ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πολύ μεγαλύτερο ήταν το τίμημα που πλήρωσαν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η περίφημη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, στα χρόνια της κρίσης, σε σύγκριση με τις υπόλοιπες επιχειρήσεις. Τα «λουκέτα» σε αυτή την κατηγορία ήταν πολύ περισσότερα από ό,τι συνολικά, με την επιθυμητή για πολλούς συγκέντρωση των επιχειρήσεων σε μεγαλύτερα και πιθανόν πιο βιώσιμα επιχειρηματικά σχήματα να επέρχεται σε σημαντικό βαθμό, έστω και βίαια.

Σύμφωνα με την πρώτη ετήσια έκθεση για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που παρουσίασε χθες η Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων (ΓΣΕΒΕΕ), έκθεση που υλοποίησε ο επιστημονικός της βραχίονας, το Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων (ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ), ενώ ο αριθμός συνολικά των επιχειρήσεων ήταν μικρότερος το 2016 κατά 9,4% σε σύγκριση με το 2008 –από 942.671 επιχειρήσεις το 2008, 855.346 οκτώ χρόνια μετά–, στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις οι απώλειες ήταν πολύ μεγαλύτερες.

Συγκεκριμένα, το 2016 υπήρχαν πλέον 182.694 λιγότερες μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε σύγκριση με το 2008, αριθμός που αντιστοιχεί σε καθαρή μείωση 28,36% για την περίοδο 2008-2016. Οι μεγαλύτερες απώλειες εντοπίζονται στο πεδίο των πολύ μικρών επιχειρήσεων, αυτών που απασχολούν έως τέσσερα άτομα, με το μερίδιό τους στο σύνολο της οικονομίας να μειώνεται σε 89,51% σε σύγκριση με 93,96% το 2008 και σε 87,7% στο σύνολο των ΜμΕ από 93,3% το 2008.

Από την άλλη, στη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου, το μερίδιο των μεγαλύτερων επιχειρήσεων αυξήθηκε στο 0,28% από 0,20% όσων απασχολούν πάνω από 100 άτομα, στο 0,30% από 0,23% όσων απασχολούν από 50 έως 99 άτομα κ.ο.κ. Συνολικά το μερίδιο των μεγαλύτερων επιχειρήσεων, από 6,04% το 2008, έφτασε το 10,51% το 2016.

Το ότι η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα πλήρωσε ίσως δυσανάλογα βαρύ τίμημα και συνεχίζει ακόμη και τώρα να πληρώνει φαίνεται και από το εξής: από τους πέντε κλάδους στους οποίους δραστηριοποιούνται κυρίως οι ΜμΕ (δραστηριότητες υπηρεσιών παροχής καταλύματος και εστίασης, χονδρικό - λιανικό εμπόριο - επισκευή οχημάτων, μεταποίηση, διαχείριση ακίνητης περιουσίας και κατασκευές), στους τέσσερις οι απώλειες θέσεων εργασίας ξεπερνούν τον μέσο όρο απωλειών σε γενικό επίπεδο.

Συγκεκριμένα, από τις 776.900 θέσεις εργασίας που παραμένουν «χαμένες», δηλαδή δεν αναπληρώθηκαν ποτέ με βάση τη σύγκριση των στοιχείων για τα έτη 2008 και 2018, οι 546.100 αφορούν κλάδους στους οποίους δραστηριοποιούνται κατά κύριο λόγο οι ΜμΕ. «Τούτου δοθέντος, μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι κλάδοι όπου κατεξοχήν εντάσσεται η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα έχουν ωφεληθεί ελάχιστα από την παρατηρούμενη και αδιαμφισβήτητη κατά τα άλλα ανάκαμψη της οικονομίας, όπως αποτυπώνεται για παράδειγμα στην αύξηση του ΑΕΠ και στη συνακόλουθη μείωση της ανεργίας από το επίπεδο-ρεκόρ του 2013», υποστηρίζουν οι συγγραφείς της έκθεσης.

Το κλείσιμο πολλών μικρών επιχειρήσεων οδήγησε πολλούς στην ανεργία και αρκετούς από τους ιδιοκτήτες τους ή τα συμβοηθούντα μέλη στη μισθωτή εργασία. Οι αυτοαπασχολούμενοι με προσωπικό, από 380.200 άτομα το 2008 μειώθηκαν σε 288.500 το 2018 και το μερίδιό τους στο σύνολο από 8% σε 7%, οι μισθωτοί επίσης μειώθηκαν ως απόλυτος αριθμός, από 3,02 εκατομμύρια σε 2,57 εκατομμύρια, όμως το μερίδιό τους αυξήθηκε από 65% σε 67% στο σύνολο των απασχολουμένων, ενώ στο 4% από 6% μειώθηκε το μερίδιο των συμβοηθούντων μελών.

Αλλαγή στρατηγικής για να επιβιώσουν

Ουδέν κακόν αμιγές καλού. Η γνωστή αρχαία ρήση επιβεβαιώνεται και στην περίπτωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, καθώς κάποιες, λόγω της κρίσης, άλλαξαν κουλτούρα, άλλαξαν στρατηγική με στόχο όχι απλώς την επιβίωση, αλλά τελικά ακόμη και την ανάπτυξη στα χρόνια της κρίσης.

Από την έρευνα οικονομικού περιβάλλοντος –η οποία αποτελεί μέρος της ετήσιας έκθεσης του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ και έγινε σε συνεργασία με την εταιρεία MARC– προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα:

• Σχεδόν τέσσερις στις δέκα επιχειρήσεις (38,8%) έχουν αναπτύξει την τελευταία τριετία κάποιου είδους καινοτομία για νέο προϊόν ή υπηρεσία ή για την οργάνωση της επιχείρησης ή/και την εξωστρέφεια.

• Σχεδόν δύο στις δέκα επιχειρήσεις (19,5%) έχουν αναπτύξει κάποιου είδους συνεργασία με άλλες επιχειρήσεις για κοινές προμήθειες προϊόντων/υπηρεσιών ή για κοινή προώθηση ή για κοινή αποθήκη. Το ποσοστό αυτό είναι υψηλότερο (24,2%) στις νεότερες επιχειρήσεις, που λειτουργούν το πολύ πέντε χρόνια.

• Μία στις έξι επιχειρήσεις (16,7%) εξάγει κάποιο ποσοστό των προϊόντων ή των υπηρεσιών της σε άλλες χώρες.

Από την έρευνα προκύπτει επίσης ένας δυϊσμός μεταξύ επιχειρήσεων που δημιουργήθηκαν μέσα στην κρίση και προσάρμοσαν τα οικονομικά τους στοιχεία σε μια δύσκολη συγκυρία και εκείνων των επιχειρήσεων που προϋπήρχαν και αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα.

Ο άλλος δυϊσμός που παρατηρείται είναι ανάμεσα στις επιχειρήσεις που ξεκίνησαν από ανάγκη και σε όσες ξεκίνησαν με στόχο την αξιοποίηση μιας επιχειρηματικής ευκαιρίας. Οσες ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία είναι συχνά μεγαλύτερες με βάση τον τζίρο και τον αριθμό των εργαζομένων, κερδοφόρες (το 62,8% έναντι 42,7% για όσες ξεκίνησαν από ανάγκη), πιο εξωστρεφείς (το 17,7% έναντι 10,4%), οι περισσότερες είναι κεφαλαιουχικές, δηλαδή ανώνυμες ή εταιρείες περιορισμένης ευθύνης (19,7% έναντι 10,4%), με μεγαλύτερη καινοτομική δραστηριότητα (42,6% έναντι 29%) και με πιο συνεργατική συμπεριφορά (21,4% έναντι 15,3%).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ