Ο Μπιλ Μάρεϊ βουτάει φρέσκο ζυμωτό ψωμί σε μεσσηνιακό ελαιόλαδο, που έχει σερβιριστεί με ελληνικά τυριά, αλλαντικά και κόκκινο κρασί. «Σίγουρα δεν θες να τσιμπήσεις κάτι;» με ρωτάει. Καθόμαστε στο λόμπι του The Westin Resort στην Costa Navarino και δείχνει να νιώθει σαν στο σπίτι του σε αυτή τη φιλόξενη γωνιά της Πελοποννήσου, που πρωτογνώρισε πέρυσι τον Ιούνιο, μετά τη συναυλία του στο Ηρώδειο με τον τσελίστα Γιαν Βόγκλερ. «Ένας φίλος φίλου μάς κάλεσε για γκολφ. Δεν ήξερα τι μπορεί να σημαίνει αυτό. Στην Αμερική, συχνά “γήπεδο γκολφ” σημαίνει ένα μικρό και απεριποίητο γηπεδάκι, σαν αυτά που βρίσκεις στη Νέα Υόρκη ή στο Νιου Τζέρσεϊ, και, για να παίξεις, πρέπει να... κόψεις μόνος σου τα χόρτα. Δεν είχαμε ιδέα ότι θα βρεθούμε σε ένα μέρος τόσο συγκλονιστικά όμορφο, τόσο τέλεια φτιαγμένο, με τόσο ευγενικούς ανθρώπους. Έχω πάει σε ωραία γήπεδα στη ζωή μου, αλλά ποτέ σε κάποιο όπου μπορείς να χαλαρώσεις τόσο πολύ. Εδώ πραγματικά ΖΕΙΣ κάθε στιγμή ανάμεσα στις βολές. Κάνεις μια παύση, κοιτάς ολόγυρά σου, απολαμβάνεις το τοπίο και την ατμόσφαιρα. Έχει κάτι το τοπίο. Λες και το σώμα σου είναι ένας ξένος και εδώ γίνεστε φίλοι. Δένεσαι με το σώμα, το πνεύμα σου και το περιβάλλον. Δεν έχω ξαναπάει σε μέρος σαν αυτό».

Ενθουσιώδης γκολφέρ, ο Μπιλ Μάρεϊ δεν έχασε την ευκαιρία να επιστρέψει στην Costa Navarino τον περασμένο Φεβρουάριο, για να παίξει στο 3ο Messinia Pro-Am και να περάσει λίγες ημέρες χαλάρωσης με φίλους, αλλά την ημέρα που συναντηθήκαμε τα πράγματα στο γήπεδο δεν είχαν εξελιχθεί όπως θα ήθελε. «Σήμερα οι καλές βολές ήταν ελάχιστες. Απορώ που οι Τσέχοι συμπαίκτες μας διατήρησαν το χιούμορ τους, τόσο άσχημα παίζαμε. Ένιωσα απελπισία. Συνεχώς σκεφτόμουν: “Θεέ μου, τι έκανα; Ήρθα εδώ με ρούχα γκολφ και εξοπλισμό γκολφ και δεν μπορώ να παίξω. Είμαι μια απάτη”».

Ευτυχώς, αφού τράπηκε σε φυγή από το γήπεδο και αναρωτιόταν αν θα έπρεπε να «κρυφτεί» στο μπαρ, στο δωμάτιό του ή να μουλιάσει σε ένα τζακούζι, ή ακόμη (στο πιο ακραίο σενάριο) «να φροντίσουμε να πάθουμε ένα ελαφρύ τροχαίο ώστε να μη χρειαστεί να ξαναπαίξουμε», η εικόνα των αρχαίων ελαιόδεντρων του μεσσηνιακού τοπίου επέδρασε πάνω του καραπραϋντικά. «Σκεφτόμουν ότι τα δέντρα αυτά προϋπήρχαν του γκολφ και ότι έχουν δει χειρότερους γύρους από τον δικό μου. Έχουν δει πολέμους, δύσκολες γέννες, ό,τι μπορείς να φανταστείς... Νομίζω ότι παρασύρομαι, θα αρχίσω να κλαίω σε λίγο. Τέλος πάντων, αυτό που ήθελα στ’ αλήθεια ήταν λίγο ελαιόλαδο, λίγο ψωμί και λίγο κρασί. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει τώρα, και είναι ο μοναδικός λόγος που μιλάμε. Είναι γιατί βρίσκομαι υπό την επήρεια του ελαιόλαδου. Του ντόπιου ελαιόλαδου. Που, αν θες να ξέρεις, είναι το καλύτερο στον κόσμο».

 

 

Ο μεταξύ σοβαρού και αστείου μονόλογος είναι τόσο απολαυστικός, που η μικρή μας συντροφιά, που περιλαμβάνει επίσης την καλή του φίλη, ηθοποιό και συγγραφέα Κάρεν Ντάφι-Λάμπρος και τον ντοκιμαντερίστα, συνταξιδιώτη και συμπαίκτη του Άντριου Μουσκάτο, κρέμεται από τα χείλη του, λες και σύντομα πρόκειται να μας αποκαλύψει το νόημα της ζωής. Νευρικότερος όλων ο υπογράφων, που πρέπει να καταγράψει όλα αυτά και να κάνει ερωτήσεις που βγάζουν νόημα. Σε ποιον; Στον ηθοποιό που έχει χαρακτηριστεί «ο τελευταίος εκκεντρικός του Χόλιγουντ», «εθνικός θησαυρός» και «η μεγαλύτερη εν ζωή διασημότητα της Αμερικής», «αγαπημένος θείος της Αμερικής», «Μεσσίας του cool» και άλλα πολλά, εξίσου υπερβολικά. Έγραφε σχετικά o Ίαν Κράουτς στο New Yorker πριν από λίγα χρόνια: «Το να παίζει σε ταινίες είναι βασικά το χόμπι του Μπιλ Μάρεϊ αυτόν τον καιρό. Επισκιάζεται από τις αιφνίδιες, ντανταϊστικές, γενναιόδωρες εμφανίσεις του σε τυχαία σημεία, όπου ξαφνικά ξεπετάγεται και σου φτιάχνει τη μέρα».

Πώς αντιδράτε σε αυτά τα εγκώμια; Σας διασκεδάζουν; Σας εκνευρίζουν; Σας κολακεύουν;

Αυτό είναι τρεις ερωτήσεις, George.

Βασικά είναι μία: πώς απαντάτε σε αυτά τα σχόλια;

Δεν απαντώ. Δεν νομίζω ότι μου πέφτει λόγος. Είναι σαν να ρωτάς «πώς δέχεσαι ένα κομπλιμέντο;». Ποτέ δεν ήμουν καλός στο να δέχομαι κομπλιμέντα, αν και χαίρομαι όταν γίνονται. Πιστεύω ότι τα κομπλιμέντα είναι ένα σοκ στον οργανισμό σου. Σε ό,τι αφορά τη δουλειά μου, την κανονική δουλειά μου, προφανώς και θέλω να αρέσει στον κόσμο. Από την άλλη, έχω πλήρη επίγνωση των αποτυχιών της ζωής μου, οπότε, αν με θαυμάζουν για κάτι που κάνω καλά, τότε αυτό μου δίνει χαρά. Δεν ξέρω τι σημαίνει να είσαι ο «Μεσσίας του cool», αν υπάρχει τέτοιο πράγμα ή αν αλλάζει κάθε εβδομάδα. Να είσαι cool σημαίνει να μην είσαι επιθετικός, να μη γίνεσαι βίαιος, εκδικητικός, να μην είσαι αρνητικός. Βασικά σημαίνει να φέρεσαι στους άλλους όπως θα ήθελες να σου φέρονται. Είναι παλιάς σχολής ο ορισμός που δίνω. Να είσαι cool είναι μια νοητική κατάσταση. Σημαίνει να μην υποκρίνεσαι, να φέρεσαι ανθρώπινα, να προσπαθείς να κάνεις τους άλλους να νιώθουν καλά, να είσαι τζέντλεμαν. Ο στρατηγός Ρομπερτ  Έντουαρντ Λι είχε περιγράψει σε δύο σελίδες τι θα πει τζέντλεμαν. Η μητέρα μου το έλεγε πολύ πιο απλά: τζέντλεμαν είναι εκείνος που δεν κάνει τους άλλους να νιώθουν άβολα. Δεν ξέρω αν μπορώ να ανταποκριθώ, ο πήχης είναι ψηλά για κάτι τέτοιο, αλλά θέλω να το προσπαθώ.

Σ’ εσάς, πάντως, βγαίνει φυσικά. Έβλεπα στιγμιότυπα από ένα τουρνουά στο Pebble Beach, πώς χαιρετάτε και αστειεύεστε με τον κόσμο, και κάτι τρελές χειραψίες που κάνετε με μωρά...

Well... Aν δεν χάνεσαι σε μια διαρκή προσπάθεια να επαναπροσδιορίζεις το image σου, αν νιώθεις καλά μέσα στο πετσί σου, τότε βλέπεις την απάντηση στον τρόπο που σε κοιτά αυτό το παιδί, που είναι τόσο δα και εσύ φαντάζεις πελώριος στα μάτια του, και σε κοιτάζει με την απορία «τι είναι αυτός ο τύπος;». To ζήτημα είναι να έχεις ένα ζευγάρι μάτια πίσω από την πλάτη σου, για να βλέπουν πώς κινείσαι, πώς συμπεριφέρεσαι, πώς σκέφτεσαι και τι νιώθεις. Αν καταφέρεις να συνδεθείς με αυτό το έξτρα ζευγάρι μάτια, τότε όλος ο «θόρυβος» χάνεται και ο μηχανισμός απλουστεύεται: είναι σαν η φύση να ενεργεί μέσα από εσένα. Βρίσκεσαι εκεί, στην κάθε κατάσταση, κάθε στιγμή. Είσαι διαθέσιμος. Είσαι σπίτι. Κάποιος είναι σπίτι.

Έχετε ξανάρθει στην Ελλάδα για διακοπές;

Ναι, στο Αιγαίο. Μέναμε σε ένα μέρος δίπλα στη θάλασσα, περνούσαμε την ημέρα στην παραλία και μετά πηγαίναμε στα ταβερνάκια για φρέσκο ψάρι και κρασί. Θυμάμαι να κάνω καγιάκ σαν ναυαγός σε μια νησίδα που ήταν απέναντι από την ακτή και ξαφνικά να βλέπω φώκιες στο νερό, απίστευτο. Και, φυσικά, πέρυσι περάσαμε χρόνο στην Αθήνα, που είναι πολύ ενδιαφέρουσα, και ανεβήκαμε στην Ακρόπολη. Όσο εκπληκτικός κι αν είναι ο Παρθενώνας, πιστεύω ότι το νέο μουσείο ίσως και να είναι ακόμα πιο εκπληκτικό. Από καθαρά εκπαιδευτική άποψη, για έναν τουρίστα είναι το σπουδαιότερο μουσείο στον κόσμο. Εντάξει, υπάρχει το Metropolitan στη Νέα Υόρκη, το Λούβρο στο Παρίσι, ακόμα και στην Τασμανία υπάρχει ένα φανταστικό μουσείο, αλλά αυτό που φτιάχτηκε στην Ακρόπολη, ως απάντηση στο βρετανικό επιχείρημα ότι οι Έλληνες δεν έχετε κατάλληλο χώρο για να φυλάξετε τα Μάρμαρα του Παρθενώνα, είναι μοναδικό. Ιδίως όταν σκέφτεσαι ότι εκεί δημιουργήθηκαν αυτά τα γλυπτά, ότι από το ίδιο ακριβώς σημείο αφαιρέθηκαν. Είναι σαν να τους λέτε ότι δεν υπάρχει άλλο μέρος στον κόσμο γι’ αυτά τα γλυπτά, παρά μόνο εδώ, στην Ελλάδα, στην Αθήνα, «μέσα» μας. Και πρέπει να επιστρέψουν. Και νομίζω ότι θα επιστρέψουν. Ξέρεις, η συνείδηση είναι σαν τη σκωληκοειδίτιδα. Μπορεί να είναι σε ύπνωση, αλλά ξαφνικά κάτι συμβαίνει, σαν ηλεκτροσόκ, και ξυπνάει. Και νομίζω ότι έχει περάσει πολύς καιρός που αρνούνται την επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα. 

Έχετε αγαπημένα μέρη στον κόσμο;

 Υπάρχουν μέρη όπου πας για να απομονωθείς και να ησυχάσεις. Το τρελό είναι ότι μερικές φορές ταξιδεύεις σε έναν τόπο και λες στον εαυτό σου «θα επιστρέφω κάθε χρόνο». Και μετά δεν συμβαίνει, επειδή η ζωή δεν τα φέρνει όπως υπολογίζουμε, και αναρωτιέσαι γιατί. Σαν το Μπαλί. Είχα περάσει έναν μήνα στο Μπαλί, και μετά τρεις εβδομάδες στην Ιάβα, και πίστευα ότι θα επιστρέφω κάθε χρόνο για την υπόλοιπη ζωή μου. Δεν έχω ξαναπατήσει. Το συμπέρασμα είναι ότι δεν πρέπει να βιάζεσαι. Μην ξεχνάς ότι η ζωή δεν τα φέρνει πάντα όπως υπολογίζεις. Μην ξυπνάς για να προλάβεις την πιο πρωινή πτήση, για να γλιτώσεις την κίνηση, για να μη χάσεις ένα ραντεβού τη Δευτέρα, ενώ μπορείς να το κάνεις την Πέμπτη. Το να είσαι συνέχεια σε κίνηση αποδυναμώνει την ανθρώπινη εμπειρία σου. Μερικές φορές πρέπει να σταματάς και να λες: «Δεν θα αφήσω τις δυνάμεις να με πιέζουν. Θα αντισταθώ για να δω τι θα γίνει. Κάτι με καλεί πίσω, εγώ θέλω να μείνω, θέλω να δω τι θα προκύψει από αυτή την αντίσταση».

Σοφός  Ή γελωτοποιός;

Είχα στο πρόγραμμα να τον ρωτήσω με ποιον από τους αρχετυπικούς χαρακτήρες της δραματουργίας ταυτίζεται περισσότερο. Είναι επαναστάτης, δημιουργός, εραστής ή εξερευνητής; Μάγος, κυβερνήτης, σοφός ή γελωτοποιός; Είναι ήρωας ή αθώος; Προστάτης ή συνηθισμένος άνθρωπος; Όμως, η ώρα πέρασε, η ευκαιρία δεν δόθηκε («δεν μου αρέσει να μιλάω για τον εαυτό μου, δεν αλλάζουμε θέμα;»), και ίσως τελικά δεν είχε νόημα. Μάλλον ο Μπιλ Μάρεϊ είναι όλα μαζί. Φιλόσοφος και εξερευνητής, εραστής και γελωτοποιός, και σίγουρα σταρ και αντιστάρ. Θρυλείται ότι δεν έχει ούτε καν ατζέντη ή βοηθό, ότι οι προτάσεις συνεργασίας του υποβάλλονται μέσω αυτόματου τηλεφωνητή. Η παρουσία του ή και μόνο η φωνή του –αν μιλάμε για τις εκπληκτικές ταινίες animation του φίλου του, Γουές Αντερσον, όπου έχει υποδυθεί τον ασβό Badger (Fantastic Mr. Fox, 2009) και τον σκύλο Boss (Ιsle of Dogs, 2018)– είναι λόγος για να πας στο σινεμά.

«Δεν έχω άλλες δεξιότητες»

Αλήθεια, απολαμβάνει το να παίζει; «Μόλις τελείωσα μια ταινία με τον Τζιμ Τζάρμους (The Dead Don’t Die, 2019· θα κυκλοφορήσει στις ελληνικές αίθουσες τον Ιούνιο), θα κάνω μία με τον Γουές Άντερσον (The French Dispatch, 2020), μία με τον Ρούμπεν Φλάισερ (Zombieland: Double Tap) και μετά με τη Σοφία Κόπολα (On the Rocks, 2020). Εσύ τι θα έκανες; Μερικοί από τους αγαπημένους μου ανθρώπους στον κόσμο μού προτείνουν δουλειές. Δεν βγαίνω να τις ζητήσω, αλλά εξαιρετικά ταλαντούχοι δημιουργοί που εκτιμώ με ζητούν. Ειλικρινά, δεν έχω άλλες δεξιότητες. Σκέφτηκα κάποια στιγμή να δοκιμάσω κάτι άλλο στη ζωή μου, αλλά δεν μου προέκυψε κάτι». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ