ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Η ασφάλεια κάθε χρήστη είναι δική του ευθύνη

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

«Οι συσκευές του Διαδικτύου των Πραγμάτων (IoT) είναι μια προαναγγελθείσα καταστροφή», λέει ο καθηγητής Επιστήμης Ηλεκτρονικών Υπολογιστών στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, Ντέιβιντ Ντόμπκιν.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τα σύνθετα ζητήματα –ιδιωτικότητας, ασφάλειας, συγκέντρωσης ισχύος, ατομικών ελευθεριών κ.ο.κ.– που ανακύπτουν καθώς εδραιώνεται η νέα ψηφιακή οικονομία βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης της «Κ» με τον Ντέιβιντ Ντόμπκιν, καθηγητή Επιστήμης Ηλεκτρονικών Υπολογιστών στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον. Ο Ντόμπκιν βρέθηκε προ ημερών στην Αθήνα για μια ομιλία στο Princeton Athens Center με θέμα την επίδραση της πληροφορικής στην κοινωνία.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του Ντόμπκιν στην Ελλάδα, ο Κρις Χιουζ, συνιδρυτής της Facebook, έγραψε άρθρο στο οποίο τάχθηκε υπέρ της διάσπασης της εταιρείας. Ρωτήσαμε τον Ντόμπκιν αν συμφωνεί. «Το ζήτημα είναι πιο περίπλοκο», λέει. «Το νομικό σύστημα κινείται αργά, σε σύγκριση με εταιρείες όπως η Facebook». Επικαλείται την αντιμονοπωλιακή υπόθεση κατά της Microsoft τη δεκαετία του ’90, όπου το ζήτημα ήταν η διασύνδεση του browser με το λειτουργικό σύστημα: «Η Microsoft είχε αποκτήσει με τον τρόπο αυτόν άδικο πλεονέκτημα έναντι της Netscape. Ενώ όμως εκδικαζόταν η υπόθεση, η Microsoft οικοδομούσε ένα μονοπώλιο στα λειτουργικά συστήματα με τρόπο που δεν έγινε αντιληπτός. Συνεπώς, δεν είναι αρκετή η επιβολή ενός προστίμου, μετά το οποίο στρέφουμε την προσοχή μας αλλού. Θα προτιμούσα να τεθούν κάποια κριτήρια μέσω των οποίων η Facebook θα υποχρεωθεί να αστυνομεύσει τον εαυτό της. Αυτό θα προϋπέθετε να οριστεί ένα πρόσωπο αναφοράς από την εταιρεία (κατά πάσα πιθανότητα ο ίδιος ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ) που θα φέρει προσωπική ευθύνη για τη μη συμμόρφωση με αυτά τα κριτήρια. Για να είναι αποτελεσματικό αυτό το ρυθμιστικό πλαίσιο, θα πρέπει να υπάρχει συνεχής έλεγχος της συμπεριφοράς της Facebook».

Τα προσωπικά δεδομένα

Μπορούν εταιρείες όπως η Facebook ή η Google, που έχουν θησαυρίσει μέσω του επιχειρηματικού μοντέλου των δωρεάν υπηρεσιών και των εξατομικευμένων διαφημίσεων, πραγματικά να βελτιώσουν τις επιδόσεις τους στον τομέα της ιδιωτικότητας; Ή είναι εφικτό αυτό μόνον εάν εγκαταλείψουν το συγκεκριμένο μοντέλο;

«Η Google, η Facebook και οι συναφείς εταιρείες τους έχουν πλέον έσοδα από διαφημίσεις που ξεπερνούν τα 200 δισ. δολάρια ετησίως», αναφέρει ο καθηγητής του Πρίνστον, υπενθυμίζοντας ότι τα αντίστοιχα έσοδα όλων των αμερικανικών εφημερίδων στο απόγειό τους, το 2005, έφτασαν μόλις τα 50 δισ. δολάρια (και το 2017 είχαν βυθιστεί στα 16,5 δισ. δολάρια). Αυτό οφείλεται ακριβώς στην «εξατομίκευση» των διαφημιστικών μηνυμάτων, εξηγεί, που επιτρέπει στις εταιρείες αυτές να χρεώνουν περισσότερο τους διαφημιζόμενους, εκμεταλλευόμενες τον πλούτο προσωπικών δεδομένων των χρηστών που έχουν στη διάθεσή τους.

«Η καλύτερη λύση είναι η επιμόρφωση των χρηστών, ώστε να βρουν οι ίδιοι την ισορροπία μεταξύ του επιπέδου των υπηρεσιών που επιθυμούν και τον βαθμό της ιδιωτικότητας που είναι διατεθειμένοι να απαρνηθούν».

Το ζήτημα των γνώσεων και της προσωπικής ευθύνης των χρηστών, σημειώνει ο Ντόμπκιν, θα γίνει ακόμη πιο ζωτικό καθώς εισερχόμαστε στην εποχή του Διαδικτύου των Πραγμάτων (εν συντομία IoT). «Αυτές οι συσκευές σχεδιάζονται με σκοπό να είναι φθηνές, αλλά να έχουν πρόσβαση στο Διαδίκτυο. Ενα τρωτό σημείο σε μια τέτοια συσκευή μπορεί να επιτρέψει σε μια στρατιά από bots να εξαπολύσουν μια επίθεση DDoS attack. Ο φθηνός τρόπος κατασκευής τους δεν επιτρέπει ιδιαίτερους ελέγχους ασφαλείας. Συχνά, δε, κατασκευάζονται σε ξένες χώρες και συνοδεύονται από εγχειρίδια που δεν διαβάζονται εύκολα. Οι συσκευές του IoT είναι μια προαναγγελθείσα καταστροφή».

Εχουν κάνει αρκετά οι ΗΠΑ –σε επίπεδο κράτους αλλά και ιδιωτικού τομέα– για να θωρακιστούν έναντι της παρέμβασης Ρώσων ή άλλων εξωτερικών παραγόντων στις επόμενες προεδρικές εκλογές; «Επιθέσεις όπως αυτή των Ρώσων το 2016 συνήθως εκμεταλλεύονται κάποιο τρωτό σημείο του συστήματος που δεν έχει εντοπιστεί. Αφού γίνει η επίθεση, είναι εύκολο να κλείσει αυτή η τρύπα. Θα ήταν, όμως, αφελές να πιστέψουμε ότι δεν υπάρχουν άλλες τρύπες, που ακόμη δεν έχουμε εντοπίσει. Η καλύτερη δυνατή προσέγγιση είναι η συνεχής παρακολούθηση του συστήματος ώστε μια ενδεχόμενη επίθεση να εντοπιστεί το ταχύτερο δυνατόν. Αυτό, εξ όσων αντιλαμβάνομαι, έχει ζητηθεί τώρα από τη Facebook. Δεν είμαι σίγουρος πόσο καλά θα τα καταφέρουν. Οσο βαρύτερες, πάντως, είναι οι κυρώσεις σε περίπτωση αποτυχίας, τόσο πιο ισχυρό θα είναι το κίνητρο της εταιρείας να συμμορφωθεί».

Τα επόμενα 20 χρόνια

Πώς θα εξελιχθεί στα επόμενα 20 χρόνια η ψηφιακή μας εξάρτηση; «Πριν από 20 χρόνια δεν υπήρχαν έξυπνα κινητά, η Amazon είχε μόλις ιδρυθεί, η Facebook και η Google δεν υπήρχαν και η Apple ήταν στα πρόθυρα πτώχευσης. Ο ρυθμός των αλλαγών συνεχίζει να επιταχύνεται – η πρόοδος των επόμενων 20 ετών θα είναι αντίστοιχη των προηγούμενων σαράντα. Θα τολμήσω να προβλέψω ότι τα έξυπνα κινητά μας θα έχουν εξελιχθεί έως τότε σε έξυπνους ψηφιακούς βοηθούς. Οι συσκευές αυτές ενδέχεται να είναι ενσωματωμένες στο δέρμα μας και θα διαχειρίζονται μεγάλο μέρος της ζωής μας χωρίς να χρειάζονται τη συνδρομή μας. Το e-mail δεν θα είναι πλέον απαραίτητο, καθώς η δική μου συσκευή θα επικοινωνεί με τη δική σας χωρίς να γνωρίζουμε εμείς ότι αυτό συμβαίνει. Εικάζω ότι τα πραγματικά καταστήματα λιανικής και τα έντυπα βιβλία και οι εφημερίδες θα είναι είδη πολυτελείας διαθέσιμα μόνο σε λίγους. Δεν θα υπάρχει ιδιαίτερη ανάγκη να κατέχουμε αυτοκίνητα – η Uber του μέλλοντος θα στέλνει αυτόνομα αυτοκίνητα για να μας μεταφέρουν στον προορισμό μας με τέτοια ευκολία, που δεν θα υπάρχει λόγος να διαθέτουμε το δικό μας μέσο. Αυτές είναι οι αλλαγές που μπορώ να φανταστώ αναλογιζόμενος την εξέλιξη των προϊόντων που ήδη υπάρχουν. Μου είναι εντελώς αδύνατο να προβλέψω τι νέες συσκευές θα εφευρεθούν».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ