ΜΟΥΣΙΚΗ

Δύο βραδιές μουσικής δωματίου με ξεχωριστό ενδιαφέρον

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Εργα που προϋποθέτουν πιανίστα ικανό να δει πίσω από τις νότες ερμήνευσε η Λευκή Καρποδίνη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Ερωτας - θάνατος στα χρόνια του ρομαντισμού» ήταν το θέμα του πιο πρόσφατου ρεσιτάλ πιάνου της Λευκής Καρποδίνη, το οποίο πραγματοποιήθηκε στις 23 Μαΐου στο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Θεοχαράκη. Εργα του Ρόμπερτ και της Κλάρας Σούμαν, του Μπραμς, του Λιστ και του Σοπέν γραμμένα περί τα μέσα του 19ου αιώνα, λίγο πριν από τον βαγκνέριο «Τριστάνο», που στην καταληκτική σκηνή του οδήγησε έρωτα και θάνατο στην υπερβατική τους συναίρεση.

Συνθέσεις όπως οι νεανικές «Τέσσερις Μπαλάντες» του ερωτευμένου Μπραμς και η «Φαντασία» σε φα ελάσσονα του τριαντάχρονου Σοπέν που εναλλάσσει μεταξύ τους τόσο διαφορετικές διαθέσεις, έχουν κυρίως ανάγκη από σημαντικές ερμηνευτικές αρετές παρά από τεχνική κατάρτιση και δεξιοτεχνική άνεση. Προϋποθέτουν ένα πιανίστα ο οποίος να βλέπει πίσω από την επιφάνεια, ώστε με εργαλείο τις νότες να αναδείξει τον ταραγμένο κόσμο που κρύβει η μουσική.

Η Λευκή Καρποδίνη έχει αποδείξει αρκετές φορές ότι δεν φοβάται να αναμετρηθεί με τη δίνη των έντονων συναισθημάτων που κρύβουν τα έργα αυτά. Οι ερμηνείες της κάνουν ακριβώς αυτό: απογυμνώνουν τα έργα από περιττά φκιασίδια και εξωραϊσμούς και προσφέρουν στο ακροατήριο γυμνό το συναίσθημα που αναδύεται από αυτά, καθαρό, άμεσο, έντονο. Ρίχνουν στη μουσική ένα ασπρόμαυρο φως που δημιουργεί έντονες σκιές και προβάλλουν τα μουσικά έργα σαν έργα γλυπτικής. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ίδια δεν διαθέτει εξίσου λυρικές όψεις όταν υπάρχει λόγος κι όταν δίνεται αφορμή, όπως στα «Ονειρα αγάπης» του Λιστ ή στις «Τρεις Ρομάντσες» έργο 21 της Κλάρας Σούμαν.

Λίγες μέρες νωρίτερα, στις 15 Μαΐου, η υψίφωνος Λυδία Ζερβάνου και ο πιανίστας Δημήτρης Γιάκας μετέφεραν το κοινό τους στο Βερολίνο του 1920. Στην αίθουσα συναυλιών «Λούλη Ψυχούλη» του ωδείου Athenaeum πραγματοποίησαν συναυλία με πολύ ενδιαφέρον πρόγραμμα, το οποίο έφερνε σε διάλογο δασκάλους και μαθητές, Γερμανούς συνθέτες της εποχής και Ελληνες που βρέθηκαν στη γερμανική πρωτεύουσα και μαθήτευσαν πλάι τους. Γιάκας και Ζερβάνου διαμόρφωσαν το πρόγραμμά τους έτσι ώστε οι συνθέτες να διαδέχονται ο ένας τον άλλον, με αποτέλεσμα οι συγγένειες και οι επιδράσεις ανάμεσά τους να φανερώνονται άμεσα. Δεν περιέλαβαν μόνο δημοφιλή τραγούδια, αλλά απέδωσαν και αρκετά λιγότερο γνωστά. Ξεκινώντας από ένα τραγούδι του Ελβετού Πάουλ Γιούον, η βραδιά απαρτίστηκε από κομμάτια των Κωνσταντινίδη, Μητρόπουλου, Μπουζόνι, Σένμπεργκ, Βάιλ, Σκαλκώτα και Ξηρέλλη. Το ύφος ποίκιλε, καθώς σε ορισμένα η μουσική γραφή προϋπέθετε μουσικά ενημερωμένους ακροατές, ενώ σε άλλα απευθυνόταν στο ευρύ κοινό.

Αντίστοιχα, οι ερμηνευτικές απαιτήσεις ήταν διαφορετικές.

Η Λυδία Ζερβάνου ανταποκρίθηκε κατ’ αρχάς με άριστη άρθρωση σε διάφορες γλώσσες (ελληνικά, γερμανικά, γαλλικά), με τονική ακρίβεια ακόμα και στις πιο απαιτητικές συνθέσεις και με ερμηνευτική γενναιοδωρία στις πιο δημοφιλείς. Πλάι της και χάρη στην εμπειρία του, ο Δημήτρης Γιάκας έθετε το πλαίσιο και την αισθητική κάθε μικρογραφίας, δίνοντας το στίγμα του μικρόκοσμου καθεμιάς. Περισσότερο από ένα ρεσιτάλ με τραγούδια, μαζί ανέπλασαν μια εποχή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ