ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Αυθεντικά, μοναδικά και χειροποίητα

ΓΙΟΥΛΗ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

Η δουλειά του τεχνίτη φυσητού γυαλιού, που γίνεται σε πολύ δύσκολες συνθήκες και με θερμοκρασίες εξαιρετικά υψηλές, δεν διαφέρει ιδιαίτερα από την αρχική τεχνική που γεννήθηκε στα ρωμαϊκά χρόνια.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Καλώς ορίσατε. Δυστυχώς, καθώς καθυστερήσατε στο ραντεβού, θα πρέπει να περάσουμε αμέσως στην ξενάγηση. Θα την επισπεύσουμε δέκα λεπτά για να τελειώσουμε την προγραμματισμένη ώρα και μετά θα σας περιμένει ζεστός καφές και πρέτζελ με βούτυρο». Κοίταξα το ρολόι μου. Ηταν 10 και 10 το πρωί. Είχαμε πράγματι αργήσει δέκα λεπτά, αλλά κάποια στερεότυπα δεν έχουν βγει τυχαία. Και η υπεύθυνη υποδοχής στην εταιρεία Roeckl με έδρα το Μόναχο, επιβεβαίωσε με κοφτή ευγένεια το κλισέ της γερμανικής ακρίβειας.

Τις επόμενες ημέρες, η περίφημη συνέπεια των Γερμανών, η εμμονή τους στη λεπτομέρεια και το διαρκές κυνήγι της τελειότητας έγιναν το νήμα που ένωσε όλες τις μικρές και μεγάλες εταιρείες που επισκεφθήκαμε σε πέντε πόλεις. Το ταξίδι μας είχε τίτλο Handmade in Germany και ήταν αποκαλυπτικό ως προς τον τρόπο με τον οποίο γερμανικές εταιρείες με μεγάλη ιστορία επενδύουν εκ νέου στη χειροτεχνία και «πουλάνε» παλαιές τεχνικές με νέο περιτύλιγμα, υψηλής ποιότητας ντιζάιν και έξυπνο, στοχευμένο μάρκετινγκ, ενισχύοντας τη θέση τους στην παγκόσμια οικονομία.

Είναι μια καλή απάντηση στη φθηνή, μαζική παραγωγή, στο fast fashion του made in China, στην ευκολία του οποίου έχουν υποκύψει ακόμη και δυνατά brand. Και αυτός εν τέλει είναι ο μόνος τρόπος να δώσουν στα προϊόντα τους προστιθέμενη αξία και να επενδύσουν στο κοινό που προτιμά εξατομικευμένα προϊόντα, με χαρακτήρα και μοναδικότητα.

Μέρα πρώτη: Ο Jacob Roeckl άνοιξε ένα μικρό κατάστημα με χειροποίητα γάντια το 1839, στο Μόναχο. Το 1870 είχε ήδη φτιάξει το πρώτο του εργοστάσιο και απασχολούσε 1.000 εργαζομένους. Πελάτες του ήταν ο Βαυαρός βασιλιάς Λουδοβίκος Β΄ και η «θλιμμένη» πριγκίπισσα Σίσσυ. Σήμερα, έξι γενιές μετά, η εταιρεία παραμένει στην ίδια οικογένεια και τα ηνία έχει αναλάβει από το 2003 για πρώτη φορά μια γυναίκα: η Annette Roeckl. Συνολικά 330 εργαζόμενοι απασχολούνται στο κεντρικό εργοστάσιο του Μονάχου και στα ευρωπαϊκά παραρτήματα.

Σε αυτά τα 175 χρόνια ελάχιστα έχουν αλλάξει ως προς τη διαδικασία παραγωγής των γαντιών. Φτιάχνονται από εξαιρετικής ποιότητας δέρματα, σχεδόν εξ ολοκλήρου στο χέρι. Ενα ζευγάρι γάντια από αμερικανικό αγριόχοιρο, λ.χ., αποτελείται από 24 διαφορετικά μέρη τα οποία ενώνονται με 2 χιλιάδες ράμματα. Εμμονή στην τελειότητα; Φυσικά. Ομως ο στόχος έχει επιτευχθεί: δεν ενδιαφέρει η μαζική παραγωγή, αλλά η κατάκτηση του κοινού που αγαπάει το ντιζάιν και την υψηλή ποιότητα. Ισως γι’ αυτό η Annette Roeckl προσπερνάει με ευκολία το σχόλιο για την κρίση στην Ευρώπη. «Οι εξαγωγές μας αυξάνονται διαρκώς, η Ρωσία ανοίγεται ως αγορά και η Κίνα δεν είναι για μας απειλή, αλλά μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αγορά».

Μέρα δεύτερη: Οταν η Glashütte Lamberts ξεκίνησε να λειτουργεί το 1934 στο Waldsassen της Βαυαρίας, κοντά στα σύνορα με την Τσεχία, όλη εκείνη η περιοχή είχε ήδη χτίσει μεγάλη παράδοση στην παρασκευή φυσητού γυαλιού, τα περισσότερα όμως εργοστάσια είχαν κλείσει ελέω της βιομηχανικής επανάστασης. Σήμερα, η Glashütte Lamberts είναι μία από τις τρεις εταιρείες που έχουν απομείνει στον κόσμο, μοναδική στη Γερμανία και ηγέτις στην αγορά φυσητού γυαλιού διεθνώς, με πελάτες καλλιτέχνες και αρχιτέκτονες όπως ο Ολαφουρ Ελίασον και ο Νόρμαν Φόστερ, και αναθέσεις που έχουν να κάνουν με καθεδρικούς ναούς, αεροδρόμια, γραφεία αλλά και σπίτια.

Η δουλειά που γίνεται σε πολύ δύσκολες συνθήκες και με θερμοκρασίες εξαιρετικά υψηλές από τους φούρνους που βρίσκονται στο κέντρο του εργοστασίου δεν διαφέρει ιδιαίτερα από την αρχική τεχνική του φυσητού γυαλιού που γεννήθηκε στα ρωμαϊκά χρόνια και βασίζεται στη μορφοποίηση του αγγείου μέσω της παροχής αέρα στο εσωτερικό της μάζας ρευστού γυαλιού με τη βοήθεια μεταλλικού σωλήνα. Η σκληρή εργασία απαιτεί μυϊκή δύναμη και αντοχή, γι’ αυτό και είναι σχεδόν αποκλειστικά ανδρική υπόθεση. Οι τεχνίτες (meister) του φυσητού γυαλιού πληρώνονται καλά. Ο μισθός τους μπορεί να φτάσει και τις 4 χιλιάδες ευρώ τον μήνα. Το πρόβλημα είναι ότι τα χρήματα δεν αποτελούν δέλεαρ. Κι αυτό είναι ένα «αγκάθι» που δεν αφορά μόνο την τέχνη του φυσητού γυαλιού, αλλά ολόκληρο τον τομέα της χειροτεχνίας στη Γερμανία.

«Οι νέοι δεν ενδιαφέρονται γι’ αυτά τα επαγγέλματα. Δεν βρίσκουμε εύκολα τεχνίτες και ειδικά σ’ εμάς, από τους δέκα που περνούν την πόρτα του εργοστασίου, οι εννιά τη δεύτερη μέρα δεν εμφανίζονται», μας λέει ο ιδιοκτήτης της εταιρείας, Hans Reiner Meindl. Πράγματι, σήμερα στη Γερμανία υπάρχουν 180-200 εταιρείες handmade. Και το μεγάλο τους πρόβλημα είναι να βρουν εξειδικευμένους εργάτες, όχι μόνον επειδή δεν υπάρχει ενδιαφέρον, αλλά και γιατί πολλές από τις τεχνικές σχολές που τροφοδοτούσαν αυτές τις εταιρείες με ανθρώπινο δυναμικό έχουν κλείσει.

Μέρα τρίτη: Η κωμόπολη Glashutte στη Σαξονία της Γερμανίας είναι γνωστή ως «Saxonian Swiss». Σ’ αυτήν τη μικρή, τακτοποιημένη, πεντακάθαρη πόλη ταιριάζει τέλεια η φράση «τα πάντα λειτουργούν ρολόι», καθώς εκεί έχουν την έδρα τους μερικές από τις πιο φημισμένες εταιρείες υψηλής ωρολογοποιίας. Ο Carl Moritz Grossmann ήταν μια εμβληματική φιγούρα στην τοπική ωρολογοποιία το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Με τον αιφνίδιο θάνατό του το 1885, η εταιρεία του έκλεισε. Στις αρχές του 2000 η Christine Hutter, έπειτα από πολύχρονες σπουδές στην τέχνη της ωρολογοποιίας και έχοντας ήδη μια επιτυχημένη καριέρα σε μεγάλες εταιρείες της Ευρώπης, αποφασίζει να ξαναζωντανέψει τη Moritz Grossmann, βρίσκει επενδυτές στην Ελβετία και στη Γερμανία και στις 11 Νοεμβρίου 2008, η Moritz Grossmann ξεκινάει μια δεύτερη ζωή στην Glashutte. Σήμερα, εργάζονται εκεί 45 άνθρωποι και η παραγωγή φτάνει στα 200 ρολόγια τον χρόνο, με στόχο σύντομα να διπλασιαστεί. Το ποσοστό χειροτεχνίας στην κατασκευή των ρολογιών αγγίζει το 50%. Υπερσύγχρονα μηχανήματα ολοκληρώνουν τη δημιουργία, ενώ για το ότι τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη του είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι τα εργαλεία που χρησιμοποιούν στη Moritz Grossman κατασκευάζονται εκεί από το δικό τους τμήμα. Ισως είναι και η μοναδική από τις εταιρείες που επισκεφθήκαμε όπου υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον από νέους ανθρώπους. Είναι «καθαρή» δουλειά και εξαιρετικά επικερδής. Γι’ αυτό και δίπλα σε κάθε μάστορα βλέπεις και ένα νεαρό μαθητευόμενο. Αλλωστε, στην Glashutte λειτουργεί σχολή απ’ όπου οι δέκα οίκοι ωρολογοποιίας της μικρής αυτής πόλης συχνά παίρνουν προσωπικό.

Μέρα τέταρτη: «Η μουσική για πιάνο θα πρέπει να γράφεται μόνο για τα Bechstein», είχε πει ο Γάλλος συνθέτης Κλοντ Ντεμπισί, λάτρης των θρυλικών αυτών πιάνων, όπως και οι Ρίχαρντ Βάγκνερ, Φραντς Λιστ, Ντέιβιντ Μπόουι, Φρέντι Μέρκιουρι. Από το 1853 που ο Carl Bechstein κατασκεύασε το πρώτο πιάνο, έχουν γίνει συνώνυμα με την τελειότητα και μέχρι σήμερα στη μικρή πόλη Seifhennersdorf της Σαξονίας, όπου σήμερα 145 άνθρωποι παράγουν 1.500 πιάνα τον χρόνο, ο στόχος παραμένει ο ίδιος. Το 70%-80% της δουλειάς γίνεται στο χέρι, με τα καλύτερης ποιότητας υλικά και με αμέτρητες ώρες δοκιμών στα ειδικά διαμορφωμένα στούντιο του εργοστασίου. Ενας τεχνικός για να μπορέσει να πάρει επίσημα τον τίτλο του κατασκευαστή πιάνων στην Bechstein εκπαιδεύεται περίπου 3,5 χρόνια και η πλειοψηφία των εργαζομένων προέρχεται από την περιοχή.

Παράδειγμα προς μίμηση για δεκάδες ελληνικά προϊόντα

Μέρα πέμπτη: Ο Dieter Burmester (φωτ. δεξιά) ήταν ατίθασο νιάτο. Κιθαρίστας σε ροκ μπάντα, έπαιζε σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο σε κλαμπ του Βερολίνου από τα 14 του χρόνια και όταν αποφάσισε να σπουδάσει, επέλεξε να γίνει ηλεκτρονικός. Επειτα από μια αποτυχημένη προσπάθεια να κάνει καριέρα ως ηλεκτρονικός ιατρικών μηχανημάτων, επέστρεψε στη μεγάλη του αγάπη, τη μουσική. Το 1977 ίδρυσε την εταιρεία Burmester Audiosysteme. Σύνθημά του μέχρι σήμερα παραμένει το «ασχολούμαι μόνο με ό,τι πιστεύω ότι μπορώ να κάνω καλύτερα απ’ ό,τι ήδη υπάρχει». Τα ηχοσυστήματα που φτιάχνει θεωρούνται κορυφαία, οι τιμές κάποιων ξεπερνούν τις 150 χιλιάδες ευρώ και είναι τέτοια η τελειότητα του ήχου, που αρκετοί φαν υποστηρίζουν ότι η εμπειρία της ακρόασης είναι ανώτερη και από το καλύτερο live. Εκπληκτικής απλότητας, με αισθητική μπαουχάουζ, φτιαγμένα κυρίως από γερμανικό χρώμιο αλλά και κάποια από ατόφιο χρυσό, διαθέτουν πρωτοποριακή τεχνολογία, φτιάχνονται όλα τους τα μέρη –ακόμη και τα καλώδια– στην έδρα της εταιρείας στο Βερολίνο, όπου απασχολούνται 50 εργαζόμενοι, ο ένας πιο παθιασμένος από τον άλλον. Η παραγωγή κινείται περίπου στα 5 χιλιάδες ηχοσυστήματα τον χρόνο και η απορία που σε όλους μας γεννήθηκε απαντήθηκε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπo από τον χαρισματικό Dieter Burmester. «Ναι, με έχουν πλησιάσει κολοσσοί, μου έχουν προσφέρει πάρα πολλά χρήματα, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να πουλήσω την εταιρεία».

Αδιατάρακτη συνέχεια

Η τελευταία αυτή φράση είναι και ένας από τους κύριους λόγους της επιτυχίας αρκετών γερμανικών εταιρειών. Είναι οικογενειακή υπόθεση, δεν αλλάζουν εύκολα χέρια, με αποτέλεσμα να μην αλλάζει επί της ουσίας και το αρχικό όραμα της ανάπτυξης, ο προσανατολισμός, η ποιότητα. Η αδιατάρακτη συνέχεια σε συνδυασμό με τη σωστή οργάνωση αποτελούν το μυστικό της επιτυχίας. Μπορεί οι πιο γνωστές γερμανικές εταιρείες να είναι η Siemens ή η Mercedes Benz, η ραχοκοκαλιά της γερμανικής οικονομίας, όμως, είναι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις που απασχολούν και το 60% του εργατικού δυναμικού. Ανάμεσα σ’ αυτές, οι εταιρείες που κρατούν χαρακτήρα handmade έχουν τη δυνατότητα συμμετοχής στο δίκτυο Deutsche Manufakturen - Handmade in Germany, το οποίο υποστηρίζεται από τα υπουργεία Οικονομικών και Εξωτερικών της Γερμανίας, ειδικά ως προς το κομμάτι της επικοινωνίας και της προβολής στο εξωτερικό. Αρκεί να πληρούν κάποιες προϋποθέσεις: καθορισμένο ποσοστό χειροτεχνίας, αριθμό υπαλλήλων όχι μικρότερο των δέκα ατόμων, στάνταρντς ποιότητας, έδρα στη Γερμανία, εξαγωγές κ.ά.

Κίνητρο

H Eυρωπαϊκή Ενωση έχει αναγνωρίσει τη σημασία της ιδιαιτερότητας αλλά και του heritage (κληρονομιά) branding, που αποτελεί και το κίνητρο να φτιάξεις κάτι μοναδικό, και σχεδιάζει ανάλογες πολιτικές. Η απάντηση στην ασυναγώνιστη μαζική παραγωγή πρέπει να αρθρώνεται με αυτόν τον τρόπο. Η αυθεντικότητα, η μοναδικότητα, η ιδιαίτερη αισθητική δικαιολογούν υψηλές τιμές. Ολα αυτά τα διαθέτουμε στην Ελλάδα. Χρειάζεται να τα εκμεταλλευθούμε έξυπνα και συστηματικά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ