Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Κατερίνα Παναγοπούλου: Αμπάρια

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Και τι έγινε δηλαδή; Δεν έχει δικαίωμα στην ξεκούραση ένας πρωθυπουργός; Δεν έχει δικαίωμα σε λίγη δωρεάν άνεση;

Και τι έγινε; Είναι όλοι οι πλούσιοι εκ φύσεως διεφθαρμένοι; Μήπως δεν υπάρχουν πλούσιοι με οικολογικές ευαισθησίες και εαμίτικα γονίδια;

Αντί να το ρίχνουμε στο κουτσομπολιό, αντί να συζητάμε για τα πούρα –αυτά τα έμβολα επαναστατικού οίστρου στα χείλη του Τσε ή του Φιντέλ–, δεν θα έπρεπε να συζητάμε τα πραγματικά προβλήματα;

Σε αυτό το τελευταίο έχει δίκιο η κυβέρνηση, όπως εκφράστηκε τις τελευταίες ώρες επί του θέματος, από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο και την «πρέσβυ εκ προσωπικοτήτων» Κατερίνα Παναγοπούλου. Οπως το είπε και η «πρέσβυς», η οποία υπερασπίστηκε την πρωθυπουργική κρουαζιέρα με αφοπλιστική πολιτική αθωότητα, «καίγεται η Ελλάδα και ασχολούμαστε με τρίχες».

Κότερα. Φούμαρα. Τρίχες. Εχουμε όντως πολύ πιο σοβαρά προβλήματα να ασχοληθούμε. Πώς όμως φύτρωσαν οι τρίχες; Ποιος υπήρξε σπορέας αυτής της άγριας τριχοφυΐας – της τσιριχτής ηθικολογίας που ζητούσε κρεμάλες για όποιον πολιτικό έκανε χειραψία με επιχειρηματία; Ποιος διαπαιδαγώγησε γενιές και γενιές με την ιδέα ότι το κέρδος είναι μιαρό –σαν ανθρωπολογικό κουσούρι– και ότι όποιος το επιδιώκει πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν ταξικός εχθρός; Ποιος, ας πούμε, σταύρωνε τους πολιτικούς του αντιπάλους ανάλογα με τα κυβικά των δημόσιων αυτοκινήτων που τους μετέφεραν;

Κάποιος, ακόμη και με πολύ φτενή μνήμη, θα μπορούσε να πει ότι ο Τσίπρας προκάλεσε τη δίνη που τον καταπίνει. Υπέθαλψε τις εχθροπαθείς ορμές που τώρα τον απειλούν. Η αλήθεια είναι, όμως, ότι πουθενά στον κόσμο αυτές οι «τρίχες» δεν γίνονται ανεκτές. Καμία δημοκρατική κοινωνία δεν είναι τόσο υπεράνω, ώστε να συγχωρεί στους ηγέτες της πολυτέλειες.

Εδώ απλώς ζούμε τη μυριοστή επιβεβαίωση του κανόνα ότι όποιος τάισε κάποτε τα σκυλιά της υστερικής σκανδαλοθηρίας, βρέθηκε στο τέλος κατασπαραγμένος από αυτά. Ο Τσίπρας έχει ενστικτώδη επίγνωση αυτού του κινδύνου. Γι’ αυτό είχε επιχειρήσει να κρατήσει κρυφό τον τόπο της ανάπαυλάς του.

Στον πρωθυπουργό έχει συμβεί πολλές φορές να τον κυνηγούν τα λόγια του – οι στοιχειωμένες αυταπάτες του. Τον κυνηγούσαν, ενίοτε, χωρίς να τον πλήττουν· ή, τουλάχιστον, χωρίς να τον ρίχνουν. Τα λόγια που επιστρέφουν τώρα, μεταφρασμένα από τον χρόνο, είναι το διάγγελμα της Ιθάκης. Η όψιμη γνώση για το μέσο του κατάπλου του στην Ιθάκη ξεφοδράρει τον λυρισμό του διαγγέλματος: «Περάσαμε», έλεγε ο Τσίπρας, «από κύματα πολλά για να φτάσουμε σήμερα στον προορισμό μας. Αλλοι φοβήθηκαν τα κύματα, άλλοι προτίμησαν να τα δαμάσουν. Ακούσαμε πολλές φορές τις Σειρήνες της ματαιότητας».

Ο χρόνος είναι ο στυγνότερος διερμηνέας. Ο λαός, έλεγε ο πρωθυπουργός, ελαφρώς ηλιοκαμένος· «ο λαός δεν ήταν κλεισμένος στο αμπάρι».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ