ΘΕΑΤΡΟ

Η «Ορέστεια» σε τρεις αναγνώσεις

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Οι ταλαντούχες σκηνοθέτιδες (από αριστερά) Λίλλυ Μελεμέ, Γεωργία Μαυραγάνη και Ιώ Βουλγαράκη δοκιμάζονται για πρώτη φορά στο αργολικό θέατρο. PATROKLOS SKAFIDAS

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μοιάζει με ιστορία τρόμου γεμάτη μίση, εκδίκηση, φονικά, αίμα. Με έντονη δράση, σασπένς και συναισθηματικές εκρήξεις. Η «Ορέστεια» του Αισχύλου, η μοναδική σωζόμενη αρχαία τριλογία από την κλασική αθηναϊκή δραματουργία που πρωτοπαρουσιάστηκε το 458 π.Χ., αποτελείται από τις τραγωδίες «Αγαμέμνων», «Χοηφόροι» και «Ευμενίδες». Αυτές ακριβώς ανέλαβαν να παρουσιάσουν σε ενιαία παράσταση στο αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου (στις 28 και 29 Ιουνίου) τρεις ταλαντούχες σκηνοθέτιδες, ύστερα από πρόταση του διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου Στάθη Λιβαθινού. Τολμηρό πείραμα για την Ιώ Βουλγαράκη, τη Λίλλυ Μελεμέ και τη Γεωργία Μαυραγάνη, οι οποίες δοκιμάζονται για πρώτη φορά στο αργολικό θέατρο. Μια παραγωγή σε μετάφραση του Κ.Χ. Μύρη, με τρεις δημιουργούς να δίνουν τη σκυτάλη στην επόμενη. Σαράντα ένας ηθοποιοί παίρνουν μέρος στην παραγωγή, η οποία δεν θα ξεπεράσει τις τέσσερις ώρες, ενώ οι μεταβάσεις των έργων θα είναι και αυτές μέρος της αφήγησης. Ας δούμε τι λένε οι τρεις τους στην «Κ»:

Ιώ Βουλγαράκη

Ο «Αγαμέμνων» ξεκινάει με το φως της ημέρας, στις 8.30 το βράδυ, και έχει να συναγωνισθεί το σούρουπο της Επιδαύρου, λέει η Ιώ Βουλγαράκη που πήρε το ιδιαίτερο όνομά της όταν η έγκυος μητέρα της παρακολουθούσε με τη μεγάλη κόρη της στο αργολικό θέατρο τον «Προμηθέα Δεσμώτη». Εκεί έπεσε ως ιδέα το όνομα της Ιούς.
Η αφήγησή της για τα πάθη του οίκου των Ατρειδών ξεκινάει από τη θυσία της Ιφιγένειας. «Αυτή ορίζει το έργο, ψυχικά, δραστικά, ποιητικά. Εχουμε την επιστροφή του βασιλιά Αγαμέμνονα και τη δολοφονία του από τη γυναίκα του Κλυταιμνήστρα, η οποία περίμενε 10 χρόνια για να διαπράξει το έγκλημα. Για μένα η Κλυταιμνήστρα δεν είναι ούτε άντρας ούτε γυναίκα αλλά ένα πλάσμα που άφησε τη μήτρα του στην Αυλίδα. Από τη στιγμή που της πήραν την Ιφιγένεια, δεν είναι η ίδια. Υιοθετεί χαρακτηριστικά του κυρίαρχου φύλου για να επιβιώσει σε μια πατριαρχική συνθήκη και με εμμονή περιμένει να εκδικηθεί τη θυσία του παιδιού της. Η μετάλλαξή της επηρεάζει την αφήγηση και τη δράση. Το βασικό δίπολο της ιστορίας είναι η σύγκρουσή της με τον χορό. Οσο για το καθεστώς της μητριαρχίας σε σχέση με την Κλυταιμνήστρα, στο οποίο συχνά αναφέρονται, εμείς επιμείναμε στο γεγονός ότι δεν υπήρχε καμία απόδειξη γι’ αυτό. Για εμάς είναι μια γυναίκα που πρέπει να υπάρξει σε έναν απόλυτα πατριαρχικό κόσμο. Μέχρι τον στίχο 1417, σχεδόν πριν από το τέλος του έργου, όπου λέει την περίφημη φράση “τον πιο γλυκό της γέννας μου τον πόνο”, η μητρότητα δεν έχει ανοίξει ως θέμα. Το γένος και η κληρονομικότητα είναι επίσης ένα θέμα στον Αισχύλο. Το πώς οι νεκροί μας στοιχειώνουν. Μιλάμε για έναν βασιλιά σφαγέα».

Η Ιώ Βουλγαράκη μπορεί να έχει έξι χρόνια στο θέατρο, αλλά αυτό μπήκε στη ζωή της από παιδί. Σπούδασε φιλολογία στο ΕΚΠΑ, υποκριτική στο Εθνικό Θέατρο «αλλά εγκαίρως κατάλαβα ότι αυτή δεν με κάνει ευτυχισμένη». Τόλμησε και έφυγε στη Μόσχα έπειτα από δύο μόλις χρόνια μαθημάτων ρωσικής γλώσσας, και έλειψε συνολικά έξι. Επέστρεψε αριστούχος του Ρωσικού Πανεπιστημίου Θεατρικής Τέχνης GITIS. Εύκολα δεν ήταν. «Μιλούσαν όλοι ρωσικά, τα μαθήματα γίνονταν στην ίδια γλώσσα και κανείς δεν επιβράδυνε για να βοηθηθείς. Αναγκαστικά μαθαίνεις. Στη Μόσχα ξεκίνησαν όλα από την αρχή». Τι έμαθε; «Το σημαντικότερο: τον τρόπο και το ήθος με τα οποία ονειρεύομαι να δουλεύω».
Τι σημαίνει όμως να κάνεις θέατρο στην Ελλάδα σήμερα; «Οτι είσαι πολύ απροστάτευτος. Για να επιβιώσεις και να βιοποριστείς πρέπει διαρκώς να παράγεις, να παράγεις… Είναι μια στρεβλή κατάσταση. Παλεύουμε με αίτημα τον χρόνο».

Λίλλυ Μελεμέ

Με τις «Χοηφόρους» η Λίλλυ Μελεμέ έχει παρελθόν. Το αγαπά πολύ αυτό το έργο γιατί ήταν μία από τις τραγωδίες που την εντυπωσίασαν μικρή, όταν την είδε από το Θεσσαλικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Κώστα Τσιάνου. Ηταν από εκείνα τα ντροπαλά παιδιά που έβλεπαν θέατρο και παθιάζονταν με τη λογοτεχνία. Αργότερα, συμμετείχε ως ηθοποιός στην αναβίωση εκείνης της παράστασης από το Θεσσαλικό. Σήμερα, μετρά 20 χρόνια στο θέατρο. Με αυτά τα συναισθήματα πηγαίνει στην Επίδαυρο – και ένα βάρος ευθύνης. Ομως την καθησυχάζει το γεγονός ότι η πρώτη γνωριμία με το αργολικό θέατρο, ως ηθοποιός, της άφησε ένα φιλικό αίσθημα: «Νιώθαμε κομμάτια μιας μεγάλης αγκαλιάς».

Οι «Χοηφόροι» που σκηνοθετεί, συμπυκνώνουν το μεγαλύτερο κομμάτι της δράσης της τριλογίας. «Είμαστε δέκα χρόνια μετά τον φόνο του Αγαμέμνονα, σε μια ηλεκτρισμένη κατάσταση αναμονής. Ο παλιός κόσμος, όπως τον γνώρισαν οι ήρωες, έφτασε σε τέλμα και πρέπει κάτι να συμβεί. Συχνά, αντιμετωπίζουμε τον Αισχύλο σαν κάτι παλιό και όχι τόσο καινοτόμο όπως είναι ο αγαπημένος των καλλιτεχνών, ο Ευριπίδης. Είναι όμως πολύ τολμηρός δραματουργός και εστιάζει στην ιστορία».

Το έργο ξεκινάει με την επιστροφή του Ορέστη που όλοι τον περιμένουν ως εκδικητή για τον φόνο του πατέρα του, αλλά και για να βάλει ένα τέλος στον φαύλο κύκλο του αίματος. «Θα κόψει τον ομφάλιο λώρο με το παρελθόν, διαπράττοντας το πιο δύσκολο έγκλημα, της μητέρας του. Είναι ο άνθρωπος που θα φέρει το καινούργιο. Στον Αισχύλο μου αρέσει επίσης ο τρόπος που επιτείνει το σασπένς». Αλλο σημείο στο οποίο στέκεται είναι ότι η ιστορία του Ορέστη που φεύγει καταδιωκόμενος από τις Ερινύες, τελειώνει με ένα ερωτηματικό, τελειώνει σε άρση».

Αγαπά ιδιαίτερα τα λόγια του χορού: «Ηρθε ο καιρός να ξεπλύνει το μίασμα των αρχαίων αιμάτων ένα παιδί». «Ενα παιδί που έχει καθήκον να εκδικηθεί για τους νεκρούς της γενιάς του. Το αναλαμβάνει παρά τα εμπόδια, και αυτό τον καθιστά συνειδητό πολίτη ενός καινούργιου κόσμου. Ο παλιός κόσμος έχει χρεοκοπήσει ηθικά, κοινωνικά και πολιτικά.

Υπάρχει, όπως βλέπετε, μια συγκινητική αναλογία με το σήμερα. Για μένα η Ορέστεια είναι η ιστορία του ανθρώπου».

Γεωργία Μαυραγάνη

Είναι δασκάλα και σκηνοθέτις. Στα 13 χρόνια που καταφέρνει να συνδυάζει τις δυο αγάπες της, φέτος πήρε πρώτη φορά άδεια άνευ αποδοχών για ένα χρόνο. Με οργανική θέση σε σχολείο της οδού Λιοσίων, της αρέσει πολύ η δουλειά της εκπαιδευτικού «γιατί έρχομαι σε επαφή με την πραγματικότητα και γειώνομαι».
Αισθάνεται συγκίνηση που ανέλαβε το τρίτο μέρος της αισχύλειας τραγωδίας, τις «Ευμενίδες». «Το έργο αυτό έχει πολλές καινοτομίες, για παράδειγμα δεν έχει ενότητα του χώρου ούτε του χρόνου. Από τους Δελφούς βρισκόμαστε ξαφνικά στην Αθήνα, αλλά δεν ξέρουμε πόσα χρόνια μεσολάβησαν. Εχουμε την καταδίωξη του Ορέστη από τις Ερινύες και τη διαδικασία που θα περάσει για να εξευμενιστούν, αθωώνοντας το έγκλημά του. Η λύση δίνεται στον Αρειο Πάγο, το δικαστήριο των Αθηνών». Ορέστης και Ερινύες υπερασπίζονται τις θέσεις τους. Με την ψήφο της Αθηνάς κηρύσσεται αθώος. Η δίκη των θεών γίνεται δικαιοσύνη των ανθρώπων.

Το έργο δείχνει «πώς διαχειρίζεται κάποιος το πολιτικό, προσωπικό και γενεαλογικό παρελθόν του. Οταν ο Ορέστης αθωώνεται και δίνει όρκο στην πόλη της Αθήνας, δεν μιλάει για τον εαυτό του αλλά και για τους προγόνους και τους απογόνους. Εχει σημασία πως αποφάσισαν οι άνθρωποι να αποδώσουν δικαιοσύνη. Οι Ερινύες έχουν καταχωρισθεί στη συνείδησή μας σαν κάτι κακό, αλλά είναι οι πρωταγωνίστριες εδώ. Πρεσβεύουν το παλιό δίκαιο αλλά συγχρόνως είναι αδέκαστες και ακριβοδίκαιες και ο Αισχύλος λέει πως αυτό το στοιχείο δεν πρέπει να χαθεί».

Το ενδιαφέρον για τον 20χρονο θεατή; «Θα του πει πολλά. Εχω την αίσθηση ότι αυτή η γενιά γύρω στα 20 έχει μια ιστορική άγνοια, έχει όμως και περισσότερη αγωνία. Στην ηλικία τους είχα περισσότερες γνώσεις αλλά και έναν εφησυχασμό πλαστό». Η τριλογία κλείνει με μια προσπάθεια καθαρμού. «Δεν σημαίνει ότι έχουμε ένα χάπι εντ χωρίς κόστος. Είναι σαν να μας λέει ο Αισχύλος να σκύψουμε στο παρελθόν μας, να κατανοήσουμε για ποιο λόγο συμβαίνουν τα πράγματα. Υπάρχει μια αποδοχή ότι άνθρωποι και θεοί πρέπει να συνεργαστούν».

Οπως και στις άλλες παραστάσεις της, και εδώ προσπάθησε να βρει τον πυρήνα του έργου. «Επειτα τον τρόπο ώστε αυτό να ερμηνευτεί ως προσωπικό βίωμα για τους ηθοποιούς». Τέλος, η σκηνοθετική γραφή έπρεπε να επαληθεύει την ιστορία. «Δεν είναι ένα έργο που έχει μόνο σασπένς. Πρέπει κανείς να ξέρει πως διαχειρίζεται τους νεκρούς του. Μου άρεσε αυτό, όπως ότι ξεκινάει με μια προσευχή».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ