ΕΛΛΑΔΑ

Επαναπατρισμός αρχαιοτήτων από τη Γερμανία

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Υπάλληλοι του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου αποθηκεύουν αρχαιότητες για να μην πέσουν στα χέρια των ναζί.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μαζικό επαναπατρισμό αρχαιοτήτων από τη Γερμανία θα έχουμε ώς το τέλος του μηνός. Εβδομήντα χρόνια μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και έπειτα από διαπραγματεύσεις τριάμισι ετών, η Ελλάδα πέτυχε να της επιστρέψει η Γερμανία πλήθος αρχαίων που εξήχθησαν παράνομα από τη χώρα μας. Πρόκειται για 8.500 όστρακα που προέρχονται από παράνομες ανασκαφές των Γερμανών σε νεολιθικό οικισμό της Θεσσαλίας, τα οποία βρίσκονται όλα στο μουσείο Pfahlbaumuseum και θα έρθουν στην Αθήνα στις 21 του μηνός.

Στο Εθνικό Αρχαιολογικό μουσείο, όμως, βρίσκονται από χθες, δύο κυκλαδίτικες αρχαιότητες που επαναπατρίσθηκαν και θα παρουσιαστούν στους δημοσιογράφους την Παρασκευή στις 11 το πρωί. Πρόκειται για ένα ειδώλιο ύψους 88 εκ. και ένα τηγανόσχημο σκεύος επίσης της Κυκλαδικής Περιόδου, που κατείχε παράνομα το Κρατικό Μουσείο Μπάντεν της Καρλσρούης.

Η συγκεκριμένη υπόθεση άνοιξε τον Οκτώβριο του 2011, όταν το γερμανικό μουσείο, που κατά το υπουργείο Πολιτισμού ήταν γνωστό ότι κατείχε παράνομα ελληνικές αρχαιότητες, ζήτησε από το ΥΠΠΟ να του δανείσει κυκλαδικά αντικείμενα για έκθεση - αφιέρωμα στον κυκλαδικό πολιτισμό.

Η ελληνική πλευρά –όπως γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις– ζήτησε να της δοθεί κατάλογος των αρχαίων της έκθεσης ώστε να εξετάσει αν υπάρχουν ανάμεσά τους παράνομα αντικείμενα. Ηταν όμως λίγους μήνες νωρίτερα, όταν ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ, σερ Κόλιν Ρένφριου και ανασκαφέας της Κέρου, σε ομιλία του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ταρακούνησε τα νερά, προτρέποντάς μας να διεκδικήσουμε τις αρχαιότητες που έχει το συγκεκριμένο μουσείο της Γερμανίας.

Μίλησε για τη μάστιγα της αρχαιοκαπηλίας διεθνώς και αναφέρθηκε ειδικότερα σ’ αυτά τα αντικείμενα που αποκτήθηκαν τουλάχιστον πέντε χρόνια μετά τη Συνθήκη της UNESCO του 1970.

Το υπουργείο Πολιτισμού στη συνέχεια ξεκίνησε τη διαδικασία του επαναπατρισμού καταθέτοντας επίσημο αίτημα, ενώ το ίδιο διάστημα –όπως έγραφε ο Τύπος τότε– ο διευθυντής του μουσείου, Χάραλντ Ζιμπενμόργκεν, ισχυριζόταν στο SWR 2 πως «η Ελλάδα ζητεί ως προϋπόθεση δανεισμού αρχαιοτήτων την επιστροφή των δύο αντικειμένων, που θεωρείται ότι κοστολογούνται στα 4 εκατομμύρια ευρώ». Υποστήριζε επίσης ότι τα αρχαία είχαν αγοραστεί με δημόσια κεφάλαια το 1975 και ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να έχει νομική αξίωση εφόσον η Γερμανία υπέγραψε τη σύμβαση της UNESCO το 1992. Μόνο που η συγκεκριμένη σύμβαση θεωρεί παράνομη τη διακίνηση αρχαιοτήτων άγνωστης προέλευσης από το 1970 και εξής.

Τη δεύτερη υπόθεση που έχει ιδιαίτερη και μάλιστα συμβολική σημασία για τη χώρα μας έφερε στο φως ο ίδιος ο διευθυντής του γερμανικού μουσείου Pfahlbaumuseum, στο οποίο βρίσκονται περίπου 8.500 θραύσματα προερχόμενα από τη θέση Μαγούλα, κοντά στο Βελεστίνο. Για την ύπαρξή τους (όπως γράφαμε τότε) η Διεύθυνση Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών ενημερώθηκε το 2010 από τον ίδιο τον επιστημονικό υπεύθυνο του ιδρύματος, ενώ σε συνεργασία με τη Διεύθυνση Εθνικού Αρχείου Μνημείων άρχισε να ερευνά την υπόθεση μαζί με τους φακέλους των αρπαγέντων θησαυρών.

Οι παράνομες ανασκαφές και οι καταστροφές πολιτιστικών αγαθών την περίοδο 1941-1945 έχουν καταγραφεί στην έκδοση με τίτλο «Ζημίαι των αρχαιοτήτων εκ του πολέμου και των στρατών κατοχής» και στην έκδοση της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας και του ακαδημαϊκού Βασιλείου Πετράκου «Αρχαία της Ελλάδας κατά τον πόλεμο 1940 - 1944» στην οποία προστέθηκαν νέα τεκμηριωμένα στοιχεία για όσα έπραξαν οι κατακτητές τότε. Τον Φεβρουάριο του 2013 ξεκίνησαν οι υπηρεσίες του ΥΠΠΟΑ την καταγραφή μνημείων που καταστράφηκαν ή εκλάπησαν από τη χώρα. Εργο που συνεχίζεται ακόμη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ