Η κουβέντα μας αρχίζει απ’ τα παλιά. Καλοκαίρι του 1988. Η Ελένη Καραΐνδρου μπαίνει σε ένα ταξί, όπως θυμάται, και ανεβαίνει προς το Ηρώδειο για την πρώτη συναυλία της ζωής της, που θα της χάριζε συγχρόνως μια πρώτη επιβεβαίωση για τη δύναμη της μουσικής της: «Θυμάμαι να αναρωτιέμαι αν έπρεπε να περιμένω πέντε, δέκα ή εκατό ανθρώπους, και σίγουρα δεν περίμενα να δω ένα τσουνάμι να γεμίζει το θέατρο, κόσμο να στέκεται όρθιος στο διάζωμα και άλλους 1.500 να μένουν απέξω επειδή δεν χώρεσαν». Διακόπτει τον ειρμό της, για να με ρωτήσει αν θέλω να κάνει τις απαντήσεις της πιο σύντομες. Της ζητάω ευγενικά να μην το κάνει. Εκτός από σπουδαία συνθέτρια, είναι και ένας άνθρωπος που χαίρεσαι να την ακούς να μιλάει. Οπότε συνεχίζει. 

«Η βραδιά εκείνη ήταν εκπληκτική, η ομοψυχία των μουσικών ήταν κάτι που δεν έχω ξαναδεί, είχε παίξει ο Ντέιβιντ Λιντς, ο οποίος μόλις είχε έρθει απ’ την Αμερική, είχε τραγουδήσει η Φαραντούρη και είχε έρθει και ο Γιαν Γκαρμπάρεκ, που ήταν μύθος από τότε και με έκανε να νιώσω τόσο άνετα, που εγώ, που συνήθως ντρέπομαι να αυτοσχεδιάσω μπροστά σε τρεις ανθρώπους, αυτοσχεδίασα πάνω στη σκηνή. Ηχογραφήθηκε ζωντανά εκείνη η συναυλία κι έγινε κι ένας δίσκος που μετά έγινε χρυσός. Οπότε θα αναρωτιέσαι γιατί από τότε δεν ξαναπήγα στο Ηρώδειο, ε; Δεν προλάβαινα, αυτή είναι η απάντηση. Για να κάνεις μια συναυλία στο Ηρώδειο, χρειάζεται να έχεις μια ανάπαυλα, τρεις με τέσσερις μήνες, για να προετοιμάσεις τα πάντα, κι αυτό εγώ δεν το είχα ποτέ. Φέτος τα κατάφερα. Βρήκα τον χρόνο και θα γίνει».

Φέτος, λοιπόν, θα γίνει. Σε λίγες μέρες, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, θα επιστρέψει στο Ηρώδειο, τριάντα ένα χρόνια μετά από εκείνη την πρώτη της εμφάνιση, έχοντας πια ένα πολύ πιο πλούσιο ρεπερτόριο, μέρος του οποίου είναι και καινούργιο. Η κ. Καραΐνδρου θα παρουσιάσει τον εξαιρετικό τελευταίο της δίσκο, «Tous des oiseaux», που περιέχει έργα που γράφτηκαν για την ομώνυμη παράσταση του Wajdi Mouawad (καλλιτεχνικού διευθυντή του παρισινού Εθνικού Θεάτρου La Colline), αλλά και για την ταινία του Ιρανού Payman Maadi, «Bomb, A Love Story». Στο δεύτερο μέρος της συναυλίας θα ακουστούν παλιότερες συνθέσεις της κ. Καραΐνδρου, κλασικές πια, από τις γνωστές συνεργασίες της με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, τον Ζιλ Ντασέν και άλλους πολλούς σκηνοθέτες, τη δουλειά των οποίων συνόδευσε και σημάδεψε με τη μουσική της. Την καλλιτεχνική επιμέλεια της βραδιάς έχει ο Μάνφρεντ Άιχερ, μόνιμος συνεργάτης και φίλος της κ. Καραΐνδρου, στον οποίο αφιερώνεται αυτή η συναυλία, επ’ αφορμή και της επετείου των πενήντα ετών ζωής της δισκογραφικής ECM.

Τη ρωτάω αν τώρα, όπως θα ανεβαίνει ξανά προς το Ηρώδειο, όπου γνωρίζει ότι δεν θα είναι ούτε πέντε, ούτε δέκα, ούτε εκατό οι άνθρωποι που θα την περιμένουν, με τη γνώση της καθολικής αποδοχής, αν έχει περισσότερη αγωνία ή μεγαλύτερη διάθεση να μοιραστεί τη μουσική της. Αρνείται κατηγορηματικά και τα δύο. «Νιώθω ακριβώς το ίδιο», λέει.

 

 

«Κάνουμε μονίμως τα ίδια λάθη»

Τη μουσική της σήμερα τη γνωρίζουμε όλοι, ακόμα κι αν δεν ξέρουμε πάντα ότι είναι δική της. Κι αυτό συμβαίνει επειδή έχει χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα από πολλούς και ποικιλοτρόπως, συνήθως μάλιστα εν αγνοία της. «Πριν από πολλά χρόνια, είχε παιχτεί στην τηλεόραση ένα αργεντίνικο σίριαλ και είχαν πάρει τα θέματα απ’ τον δίσκο μου “Music for Films”, και αντί για το όνομά μου υπήρχε κάποιου άλλου, που έκανε μια “μουσική επιμέλεια”. Προβληματίστηκα τότε και μου πρότειναν να κάνω αγωγή, αλλά αποφάσισα να μην ασχοληθώ και γενικά να μη με απασχολούν αυτά τα πράγματα. Δεν μπορώ να περνάω τη ζωή μου στα δικαστήρια. Ας κάνουν ό,τι θέλουν. Εγώ θέλω να είμαι αφοσιωμένη στην οικογένειά μου, στους φίλους μου και στη μουσική μου». 

Βεβαίως, δεν είναι μόνο τα αργεντίνικα σίριαλ που μπορεί να «δανειστούν» τη μουσική της. Υπάρχει το χαρακτηριστικό παράδειγμα του «Ροκ της καντίνας» (από τον «Μελισσοκόμο» του Αγγελόπουλου) που έχει χρησιμοποιηθεί από τον Ανδρέα Παπανδρέου σε τρέιλερ και συγκεντρώσεις και αργότερα από τον Αλέξη Τσίπρα, υπό τους ήχους του οποίου έκανε την πρώτη του εμφάνιση ως πρωθυπουργός το 2015. «Δεν με πειράζει, δεν είμαι ούτε μανιακή ούτε φανατική με τίποτα. Δεν είναι ότι πήρε τη μουσική μου η Χρυσή Αυγή».

Καθώς είναι οι πρώτες μέρες μετά τις Ευρωεκλογές, της ζητάω ένα σχόλιο. «Η Ελλάδα πέρασε βαριά κρίση», μου λέει. «Θέλει μεγάλη προσοχή τώρα, γιατί εγώ βλέπω ότι τα τελευταία χρόνια κάπως αρχίσαμε να ζούμε καλύτερα, μην κάνουμε πάλι λάθη. Διαβάζοντας την ιστορία, βλέπω ότι από το 1821 κάνουμε μονίμως τα ίδια λάθη, δεν μαθαίνουμε με τίποτα». Έχει πολιτική άποψη και έχει συμπάθειες, ωστόσο η σκέψη της δεν ακολουθεί καμία «γραμμή». Δεν ανήκει πουθενά. «Είμαι Ελληνίδα», λέει, «με την καλή έννοια, με την έννοια ότι αυτόν τον τόπο τον νοιάζομαι. Δεν διαμαρτύρομαι για την υπερφορολόγησή μου, φέρνω τα χρήματά μου από το εξωτερικό, τα δηλώνω, πληρώνω αγόγγυστα. Για τον τόπο μου».

«Επιλογή ζωής να είμαι ελεύθερη»

Αυτόν τον τόπο, πάντως, χρειάστηκε να εγκαταλείψει επί δικτατορίας, αφού πρώτα είχε συλληφθεί, ακολουθώντας τον δρόμο χιλιάδων Ελλήνων προς το Παρίσι μαζί με τον τετράχρονο γιο της. Εκεί, στο περιθώριο του Μάη του ’68, βρήκε μια εκλεκτή συντροφιά: τη Μαρία Φαραντούρη, που κοιμόταν στο σπίτι της, τον Νίκο Κούνδουρο, που έφτιαχνε μακαρονάδες, τον Κακογιάννη, τη Μερκούρη, τον Ντασέν. Εκεί γνώρισε και τον Μάνο Χατζιδάκι, που άκουσε τη μουσική της· επιστρέφοντας στην Ελλάδα, συνεργάστηκαν στο Τρίτο Πρόγραμμα. «Είναι δύσκολο να υπάρξει ξανά η ευφυΐα του Μάνου. Ήταν μια φυσιογνωμία που δεν ξαναγίνεται. Ανοιχτόμυαλος, ελεύθερος και μεγάλος καλλιτέχνης – και πολύ γενναιόδωρος. Γιατί καλλιτέχνης σημαίνει ότι κάνεις την ψυχή σου αντίδωρο και τη δίνεις στον κόσμο. Αν είσαι μίζερος και σε νοιάζουν ο εαυτός σου και η δόξα και τα χρήματα, δεν είσαι μεγάλος καλλιτέχνης, έτσι πιστεύω εγώ».

Σε όλη της την καριέρα αυτό το έκανε πράξη. Η Ελένη Καραΐνδρου έχει δώσει την ψυχή της. Και ίσως γι’ αυτό κατάφερε να δουλεύει πάντα με τους δικούς της όρους. Δεν δεσμεύτηκε ποτέ με κανένα συμβόλαιο που θα καταπίεζε την καλλιτεχνική ή προσωπική της ελευθερία. «Ήταν από την πρώτη στιγμή μια επιλογή ζωής, να μην μπω ποτέ κάτω από κανένα καπέλο, αν θέλω έναν χρόνο να πάω να ζήσω στο βουνό, να μπορώ. Ούτε έχω ατζέντη. Είπα όχι και σ’ αυτό. Δεν θέλω κανένας να με εκπροσωπεί ούτε να μου διοργανώνει συναυλίες. Έτσι κι αλλιώς, εγώ γράφω μουσική για ορχήστρα, χρειάζομαι το λιγότερο 35 άτομα πάνω στη σκηνή, ποιος ατζέντης θα μου τους βρει; Ευτυχώς, αυτό λύθηκε μόνο του. Με καλούν οι ορχήστρες». Το γεγονός πάντως ότι διάλεξε τον δρόμο αυτόν, της ελευθερίας, να δουλεύει εκτός συστήματος και με τους όρους της, σημαίνει και ότι έχασε την ευκαιρία να κερδίσει πολύ περισσότερα χρήματα. Το ξέρει. «Δεν πειράζει», μου λέει χαμογελαστή, «τι να κάνουμε;». ■

Tous des oiseaux (Όλοι ελεύθεροι σαν τα πουλιά), Ωδείο Ηρώδου Αττικού, 14 Ιουνίου, greekfestival.gr

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ