ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Χρήστος Τσιόλκας: Ο Ελληνας που «χαστούκισε» τους Αυστραλούς

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΙΡΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πώς περνάς τις Κυριακές στη Μελβούρνη;» τον ρωτώ, δεδομένου ότι στην Αθήνα είναι ακόμα πρωί, αλλά η δική του μέρα τελειώνει. Δεν ξέρω τι περιμένω να ακούσω από τον συγγραφέα που με τα τολμηρά βιβλία του -και κυρίως το «Χαστούκι», που μεταφέρθηκε με επιτυχία στην αυστραλιανή τηλεόραση και οδεύει προς αμερικανικό ριμέικ- προκαλεί μια κοινωνία να κοιταχτεί στον καθρέφτη, φωτίζοντας τις «γκρίζες ζώνες» του μεσοαστικού κομφορμισμού, το ρατσισμό, το σεξισμό και την κουλτούρα της εγωκεντρικότητας και της απληστίας. Κάτι προκλητικό ίσως; Μπα. Πέρασε το πρωινό στο κρεβάτι διαβάζοντας Γκορ Βιντάλ και το μεσημέρι στο σπίτι της μητέρας του, επειδή «έχουμε χάσει τον πατέρα μου εδώ και 18 μήνες και οι οικογενειακές συγκεντρώσεις είναι το στήριγμά της».

Καταπληκτική μαγείρισσα, παρεμπιπτόντως, η κυρία Γεωργία... Γύρω από το τραπέζι της, με τις χωριάτικες πίτες, το αρνάκι με πατάτες, τα γεμιστά, σμίγουν τρεις γενιές και κάμποσες εθνικότητες, καθώς η ευρύτερη οικογένεια Τσιόλκα είναι μικρογραφία της σύγχρονης Αυστραλίας. «Ο αδερφός μου ο Γιάννης παντρεύτηκε γυναίκα κελτο-γερμανικής καταγωγής και έχει δύο υπέροχες κόρες, την Κάιτλιν και την Αλάνα. Ο σύντροφός μου, ο Γουέιν, παιδί μεταναστών από την Ολλανδία, έχει τρεις μεγαλύτερες αδερφές. Ο ανιψιός μας ο Καρλ είναι μισός Αγγλος μισός Ολλανδός, παντρεμένος με την υπέροχη Λίζα από τη Βιρμανία, που οι γονείς της ήταν πρόσφυγες από τη Μιανμάρ. Η ανιψιά μας Λούσι έχει μητέρα Ολλανδέζα και πατέρα Κινέζο...» Εν ολίγοις, «ό,τι αγαπώ σ’ αυτόν τον κόσμο, η πολυεθνική, πολυπολιτισμική, πολυθρησκευτική φαμίλια μου, είναι ό,τι μισεί η Χρυσή Αυγή», λέει με πικρία.

Ο πατέρας του, ο Γιώργος, βρέθηκε από το χωριό της Στερεάς Ελλάδας σε στρατόπεδο μεταναστών στην Αυστραλία το ’55, πηγαίνοντας όπου τον έστελναν για δουλειά -ένα υδροηλεκτρικό φράγμα στην Τασμανία, ένα ορυχείο στο Κουίνσλαντ- προτού εγκατασταθεί στη Μελβούρνη. Η Γεωργία ακολούθησε το 1964. Εργάτες μια ζωή - σε εργοστάσια ανταλλακτικών, τροφίμων, σε ζυθοποιεία. Εκαναν τα πάντα για να δώσουν στα παιδιά τους όλες τις ευκαιρίες που η Ελλάδα τούς είχε στερήσει. Ο Χρήστος, που πρωτοδούλεψε στο μίνι μάρκετ ενός τζαναμπέτη Ελληνα προτού τελειώσει το σχολείο, για να νιώσει ανεξάρτητος με το ωρομίσθιο των 9 δολαρίων και μια φτηνή καμαρούλα που νοίκιασε στη Μελβούρνη, έχει ακόμα να το λέει πως, κάθε μέρα που πληρωνόταν ο πατέρας του, γύριζε σπίτι φορτωμένος με βιβλία.

Το νέο δικό του βιβλίο, «Μπαρακούντα», είναι βγαλμένο από βιώματα προσωπικά και κουβαλά όλη την αγωνία του συγγραφέα που γνωρίζει τη μεγάλη επιτυχία, αλλά δεν σταματά να αμφιβάλλει για τον εαυτό του - «είμαι αρκετά καλός;». Ο ήρωάς του, ο Ντάνι Κέλι, είναι ένα παιδί της εργατικής τάξης, με πατέρα Σκωτσέζο και μητέρα Ελληνίδα, που κερδίζει υποτροφία σε ένα κολέγιο της αυστραλιανής ελίτ χάρη στο ταλέντο του στην κολύμβηση. Ονειρό του είναι να δοξαστεί στους Ολυμπιακούς, να ανταποδώσει το χρέος στην οικογένειά του, να κλείσει το στόμα όσων τον θεωρούν παρακατιανό. Η ζωή όμως τα φέρνει αλλιώς. Με καμβά τον αθλητισμό, με τον οποίο η Αυστραλία έχει ψύχωση, ο συγγραφέας υφαίνει μια παραβολή για την επιτυχία και την αποτυχία, την ντροπή και την ταπείνωση, για τις κοινωνικές τάξεις και την αγωνιώδη προσπάθεια ενός «ξένου» να βρει μια ταυτότητα.

Το μοτίβο στη δουλειά σου είναι η αυστηρή κριτική στα κακώς κείμενα της Αυστραλίας. Δεν νιώθεις τυχερός που ζεις εκεί;

Αντικειμενικά είμαι πολύ τυχερός. Η οικονομία μας είναι ισχυρή, αποφύγαμε τα πιο καταστροφικά κύματα της παγκόσμιας κρίσης και ως νησί-ήπειρος απολαμβάνουμε μια υπαρξιακή αίσθηση ασφάλειας. Θα ήταν εύκολο να ζήσω όπως ζω ή να γίνω ο συγγραφέας που έγινα αν είχα μεγαλώσει στην Ελλάδα, προσκολλημένος στην οικογένεια, μιλώντας την ελληνική γλώσσα; Προφανώς θα ήταν πολύ πιο δύσκολο.

Υπάρχει και ένα «αλλά»...;

Από πολύ μικρός ένιωθα να με καταπιέζει η αυστραλέζικη αυταρέσκεια, o επαρχιωτισμός μας. Ηθελα να ξεφύγω, ένιωθα ότι υπήρχε μια άλλη ζωή κάπου μακριά... Στην Ελλάδα πρωτοβρέθηκα στα 21, με το όνειρο ότι θα έβρισκα τη θέση μου, αυτό που λαχταρούσα. Ομως, όσο κι αν την αγαπώ, κατάλαβα ότι δεν ήταν ο τόπος μου. Τώρα πια, 48 χρόνων άντρας, θεωρώ προνόμιο κάποιος να έχει περισσότερα από ένα μέρη που μπορεί να επιστρέφει. Ιδίως αν ζει ως καλλιτέχνης ή συγγραφέας.

Συνειδητοποιείς ότι η Αυστραλία φαντάζει ως γη της επαγγελίας για πολλούς νέους που νιώθουν παγιδευμένοι στη σημερινή Ελλάδα;

Μία από τις πιο στενόχωρες στιγμές μου στην Ελλάδα ήταν πριν από τέσσερα χρόνια, σε ένα καφέ. Η κοπέλα που σέρβιρε «έπιασε» κάτι στην προφορά μου κι όταν έμαθε από πού είμαι, μου είπε πως είμαι τυχερός. Μέχρι τα 45 δεν το είχα ξανακούσει - «τι κάνεις εκεί πέρα στην Αυστραλία, έλα εδώ» ήταν η μόνιμη επωδός των Ελλήνων. Τότε άρχισα να καταλαβαίνω την κρίση, να συνειδητοποιώ ότι υπάρχει μια χαμένη γενιά στην Ελλάδα. Μια γενιά που βιώνει την απόλυτη απογοήτευση, όχι μόνο σε σχέση με το οικονομικό, αλλά με τον τόπο όπου ζει, με το πού ανήκει. Αυτό είναι καταστροφικό συναίσθημα. Ξέρεις, εδώ στη Μελβούρνη ακούς συνέχεια τη γλώσσα μας - όμως πια δεν είναι από τον γέρο ή τη γριά, είναι από εικοσάχρονα παιδιά. Δεν είναι η ίδια μετανάστευση με των γονιών μου, αλλά υπάρχει.

Οπως ο πρωταγωνιστής του «Μπαρακούντα», είναι μια γενιά που προσπαθεί να επιπλεύσει...

Ο Ντάνι Κέλι είναι παιδί της εργατικής τάξης, με παππού από τη Γλασκώβη του βιομηχανικού ευρωπαϊκού Βορρά, που είναι το «Σημείο Μηδέν» του καπιταλισμού, εκεί απ’ όπου ξεπήδησε η εργατική τάξη. Ο παππούς του αντιλαμβανόταν απόλυτα από πού ξεκίνησε και πού ανήκει. Μπορείς να το πεις ιδεολογία, μπορείς να το πεις κοινωνική τάξη - είναι αλληλένδετα. Ο Ντάνι δεν έχει αυτά τα σημεία αναφοράς. Με στενοχωρεί όταν συναντώ νέους Ελληνες που φτάνουν στην Αυστραλία και απογοητεύονται επειδή διαπιστώνουν ότι οι τάξεις υπάρχουν και εδώ. Ναι, είμαστε τυχεροί, είμαστε προστατευμένοι, αλλά δεν είμαστε Ουτοπία. Οι ανισότητες του πλούτου είναι παρούσες - και μάλιστα ριζωμένες σε ένα υπέδαφος τεράστιας φυλετικής βίας. Δεν είναι η γη της επαγγελίας - και ο Ντάνι το καταλαβαίνει αυτό.

Τι πιστεύεις ότι θα «βρουν» οι Ελληνες αναγνώστες σ’ αυτό το βιβλίο;

Το κεντρικό θέμα του, η επιτυχία και η αποτυχία, είναι εμπειρίες κοινές, που μπορούν να αγγίξουν τον οποιονδήποτε. Πέρα από αυτό, υπάρχει η τεράστια ιστορία της μετανάστευσης, που πολλοί Ελληνες έχετε μέσα στην οικογένειά σας. Ισως αυτό να σας κινήσει την περιέργεια για το τι συνέβη όχι στη γενιά των γονιών μου, ούτε στη δική μου, αλλά σε μια τρίτη γενιά μεταναστών, που μπορεί να είναι λίγο ελληνική, λίγο κινέζικη, λίγο σκωτσέζικη. Το άλλο είναι το αίσθημα ντροπής γι’ αυτό που κάνει ο Ντάνι Κέλι: προδίδει τον εαυτό του και την ίδια στιγμή ταπεινώνεται δημόσια, απέναντι στην οικογένειά του, στον κόσμο. Θεωρώ ότι η εμπειρία της ντροπής είναι μέρος της ελληνικής κληρονομιάς μου.

Περιγράφεις με δραματική λεπτομέρεια πώς ένα όνειρο που δεν εκπληρώνεται μπορεί να συντρίψει έναν άνθρωπο. Χρειαζόμαστε τα όνειρα;

Φυσικά. Οι στόχοι, οι φιλοδοξίες είναι ο μόνος τρόπος να βαδίσεις μπροστά στη ζωή. Πρέπει να έχεις κατά νου ότι το βιβλίο αναφέρεται σε ένα σχολιαρόπαιδο 14 ετών που καλείται να πειθαρχήσει το σώμα του, τον ίδιο του τον εαυτό, απαρνούμενος την πνευματική ή συναισθηματική «τροφή», για χάρη της αθλητικής διάκρισης. Επικίνδυνη κατάσταση. Ειδικά στην Αυστραλία, όπου ο αθλητισμός είναι παράδοση και ενοποιός δύναμη. Τους πρωταθλητές μας τους κάνουμε είδωλα και θεούς, αλλά στο λάθος, στην ήττα, πέφτουμε να τους κατασπαράξουμε. Είναι τρομακτικό για τόσο νέους ανθρώπους να βιώνουν αυτή την πίεση. Οταν τελείωσα το βιβλίο, συνειδητοποίησα ότι είχα κάτι που ο Ντάνι δεν βίωσε ποτέ: είχα γευτεί την αποτυχία ως συγγραφέας. Εντούτοις επέμεινα και θα συνεχίσω να γράφω όσο ζω. Ο αθλητής δεν το έχει αυτό. Το σώμα δεν το επιτρέπει. Τους θριάμβους τους μαθαίνουμε, αλλά τι υπάρχει πίσω από αυτούς; Ετσι ένιωσα μια τρυφερότητα, μια προστατευτικότητα απέναντι στον ήρωά μου.

Γιατί χρειαζόμαστε είδωλα και ήρωες;

Θα μιλήσω για τον εαυτό μου. Οταν αποφάσισα ότι θέλω να γίνω αυτό το πολύ παράξενο πράγμα που λέγεται συγγραφέας, ήταν κάτι εντελώς ξένο στην οικογένειά μου, στον κόσμο μου. Πέρασε πάρα πολύς καιρός μέχρι να νιώσω ότι μπορώ να «ενδυθώ» αυτή την ιδιότητα με άνεση. Τι έκανα λοιπόν; Εγραφα και διάβαζα. Οι ήρωές μου ήταν άνθρωποι σαν τον Νόρμαν Μέιλερ ή τον Ζαν Ζενέ, αν και δεν είχα ιδέα πώς ήταν να μεγαλώνεις στο Μπρούκλιν του ’30 ή σαν χαμίνι στο Παρίσι του ’20. Με άγγιζε η γλώσσα τους, μπορούσα να καταλάβω τον συναισθηματικό πυρήνα τους. Τι κάνουν οι ήρωες λοιπόν; Μας στρέφουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Μας δείχνουν τρόπους να μεταμορφωθούμε. Αλλά πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί, να μην κάνουμε τους ήρωες θεούς. Δεν είναι τέλειοι. Κάνουν φριχτά λάθη.

Ποιο είναι το πολυτιμότερο μάθημα που πήρες από τους γονείς σου για να αποφύγεις τα δικά σου λάθη;

Να είμαι πιστός. Και θαρραλέος. Ηταν πολύ δύσκολο για τους γονείς μου να είναι ο γιος τους ομοφυλόφιλος συγγραφέας. Ερχονταν από μια Ελλάδα που τους τρομοκρατούσε, θυμάμαι τη μάνα μου να μιλάει για «τα φάκελα». Και την ίδια στιγμή να με συμβουλεύει «ποτέ να μη φοβάσαι». Νομίζω ότι η γενιά τους ήταν ξεχωριστή. Βγήκαν από μια φτώχεια και από κακουχίες αδιανόητες σ’ εμένα και έκαναν θυσίες για να δώσουν στα παιδιά τους κάθε ευκαιρία που είχαν στερηθεί οι ίδιοι. Τους το χρωστώ. Αν και ως νέος, για να είμαι ειλικρινής, έπρεπε να ξεφύγω από αυτούς. Ηταν κάτι σαν υποχρέωση, να διεκδικήσω τη δική μου ζωή. Η καλή μου μοίρα ήταν ότι μπόρεσα να επιστρέψω, να φανώ συνεπής απέναντί τους. Και ότι φέρω αυτό το χρέος όχι ως βάρος αλλά ως δώρο, ως προνόμιο. Επιστρέφω συχνά στην έννοια του καθήκοντος, του χρέους, γιατί πολλοί το εκλαμβάνουν μόνο ως κάτι αρνητικό. Πιστεύω ότι είναι όχι απλώς θετικό, αλλά απαραίτητο βήμα προς την ενηλικίωση και τη χειραφέτηση το να κατανοούμε τις υποχρεώσεις μας.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, είναι τρομακτική η αγωνία όσων έχουμε παιδιά για το τι θα τους αφήσουμε...

Πιστεύω ότι οι γονείς μας δεν τα μετρούσαν όλα σε χρήματα και αγαθά. Είναι κάτι που ίσως το έχουμε ξεχάσει. Υπάρχουν οι αξίες, η ηθική, το να μαθαίνεις στο παιδί πώς να πορεύεται σ’ αυτήν τη ζωή... ή απλά και πώς να παίρνει χαρά από το παιχνίδι του.

Μιλάς συχνά για την καλοσύνη, τη σημασία να είναι κάποιος καλός άνθρωπος. Δεν φοβάσαι μην ακουστεί αφελές;

Τι λέει όμως για εμάς, για την εποχή, τους διανοουμένους και τους πολιτικούς μας, να έχει καταντήσει η λέξη «καλοσύνη» ύποπτη; Ναι, πρέπει να τη διδάσκουμε, να μην τη φοβόμαστε, να μην την αντιμετωπίζουμε ως κάτι συναισθηματικό. Γράφοντας το «Μπαρακούντα», ήθελα ο ήρωάς μου να αισθανθεί τύψεις για το κακό που κάνει, να αναγνωρίσει το χρέος του, να εξιλεωθεί. Φοβήθηκα προς στιγμήν ότι θα με πουν παλαιομοδίτη, αλλά είπα «χ... τους». Το να αναλαμβάνεις τις ευθύνες σου είναι το πιο σημαντικό, το πιο ενήλικο πράγμα που μπορείς να κάνεις.

Εχεις σκεφτεί ποτέ γιατί «μετράνε» τόσο για τους Ελληνες οι ιστορίες επιτυχίας με ελληνικό ονοματεπώνυμο;

Πριν από λίγες μέρες ήμουν στη βόρεια εσχατιά της Αυστραλίας, στο Ντάργουιν, περήφανη γη Αβοριγίνων μέχρι σήμερα αλλά και μέρος όπου μπορείς να μυρίσεις και να γευτείς την Ασία, στο χώμα και στον αέρα. Μπαίνω σ’ ένα καφενείο, ήταν τρεις εξηντάρηδες, μιλούσαν ελληνικά. Πιάσαμε την κουβέντα, με κέρασαν, ήθελαν να μάθουν από πού είμαι και τι κάνω. Νομίζω ότι αυτό που μας ενώνει είναι η γλώσσα μας. Μπορεί να πει κάποιος: ποιος είναι ο Τσιόλκας που μιλάει, τι σχέση έχει με την Ελλάδα του 2014, τι ξέρει; Ομως, όταν εσύ μου τηλεφωνείς από την Ελλάδα, νιώθω αλλιώς, ΕΙΝΑΙ αλλιώς. Μακάρι να μπορούσα να σου μιλήσω μόνο ελληνικά, αλλά θα ντρεπόμουν -το βλέπεις πάλι με την ντροπή;- γιατί θα ακουγόμουν σαν δεκάχρονο παιδί.

Βιβλία και βραβεία

«Κατά Μέτωπο» (Loaded), 1999, εκδ. Οξύ. «Ο άνθρωπος του Ιησού» (Τhe Jesus Man), 2001, εκδ. Οξύ. «Νεκρή Ευρώπη» (Dead Europe), Age Fiction Prize 2006, Melbourne Best Writing Award 2006 (2010, εκδ. Prima). «Το χαστούκι» (Τhe Slap), Commonwealth Writers’ Prize, Vance Palmer Prize for Fiction, Australian Literary Society’s Gold Medal και το Australian Book Industry Awards Book of the Year για το 2009 (2010, εκδ. Ωκεανίδα).

Το «Μπαρακούντα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ωκεανίδα.

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ