ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Κισμέτ, η ζωή σαν τούρκικη σαπουνόπερα

ΞΕΝΙΑ ΚΟΥΝΑΛΑΚΗ

Στα θλιμμένα μάτια της Τουρκάλας πρωταγωνίστριας καθρεφτίζονται παρόμοιες ιστορίες γυναικών, που υποχρεώθηκαν από τις οικογένειές τους να παντρευτούν ηλικιωμένους συζύγους.

«Κισμέτ» σημαίνει πεπρωμένο και είναι ο τίτλος μιας τουρκικής σαπουνόπερας που άρχισε να προβάλλεται πριν από τέσσερα χρόνια στη χώρα μας. Ετσι λέγεται και το ντοκιμαντέρ της Νίνας Μαρίας Πασχαλίδου, που ταξιδεύει από τη Βέροια μέχρι την Αίγυπτο, τα Εμιράτα, τη Βοσνία, τη Βουλγαρία και την Τουρκία για να ανιχνεύσει την επιρροή που είχαν οι τουρκικές σειρές στη χειραφέτηση γυναικών στη Βόρειο Αφρική, στη Μέση Ανατολή, ακόμη και στα Βαλκάνια. «Οι τουρκικές σαπουνόπερες έχουν πάντα καλό τέλος», λέει μία από τις γυναίκες που εμφανίζονται στην ταινία της. Πράγματι, η σκηνοθέτις συνάντησε γυναίκες που ταυτίστηκαν με τις πρωταγωνίστριες των σειρών και ξέφυγαν από το πεπρωμένο τους, διεκδικώντας δικαιώματα αυτονόητα στον δυτικά κόσμο. 

– Πώς γεννήθηκε η ιδέα του ντοκιμαντέρ; Ηταν κάτι που είδατε; Το παράδειγμα κάποιας γυναίκας; 

– Οχι, δεν είδα κάτι, διάβασα κάτι. Oλοκλήρωνα την υποτροφία μου στην Ουάσιγκτον, όταν μια φίλη μου Τουρκάλα, η Νέσε, μου έδειξε ένα άρθρο στην Washington Post για τις τουρκικές σαπουνόπερες το οποίο μιλούσε και για το φαινόμενο των σειρών, αλλά και για την επιρροή που έχουν στις γυναίκες, κυρίως στη Μέση Ανατολή και στη Βόρεια Αφρική. Ανέφερε το παράδειγμα μιας γυναίκας στη Σαουδική Αραβία, η οποία παρακολουθούσε τη σειρά «Ασημένια Φεγγάρια» και χώρισε τον άντρα της έπειτα από χρόνια εγκλεισμού και βίας. Οταν επέστρεψα στην Ελλάδα, είδα ότι και η γιαγιά μου, αλλά και πολύς ακόμη κόσμος παρακολουθούσαν τις τουρκικές σαπουνόπερες φανατικά. Αποφάσισα τότε να γυρίσω ένα ντοκιμαντέρ γι’ αυτό το θέμα και να εξερευνήσω τους τρόπους με τους οποίους οι σειρές αυτές επηρεάζουν γυναίκες στον κόσμο. 

– Πόσο εύκολο ήταν να κάνετε γυρίσματα στα σπίτια τους; 

– Θεώρησα όντως ότι ήταν ένας διαφορετικός τρόπος για να εξερευνήσει κανείς το θέμα των δικαιωμάτων των γυναικών και να κοιτάξει μέσα από την κλειδαρότρυπα σε σπίτια στα οποία δεν υπάρχει πρόσβαση με άλλον τρόπο. Είναι αλλιώς να πεις σε μια γυναίκα «θέλω να σε κινηματογραφήσω γιατί ο άντρας σου σε δέρνει» από το «θέλω να σε κινηματογραφήσω και να μιλήσουμε για τις αγαπημένες σου σειρές και ηθοποιούς, και να πούμε και για τα προβλήματά σου».

– Να σημειώσουμε εδώ ότι τα γυρίσματα έγιναν στη διάρκεια της Αραβικής Ανοιξης. 

– Ναι, γι’ αυτό η έρευνα για την ανεύρεση των πρωταγωνιστών ήταν ιδιαίτερα απαιτητική. Στην Αίγυπτο, αλλά και στην Τουρκία, πραγματοποιήσαμε ρεπεράζ πολλών εβδομάδων προκειμένου να συναντήσουμε γυναίκες από κάθε κοινωνική τάξη, από πολλές περιοχές, που εμπνέονται από τις σαπουνόπερες. Ηταν μια καταπληκτική εμπειρία διότι ειδικά στην Αίγυπτο, σε μια περίοδο μετά την Αραβική Ανοιξη, ήταν εντυπωσιακό να δει κανείς την απουσία προτύπων και την ανάγκη για νέα είδωλα, τα οποία προέρχονται από την Τουρκία, με τη μορφή τηλεοπτικών ηρωίδων. Ρόλοι που σπάνε ταμπού και ανοίγουν νέους ορίζοντες για τις γυναίκες. Σε άλλες χώρες είχαμε την ανεκτίμητη βοήθεια των συμπαραγωγών μας, οι οποίοι με την εμπειρία τους στήριξαν την έρευνα και προετοίμασαν την παραγωγή του ντοκιμαντέρ.

– Στην αρχή, θυμάμαι ότι καταπιανόμασταν με το φαινόμενο ως προσπάθεια πολιτισμικού ιμπεριαλισμού εκ μέρους της Τουρκίας. Πώς προέκυψε ο φεμινιστικός ρόλος τους;

– Ναι, σίγουρα οι τουρκικές σαπουνόπερες είναι ένα είδος πολιτιστικής, επεκτατικής πολιτικής, όπως ήταν και το Dallas και η Δυναστεία πολιτιστική επεκτατική πολιτική των ΗΠΑ. Αλλά δεν πιστεύω σε ακραία σενάρια που λένε ότι η κάθε σαπουνόπερα γράφεται και χρηματοδοτείται από την ίδια την τουρκική κυβέρνηση, γιατί αυτό δεν ισχύει. Γνώρισα πολλούς σεναριογράφους αλλά και παραγωγούς, οι οποίοι όταν ξεκίνησαν αυτές τις σειρές δεν γνώριζαν καν ότι θα γίνονταν τόσο μεγάλη επιτυχία. Η φεμινιστική πλευρά τους ήταν ο λόγος που γύρισα αυτό το ντοκιμαντέρ εξαρχής. Δεν με ενδιέφερε τόσο ο πολιτιστικός ιμπεριαλισμός, κυρίως γιατί αυτό είναι ένα θέμα που απασχολεί κυρίως την Ελλάδα, καθώς και άλλες βαλκανικές χώρες. Το Κισμέτ είναι μια διεθνής παραγωγή και το κοινό του είναι παγκόσμιο. Η διάκρισή του στο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ του Αμστερνταμ νομίζω ότι το έδειξε αυτό. 

– Δώστε μας κάποια παραδείγματα γυναικών των οποίων οι ζωές άλλαξαν με τη βοήθεια των σειρών αυτών. 

– Σε μία από τις ιστορίες, η Σαμίρα, ακτιβίστρια από το Κάιρο, που συμμετείχε στην επανάσταση και υπέστη σεξουαλική παρενόχληση από αξιωματούχους του στρατού, δηλώνει πως «χρειαζόμαστε τουρκικές σειρές σαν τη “Φατμαγκιούλ” οι οποίες προβάλλουν τα δικαιώματα των γυναικών, σπάνε ταμπού και παροτρύνουν τις γυναίκες να μιλούν ανοιχτά». Η Σαμίρα μήνυσε τον αιγυπτιακό στρατό και κατάφερε να σταματήσει τα τεστ παρθενίας στο Κάιρο. 

Μια άλλη από τις πρωταγωνίστριες,  η Σαμάρ, ήταν αποκλεισμένη στο σπίτι της από τον σύζυγό της για δεκατρία ολόκληρα χρόνια, παρακολουθώντας μόνο σαπουνόπερες. Χάρη στη σειρά «Φατμαγκιούλ» βρήκε τη δύναμη να χωρίσει τον άντρα της και να απευθυνθεί στη Δικαιοσύνη για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της σεξουαλικής κακοποίησης από τον σύζυγό της. 

– Αισθανθήκατε ποτέ ενοχές ότι «ξεπλένετε» τη χαμηλή αισθητική προϊόντων υποκουλτούρας; 

– Οχι δεν αισθάνθηκα ενοχές. Ισα ίσα, θεωρώ ότι το ντοκιμαντέρ αυτό ρίχνει φως σε μια αθέατη πλευρά των σειρών, η οποία δεν είναι ορατή μόνο στην ταινία αυτή. Υπάρχουν πανεπιστημιακές μελέτες και διατριβές για τις τουρκικές σαπουνόπερες σχετικά με την επιρροή τους στις γυναίκες. Επίσης, αυτά τα «προϊόντα υποκουλτούρας» είναι κομμάτι της ζωής μας και αποτελούν αντικείμενο μελέτης είτε σε μια ταινία είτε σε ένα άρθρο είτε σε μια διατριβή. Εδώ στην Ελλάδα θεωρούμε τις σαπουνόπερες ευτελείς. Σας πληροφορώ πως αυτοί που τις χαρακτηρίζουν με αυτόν τον τρόπο είναι εκείνοι που συνήθως τις παρακολουθούν φανατικά.

Προσωπικά τρέφω τον ίδιο σεβασμό για μια γυναίκα που παρακολουθεί τη «Φατμαγκιούλ» και εμπνέεται από αυτήν με μια γυναίκα που παρακολουθεί την ταινία «Οι Γυναίκες του λεωφορείου Νο 678» του Αιγύπτιου Μοχάμεντ Ντιάμπ. 

Τα «τούρκικα» στα ελληνικά σαλόνια

«Οσο θυμάμαι τον εαυτό μου, βλέπω σινεμά. Στη Βόρειο Ελλάδα και στα νησιά κοντά στα τουρκικά παράλια ήταν ανέκαθεν πολύ διαδεδομένη η τουρκική τηλεόραση. Εγώ ας πούμε, θυμάμαι τους παππούδες μου να μαλώνουν στα τούρκικα», λέει η Ευρυδίκη, 58 ετών, συνταξιούχος και κάτοικος Θεσσαλονίκης, που ανήκει στο φανατικό γυναικείο κοινό όλων των τουρκικών σειρών. Κατά τη γνώμη της, αυτό που προσελκύει το ενδιαφέρον στις σαπουνόπερες της γειτονικής χώρας δεν είναι τόσο η ποιότητά τους, όσο η ένδεια των εγχώριων σειρών. «Δεν βλέπουν οι Ελληνες τηλεθεατές εξίσου καλές ντόπιες παραγωγές, γι’ αυτό καταφεύγουν στα τούρκικα», διατείνεται. Η Αντωνία, 70 ετών, συνταξιούχος, κάτοικος Αθηνών, συμφωνεί. «Οι ηθοποιοί είναι εξαιρετικοί. Με εντυπωσιάζουν ειδικά τα παιδιά, πόσο φυσικά παίζουν. Καθόλου επιτηδευμένα», εξηγεί.

«Επίσης είναι όλοι τους κούκλοι. Ειδικά ο Ονούρ», λέει και γελάει πονηρά, αναφερόμενη στον πρωταγωνιστή της σειράς «Σουλεϊμάν», Χαλίτ Εργκέντς. 

Ο «Σουλεϊμάν» ήταν η σειρά που κίνησε το ενδιαφέρον της Βαρβάρας, 47 ετών, η οποία έχει σπουδάσει Νεοελληνική Φιλολογία και Ιστορική Ανθρωπολογία της Μεσαιωνικής Δύσης στο Παρίσι. «Αν και παρακολουθώ σπάνια τηλεόραση, άρχισα να χαζεύω τυχαία τον “Σουλεϊμάν”, με μια κατ’ αρχάς ισχυρή δόση  προκατάληψης και χλεύης για τα “τούρκικα”. Για τους επόμενους μήνες κόλλησα. Οι φίλοι μου με ειρωνεύονταν. Κι όμως, εγώ κάθε φορά που έβλεπα τη σειρά ανακάλυπτα κάτι καινούργιο που μου κέντριζε το ενδιαφέρον και με ενθουσίαζε», διηγείται. 

«Αυτό που κυρίως αναγνώρισα στη σειρά ήταν ένα προϊόν μαζικής κουλτούρας που δεν μας μιλάει για το παρελθόν, αλλά για το παρόν. Τη σημερινή τουρκική κοινωνία διαβάζουμε μέσα στις σκηνές της σειράς και όχι το χθες. Τον Σουλεϊμάν τον είδα σαν μια σύγχρονη επανεπίσκεψη του ιστορικού παρελθόντος και μάλιστα μιας εξόχως ένδοξης σελίδας του, επιλογή διόλου τυχαία σήμερα, σε μια στιγμή, δηλαδή, αναπτυξιακής εκτίναξης της χώρας: η ρωμαλέα σύγχρονη Τουρκία επιλέγει να καταπιαστεί με ένα κεφάλαιο του οθωμανικού μεγαλείου.  Μέσα από μια μαζική, λαϊκή τηλεοπτική σειρά ξαναγράφεται και διαδίδεται η Ιστορία με βάση τα σύγχρονα αξιακά και ιδεολογικά προτάγματα, οικοδομώντας κατά συνέπεια ταυτότητα στον μέσο, σύγχρονο Τούρκο, εκείνον που δεν θα προσεγγίσει ποτέ την Ιστορία μέσα από επιστημονικά ιστορικά πονήματα», καταλήγει.

Το ντοκιμαντέρ «Κισμέτ, η ζωή σαν τούρκικη σαπουνόπερα» κυκλοφορεί από τις 27 Μαρτίου, σε διανομή CineDoc, στις κινηματογραφικές αίθουσες Δαναός και Σπόρτιγκ (Αθήνα) και στο Ολύμπιον (Θεσσαλονίκη).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ