραψαν οι τιμές πώλησης των παλαιών κατοικιών, ηλικίας άνω των πέντε ετών, καθώς στην κατηγορία αυτή εντοπίζεται σχεδόν το 90% του όγκου των συναλλαγών. Αντίστοιχα, οι τιμές πώλησης νεόδμητων κατοικιών ενισχύθηκαν με ετήσιο ρυθμό της τάξεως του 6,9%.

Οσον αφορά την περιοχή της Αττικής, στα παλαιότερα ακίνητα σημειώθηκε αύξηση τιμών 6,9%, ενώ αντίθετα στα νέα ακίνητα είχαμε ακόμη μεγαλύτερη αύξηση της τάξεως του 10,7%. Στην υπόλοιπη χώρα, οι τιμές στα παλαιότερα ακίνητα σημείωσαν αύξηση κατά 12,9%, ενώ σε εκείνα που έχουν κατασκευαστεί την τελευταία πενταετία η άνοδος ήταν της τάξεως του 8,1%.

Ωστόσο, υπάρχουν και περιοχές «πρωταθλήτριες» των αυξήσεων, που κινούνται σε επίπεδο εντελώς διαφορετικό από τον μέσο όρο της αγοράς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν συνοικίες που έχουν ευνοηθεί από την εκτόξευση της δημοφιλίας των βραχυχρόνιων μισθώσεων τύπου Airbnb.

Για παράδειγμα, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της RE/MAX, οι μέσες τιμές πώλησης ενός διαμερίσματος άνω των πέντε ετών στο Κουκάκι εκκινούν πλέον από τα 1.400 ευρώ/τ.μ., ποσό που αποτελεί αύξηση της τάξεως του 55% σε σχέση με το 2017, όταν το αντίστοιχο ποσό δεν ξεπερνούσε τα 900 ευρώ/τ.μ. Αντίστοιχα, η μέση ανώτατη τιμή στην ίδια συνοικία διαμορφώνεται πλέον σε 2.150 ευρώ/τ.μ., έναντι 1.650 ευρώ/τ.μ πριν από ένα χρόνο, καταγράφοντας ετήσια αύξηση της τάξεως του 30%.

Στον αντίποδα, σε άλλες περιοχές υψηλής απήχησης για βραχυχρόνιες μισθώσεις, όπως τα Εξάρχεια και το Παγκράτι, οι τιμές είτε είναι σχετικά σταθερές είτε καταγράφουν μικρότερη αύξηση. Για παράδειγμα, στα Εξάρχεια, η μέση ανώτατη τιμή πώλησης το 2018 ανήλθε σε 1.000 ευρώ/τ.μ., από 900 ευρώ/τ.μ. το 2017, ενώ στο Παγκράτι η μέση κατώτερη τιμή παρέμεινε σταθερή τα 650 ευρώ/τ.μ. Βέβαια, θα πρέπει να σημειωθεί και ο παράγοντας των ακινήτων που πωλήθηκαν κάθε χρόνο από το δίκτυο της RE/MAX, καθώς μπορεί να προκύπτουν και σημαντικές διαφοροποιήσεις σε ό,τι αφορά τις επιμέρους προδιαγραφές, π.χ. την τοποθεσία, την ποιότητα κατασκευής κ.λπ.

Στην ανάλυσή της, η RE/MAX επισημαίνει ότι «η αγορά ακινήτων συνεχίζει να εμφανίζει αισθητά σημάδια ανάκαμψης μετά μια παρατεταμένη κρίση που έπληξε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Οι τιμές των ακινήτων αντικατοπτρίζουν, σε μεγάλο βαθμό, την τάση που επικρατεί και, κυρίως, τη χρόνο με τον χρόνο αυξανόμενη ζήτηση».

Παράλληλα, επισημαίνεται ότι σημαντικό ρόλο στην αύξηση των τιμών έχουν διαδραματίσει και οι αυξημένες αποδόσεις που προσφέρουν οι νέου τύπου βραχυχρόνιες μισθώσεις, που πλέον έχουν κυριαρχήσει σε αστικά κέντρα αλλά και σε πολλές τουριστικές περιοχές.

Τα ακίνητα αυτού του είδους βρίσκονται πλέον στις πρώτες επιλογές των ενδιαφερόμενων αγοραστών, καθώς οι αποδόσεις που προσφέρουν είναι αξιοζήλευτες. Πάντως, απαραίτητη προϋπόθεση για τη διατήρηση του θετικού κλίματος και τη μεγαλύτερη αύξηση του αγοραστικού ενδιαφέροντος θα είναι πλέον η διαμόρφωση ενός σταθερού επενδυτικού περιβάλλοντος, αλλά κι ενός ευρύτερα ευνοϊκού φορολογικού καθεστώτος.

Σημαντική ενίσχυση των αξιών και στην αγορά της Θεσσαλονίκης

Μεγάλη άνοδος τιμών πώλησης κατοικιών και υψηλό επενδυτικό ενδιαφέρον, τόσο για οικιστικά όσο και για τουριστικά/ξενοδοχειακά ακίνητα, καταγράφεται στην αγορά της Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της πανελλήνιας έρευνας της RE/MAX, στη συμπρωτεύουσα οι τιμές αυξήθηκαν κατά σχεδόν 8% σε ό,τι αφορά τα ακίνητα άνω των πέντε ετών, ενώ η άνοδος στις νεόδμητες κατασκευές είναι σαφώς χαμηλότερη, καθώς δεν ξεπέρασε το 3,1%. Πρόκειται για σαφές δείγμα της βελτίωσης του κλίματος, μετά σειρά ετών μείωσης των τιμών, που άγγιξε το 46% κατά μέσον όρο από το 2008 μέχρι και το 2017.

Ωστόσο, πλέον, η άνοδος του φαινομένου των βραχυχρόνιων μισθώσεων έχει προκαλέσει σημαντικό αγοραστικό ενδιαφέρον, τόσο από εγχώριους όσο και από ξένους επενδυτές, με αποτέλεσμα οι τιμές να κινούνται πλέον ανοδικά. Στο πρόσφατο συνέδριο ακινήτων Prodexpo North, που διοργάνωσε εντός της εβδομάδας στη Θεσσαλονίκη η «Συμεών Τσομώκος Α.Ε.», αναφέρθηκε ότι το 2018 τα διαμερίσματα που εκμισθώνονταν μέσω των ψηφιακών πλατφορμών τύπου Airbnb ανήλθαν σε 2.500, όταν το 2016 ήταν μόλις μερικές δεκάδες. Ως εκ τούτου, όπως ανέφερε η κ. Αγάπη Ξιφιλίδου, πιστοποιημένη εκτιμήτρια ακινήτων, η Θεσσαλονίκη καταλαμβάνει την έκτη θέση πανελλαδικά, μεταξύ των προτιμήσεων των τουριστών που αξιοποιούν την πλατφόρμα του Airbnb για να καλύψουν τη στέγασή τους κατά το διάστημα της διαμονής τους στην Ελλάδα. Στον αντίποδα, η κ. Ξιφιλίδου επισήμανε ότι η δέσμευση των ακινήτων αυτών για βραχυχρόνια μίσθωση, σε συνδυασμό με τη δεδομένη ζήτηση για μακροχρόνιες μισθώσεις στη Θεσσαλονίκη, έχει αρχίσει να δημιουργεί ελλείψεις στην αγορά. Επιπλέον, σημειώθηκε ότι στη Θεσσαλονίκη παρατηρείται ως επί το πλείστον εποχικός τουρισμός, με ανοδικές τάσεις το φθινόπωρο και την άνοιξη, ενώ έπονται οι χειμερινοί και οι καλοκαιρινοί μήνες.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και φαινόμενα φοροαποφυγής. Σύμφωνα με σχετική καταγγελία του μεσίτη κ. Κώστα Γεωργάκου, συνιδρυτή της Georgakos Properties & Parthenon Real Estate, «οι περισσότεροι ξένοι που αγοράζουν ακίνητα στην Ελλάδα δεν πληρώνουν ούτε σεντ σε φόρους, καθώς τα προωθούν στη χώρα τους για μίσθωση σε τουριστικά γραφεία, που διαθέτουν δικές τους πλατφόρμες, με αποτέλεσμα να νοικιάζονται εκεί και να μη φορολογούνται στην Ελλάδα τα εισοδήματα από τα ενοίκια».

Σε κάθε περίπτωση, οι τουριστικές προοπτικές της πόλης είναι θετικές, καθώς, όπως προκύπτει από σχετική έρευνα που παρουσίασε η εταιρεία εκτιμητών ακινήτων Values, πάνω από το 80% των ξένων τουριστών της Θεσσαλονίκης δηλώνει ότι επιθυμεί να επισκεφθεί ξανά την πόλη στο μέλλον.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ